[Νεράιδες περδικόστηθες στητές και μαρμαροτραχήλες·

29/10/2025 § Σχολιάστε

Ἰωάννης Γρυπάρης (1870-1942)

Ὁ πραματευτής

ρθε ἀπ᾿ τὴ Πόλη νιὸς πραματευτὴς
μὲ διαλεχτὴ πραμάτεια,
μ᾿ ἀσημικὰ καὶ χρυσικὰ
καὶ μὲ γλυκὰ τὰ μαῦρα μάτια.

Κι οἱ νιὲς ποθοπλαντάζουν τοῦ χωριοῦ
στὶς πόρτες καὶ στὰ παρεθύρια,
κι οἱ παντρεμμένες ξενυχτᾶν
γιὰ τὰ σμιχτὰ γραφτά του φρύδια.

Τρίζωστη ζώνη ὁλόχρυση φορεῖ
σὲ δαχτυλίδι-μέση,
καὶ πιὰ ἡ ὡραία χήρα δὲ βαστᾷ:
– «Πραματευτή, πολὺ μ᾿ ἀρέσει
ἡ ζώνη ποὺ φορεῖς κι ὅ,τι νὰ πεῖς
σοῦ τάζω κι ἄλλα τόσα…»
– «Δὲ τὴν πουλῶ μ᾿ οὐδὲ φλουριὰ
μ᾿ οὐδ᾿ ὅσα κι ἄλλα τόσα γρόσα.
Ἔτσι ὡραία, -ὡραία πῶς νὰ σὲ πῶ,
ρόδο ἢ κρίνο;-
ἕνα μοῦ κόστισε φιλὶ
κι ὅπου βρῶ δύο τὴ δίνω…»
– «Σύρε ταχιὰ στὴν Ὥρια τὴ σπηλιά,
πραματευτὴ μὲ τὰ ὡραῖα μάτια,
καὶ ῾κεῖ σοῦ φέρνω τὴ τιμὴ
καὶ παίρνω τὴ πραμάτεια».

Τραβᾶ ταχιὰ στὴν Ὥρια τὴ σπηλιὰ
καὶ στοῦ μεσημεριοῦ τὴ ντάλα
φτάνει στὴν Ὥρια τὴ σπηλιὰ
σὲ μούλα χρυσοκάπουλη καβάλλα.
Δένει τὴ μούλα στὴ ξυνομηλιὰ
ποὺ σκιώνει μπρὸς στὸ σπήλιο,
στὰ μάτια του ποὺ τὸν πλανᾶν
βάζει συχνὰ τὸ χέρι ἀντήλιο
καὶ τρώει καὶ τρώει τὴ στράτα τοῦ χωριοῦ,
δὲ φαίνεται κι οὐδὲ γρικιέται
καὶ μπαίνει μέσα στὴ σπηλιὰ
κι ἀποκοιμιέται…

Μέσα στὴ στοιχειωμένη τὴ σπηλιὰ
ποὺ ἀποσταμένος γέρνει,
ὕπνος τὶς φέρνει, ὕπνος τὶς παίρνει:
Νεράιδες περδικόστηθες στητὲς
καὶ μαρμαροτραχῆλες,
ἀνίσκιωτα κορμιὰ ἀδειανά,
διανέματα κι ἀνατριχίλες,
στὶς κομπωτὲς πλεξοῦδες των φοροῦν
νεραϊδογνέματα καὶ πολυτρίχια
κι ἔχουνε κρίνους δάχτυλα
ῥοδόφυλλα γιὰ νύχια
καὶ χρυσομέταξα μαλλιὰ
κι ἐλιόμαυρες λαμπῆθρες
-τέτοιες μὲ μέλι σύγκαιρο μεστὲς
οἱ Ὑβλαῖες κερῆθρες.
Καὶ μία, ἡ Ἐξωτέρα, ἡ Παγανή,
παγάνα τοῦ θανάτου,
χτυπᾷ τὸν νιὸ πραματευτὴ
καὶ παίρνει τὰ συλλοϊκά του.

Τώρα στὴ χώρα ὁ νιὸς πραματευτὴς
κλαίει καὶ λέει πάλι κεῖνο:
– «Ἕνα μοῦ κόστισε φιλὶ
κι ὅπου βρῶ δύο τὴ δίνω,
τὴ ζώνη πὄπλεξε ἡ καλὴ -ὢ ἕνα φιλί,
ἡ ἀρρεβωνιαστικιά μου-
μὲ πλάνεσε μιὰ ξωτικιὰ στὴ ξενητειὰ
καὶ πῆρε τὰ συλλοϊκά μου!»

[περί των σήμερον Ελλήνων·

28/10/2025 § Σχολιάστε

Εμμανουήλ Ροΐδης (1836 – 1904)

Κατὰ τὰς ἡμέρας τῶν στηλιτικῶν ἤκουσα ξένον γηράσαντα πάρ᾿ ἡμῖν νὰ ἐκφράζῃ τὴν ἀκόλουθον γνώμην. «Ἕκαστος τόπος ἔχει τὴν πληγήν του, ἡ Ἀγγλία τὴν ὁμίχλην, ἡ Βλαχία τὴν ἀκρίδα, ἡ Αἴγυπτος τὰς ὀφθαλμὰς καὶ ἡ Ἑλλὰς τοὺς Ἕλληνας».

Διπλωμάτης γυναικοθήρας, πλήστης τυχῶν ἐν Ἀθήναις ἐκτιμήσεως, περετήρει μετὰ συγχωρητῆς εἰς ξένον ἀπορίας ὅτι κατὰ τοῦτο διαφέρει τῶν ἀλλαχοῦ γυναικῶν ἡ Ἑλληνίς, ὅτι πολὺ περισσότερον τοῦ ἐραστοῦ ἀγαπᾷ πάντοτε τὸν σύζυγον αὐτῆς.

Ἕκαστον ἔθνος ἔχει Ζῷόν τι, τὸ ὁποῖον θεωρεῖ ὡς ἀκάθαρτον. Οἱ Τοῦρκοι βδελύσσονται τοὺς κύονας, οἱ Ἰταλοὶ λέγουσιν «ὁ χοῖρος μὲ τὸ συμπάθειον», ἐν Ἑλλάδι δὲ ἤκουσα πολλάκος χωρικοὺς λέγοντας «ἡ γυναῖκα μου μὲ τὸ συμπάθειον».

*

[Πάρεργα / Ἐρανίσματα ἐξ ἀνεκδότου ἔργου «περὶ τῶν σήμερον Ἑλλήνων»

[και οι εραστές καπνίζουν σιωπηλοί πράσινα φύλλα·

26/10/2025 § Σχολιάστε

Paul Klee, aquarelle

Στίχοι: Μάνος Χατζιδάκις / Μουσική: Νότης Μαυρουδής

Ερωτικό ( Σαραμπάντα ), 1977

Κι αν γεννηθείς κάποια στιγμή,
μιαν άλλη που δε θα υπάρχω,
μη φοβηθείς
και θα με βρεις είτε σαν άστρο,
όταν μονάχος περπατάς στην παγωμένη νύχτα,
είτε στο βλέμμα ενός παιδιού που θα σε προσπεράσει,
είτε στη φλόγα ενός κεριού που θα κρατάς
διαβαίνοντας το σκοτεινό το δάσος.

Γιατί ψηλά στον ουρανό που κατοικούνε τ’ άστρα
μαζεύονται όλοι οι ποιητές
και οι εραστές καπνίζουν σιωπηλοί πράσινα φύλλα,
μασάν χρυσόσκονη, πηδάνε τα ποτάμια
και περιμένουν
να λιγωθούν οι αστερισμοί και να λιγοθυμήσουν,
να πέσουν μεσ’ στον ύπνο σου,
να γίνουν αναστεναγμός στην άκρη των χειλιών σου,
να σε ξυπνήσουν και να δεις απ’ το παραθυρό σου
το προσωπό μου φωτεινό
να σχηματίζει αστερισμό,
να σου χαμογελάει
και να σου ψιθυρίζει
καληνύχτα…

[θα είμαι εκεί να σας θυμίζω τις μέρες τις παλιές·

26/10/2025 § Σχολιάστε

Στίχοι-Μουσική: Διονύσης Σαββόπουλος (1944 – 21 Οκτ. 2025)

Οι παλιοί μας φίλοι, 1966

Μη, μην το πεις
οι παλιοί μας φίλοι
μην το πεις
για πάντα φύγαν.
Μη, το μαθα πια
τα παλιά βιβλία, τα παλιά τραγούδια
για πάντα φύγαν.

Πέρασαν οι μέρες που μας πλήγωσαν.
Γίνανε παιχνίδι στα χέρια των παιδιών.

Η ζωή αλλάζει δίχως να κοιτάζει
τη δική σου μελαγχολία
κι έρχεται η στιγμή για ν’ αποφασίσεις
με ποιους θα πας και ποιους θ’ αφήσεις.

Πέρασαν για πάντα
οι παλιές ιδέες, οι παλιές αγάπες
οι κραυγές.
Γίνανε παιχνίδι στα χέρια των παιδιών.

Όμορφη είναι αυτή η στιγμή, να το ξαναπώ
όμορφη να σας μιλήσω
βλέπω πυρκαγιές
πάνω από λιμάνια πάνω από σταθμούς
κι είμαι μαζί σας.

Όταν ο κόσμος μας θα καίγεται
όταν τα γεφύρια πίσω μας θα κόβονται
εγώ θα είμαι εκεί να σας θυμίζω
τις μέρες τις παλιές.

Where Am I?

You are currently browsing the των Ποιητών category at αγριμολογος.