[στο πιο αθώο, στο πιο φιλντισένιο φιλί·
18/09/2025 § Σχολιάστε
Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου 1931- 1996
Δελφίνια
Τα φώτα της Kαστέλλας τρέμουν μέσα στα δάκρυά σου, Πρίγκηπα
οι λόφοι πεθαίνουν πριν από μας, και τα έλη δε θα στεγνώσουν με σένα
όλα είναι μοντέρνα και όψιμα προς τη Γλυφάδα, όλα κατάφωτα
στην ψίχα της νύχτας, σχεδόν ανέλπιδα μπορείς να πεις
Kι όμως τα δάκρυα τρέχουνε τώρα ασυγκράτητα
η σκληράδα στο μοντέρνο γυαλί γίνεται όαση από ατμό και νεύρα
από ανταύγειες μιας διάρκειας που υπάρχει μόνο για σε
ανάμεσα σε μιαν αγάπη και σ’ ένα παγωμένο γιαπί
Θλιμμένος γυρίζω καθώς σουρουπώνει στο Mόλυβο
και στις ακρογιαλιές όπου έσυρες τα μαλλιά σου στις θερμασμένες
—–πισίνες και στα παλιά αρχοντικά
και στα τερατουργήματα κάποιας απλοϊκής καρδιάς καθώς βλασταίνει
—–στο πιο αθώο, στο πιο φιλντισένιο φιλί
γιατί η ανεύθυνη λέξη σου ούτε καν γράφτηκε μα θα γραφτεί
Άρχοντα. Πέφτει η νύχτα στη θάλασσα κι όλα είναι λίγα.
H ελπίδα μου είσαι, ένα θρύψαλο λύπης για μένα
*
[από το Ωδές στον Πρίγκηπα, Ύψιλον 1991
◉
[κανένας ήλιος δεν φωτίζει το λίγο όσο η φυσιογνωμία·
17/09/2025 § Σχολιάστε

Julie Mehretu, “Untitled 2”, 1999. Mixed media on canvas. Installation view, Art Basel 2024. Courtesy Julie Mehretu and White Cube.
οι παρομοιώσεις ξεκινάνε μόνες τους μέσα στο γυαλί, κι είναι γλυκές. απέξω όμως επεμβαίνουν οι μεγάλοι, τις κάνουν να φαίνονται προσωπικές (όπως είναι), τις γονατίζουν. καμιά παρομοίωση δεν γλυτώνει, κανένας ήλιος δεν φωτίζει το λίγο όσο η φυσιογνωμία, καμιά κοπέλα δεν είναι αιχμάλωτη όσο τα λουλούδια. να σταματήσετε, να σταματήσετε, κακοί συγγραφείς.
*
[Σωτήρης Κακίσης, Συσκευή του νεκρού ανθρώπου, εκδόσεις Ερατώ 1984
◉
Μπόρχες: Θεωρώ τη θεολογία ως έκφανση της φανταστικής λογοτεχνίας
24/08/2025 § Σχολιάστε
Γεννήθηκε σαν σημερα 24 Αυγούστου 1899
στο Μπουένος Άιρες
Μπόρχες: Σκέφτομαι πως ολόκληρη η ιστορία της ανθρωπότητας μπορεί να ξεκίνησε με τρόπο τετριμμένο, από την ψιλοκουβέντα των καφενείων, από τέτοια πράγματα. Τι λέτε κι εσείς:
Σάμπατο: Με συγχωρείτε, αλλά έχω μείνει στο απόφθεγμα που αναφέρατε προηγουμένως. Ας μην ξεχνάμε τις φρικαλεότητες που έλαβαν χώρα εν ονόματι του Ευαγγελίου. Και τις βαναυσότητες που διέπραξε ο Στάλιν στο όνομα του Κομμουνιστικού Μανιφέστου.
Μπόρχες: Τι παράξενο! Τίποτε απ’αυτά δε συνέβη, λόγου χάρη, με το βουδισμό.
Σάμπατο: (Σκεφτικός) Πείτε μου, Μπόρχες, στ’ αλήθεια σάς ενδιαφέρει ο βουδισμός; Ως θρησκεία θέλω να πω. Ή μήπως σας απασχολεί μόνο ως λογοτεχνικό φαινόμενο;
Μπόρχες: Μου φαίνεται κάπως λιγότερο απίθανος από το χριστιανισμό. (Γελάνε) Ίσως και να πιστεύω στο κάρμα. Αλλά ότι υπάρχει παράδεισος ή κόλαση δεν το πιστεύω.
Σάμπατο: Σε κάθε περίπτωση, αν υπάρχουν, θα πρέπει να ‘ναι δύο οικήματα με εντελώς απροσδόκητους ενοίκους.
Για μια στιγμή, τα γέλια μπερδεύονται με τα λόγια. Οι δυο τους διασκεδάζουν.
Μπαρόνε: Και ποια η γνώμη σας για τον Θεό, Μπόρχες;
Μπόρχες: (Σε εμφανώς ειρωνικό τόνο) Πρόκειται για την κορυφαία επινόηση της φανταστικής λογοτεχνίας. Τα γεννήματα της φαντασίας του Γουέλς, του Κάφκα ή του Πόε ωχριούν μπροστά στο επινόημα της θεολογίας. Η ιδέα ενός τέλειου, παντοδύναμου όντος είναι κατεξοχήν φανταστική.
[…]
Σάμπατο: Πείτε μου όμως, Μπόρχες, αφού δεν πιστεύετε στον Θεό, γιατί γράφετε τόσες ιστορίες θεολογικού χαρακτήρα;
Μπόρχες: Θεωρώ τη θεολογία ως έκφανση της φανταστικής λογοτεχνίας. Πρόκειται για την εντελέστερη μορφή του είδους. […] Και, προπάντων, για ένα βιβλίο όπως το Summa Teologika(*). Πρόκειται για ένα φανταστικό έργο πολύ ανώτερο από εκείνα του Γουέλς. (Χαμογελάει)
__________
(*) Πρόκειται για το γνωστότερο έργο (1266-1273) του θεολόγου και αγίου της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας Θωμά Ακινάτη (1225-1274).
[Μπόρχες-Σάμπατο, Διάλογοι, μτφρ:Δήμητρα Παπαβασιλείου, πρόλογος: Ορλάντο Μπαρόνε, εκδόσεις Printa]
Α’ δημοσίευση 20.3.2016
◉
[σε φρόνιμους και παραλυμένους·
04/08/2025 § Σχολιάστε
François Villon, Επιτάφιος
ΕΥΚΗ
Χάρισε αιώνια ανάπαψη και φως,
Κύριε, σ’αυτόνε το συφοριασμένο,
Που ούτε ένα ρούπι της γης, ούτε στρωμένο
Πλούσια τραπέζι απόχτησε ο φτωχός.
Από μαλλιά και γένεια ήταν σπανός,
Ωσάν αυγό σκληρό ξεφλουδισμένο.
Χάρισ’ του αιώνια ανάπαψη και φως.
Τον στείλαν στο μπουντρούμι στανικώς
Με μια κλωτσιά στον κώλο, συστημένο,
Κι ας φώναζε: «Εκκαλώ!», πετυχημένο
Δεν είναι και πολύ το κόλπο αυτό.
Χάρισ’ του αιώνια ανάπαψη και φως.
XIX. ΜΠΑΛΛΑΝΤΑ
ΤΟΥ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ
Σε κάθε ιερωμένο, ή καλόγρια,
Σε φρόνιμους και παραλυμένους.
σε ζητιάνους, τεμπέλικα κορμιά,
Σε ρουφιάνους, σε πόρνες που σφιγμένους
Μπούστους φορούν και φούστες, σε σβημένους
Κορτάκηδες από έρωτα καημό,
με φίνες στενές μπότες ποδεμένους,
Σ’ όλον τον κόσμο κράζω ευχαριστώ.
Σε κορίτσια που δείχνουν τα βυζιά
Για να’ χουν πιο πολλούς προσκαλεσμένους,
Σε χήρες και κοπέλες, για παντρειά,
Σε θεατρίνους και σε μασκαρεμένους
Παλιάτσους, σε ξενύχτες μεθυσμένους.
Σ’ αγύρτες που δετές απ’ το λαιμό
Σέρνουν μαϊμούδες, σε χρεοκοπημένους,
Σ’ όλον τον κόσμο κράζω ευχαριστώ.
Όξ’ από κείνα τα’ άτιμα σκυλιά,
Που μ’ έκαναν να φάω μουχλιασμένα
Ψωμιά και να πιω βρώμικα νερά
-Που τα’ άντερά μου είν απ’ αυτά αργασμένα-
Με πορδές θε να τά ‘χα φιλεμένα,
Τώρα όμως κάθουμε και δεν μπορώ.
Δυνατά, μη μαλώσω με κανένα,
Σ’ όλον τον κόσμο κράζω ευχαριστώ.
ΧΧ. ΑΛΛΗ ΜΠΑΛΛΑΝΤΑ
Εδώ η διαθήκη τέλειωσε και κλει
Του Φρανσουά Βιγιόν του φουκαρά.
Στην κηδεία του ελάτε, χριστιανοί,
Σαν χτυπήσει η καμπάνα θλιβερά.
Φορέστε άλικα ρούχα μοναχά:
Στου ερώτου τη φωτιά μαρτυρικό
Θάνατο ήβρε• τα’ ορκίστη στ’ αχαμνά,
Καθώς άφηνε γεια στον κόσμο αυτό.
Και τον πιστεύω, μα το ναι, γιατί
Απ’ όλες τις αγάπες του σκληρά
Διώχτηκε σαν ψωριάρικο σκυλί.
Σε τόπο που δεν βρέθηκε αγκαθιά
Ως με το Ρουσιγιόν, όπου γερά
Να μην κράτειε ξεσκλίδια απ’ το φτωχό
Βρακί του, τό ‘πε ο ίδιος στα σωστά,
Καθώς άφηνε γειά στον κόσμο αυτό.
Κι έτσι τά ‘φερε η μοίρα του η σκληρή,
Στο χαροπάλεμά του μοναχά
Μ’ ένα κουρέλι, ο δόλιος, να βρεθεί.
Κι ακόμα ο έρωτας να τον τυραννά
Μπήζοντάς του ολοένα πιο βαθιά
Το νκοπίδι του το φαρμακερό:
Γι’ αυτό κι εμείς θαμάξαμε έτσι δα,
Καθώς άφηνε γειά στον κόσμο αυτό.
Πρίγκιπα, πόχεις χάρη ευγενικιά,
Να τι ΄πεκαμε γι’ αποχαιρετισμό:
Ήπιε απ’ το μπρούσκο μια γερή ρουφιά,
Καθώς άφηνε γειά στον κόσμο αυτό.
[François Villon, Μπαλλάντες και άλλα ποιήματα -Επιμέλεια-Μετάφραση Σπύρος Σκιαδαρέσης, Εκδόσεις Γαβριηλίδη


