[σπαρταρά σα ζωγραφιά σε σκοτεινό μουσείο·

09/12/2025 § Σχολιάστε

Paul Gauguin (1848-1903), Ca. 1885. (Photo by adoc-photos/Corbis via Getty Images)

Γκωγκέν

Ο ζωγράφος Γκωγκέν έχει πεθάνει εδώ και χρόνια
αυτός που για να ζωγραφίσει ένα παλαβό αμαρτωλό στήθος
έπρεπε πρώτα να κοινωνήσει μια κοινωνία φωτιάς
είχε ένα μικρό διάολο που του καθάριζε τα πινέλα
και μια ανήλικη χαβανέζα που του χρησίμευε για παλέτα
άνοιξε με κλωτσιά την πόρτα της Ιστορίας κι ανέβηκε
σ΄ένα βάθρο από φιάλες μορφίνης
αν και παλιότερα ήταν χρηματιστής
μα κείνο που θέλω να ρωτήσω είναι αν ο μποέμ αυτός
με τα πυρά μαλλιά γαβγίζει καμιά φορά
μέσα στα όμορφα τρυπς των οργισμένων ή
στη συνείδηση της εποχής μου σπαρταρά
σα ζωγραφιά σε σκοτεινό μουσείο.

✳︎

[Από Τα ποιήματα του Λευτέρη Πούλιου, Επιλογή 1969-1978, εκδόσεις Κέδρος, 1982

[Μικράν, μικράν, κατάπτυστον ψυχήν έχουν αι μάζαι·

28/11/2025 § Σχολιάστε

Κώστας Καρυωτάκης (1896-1928)

Εις Ανδρέαν Κάλβον

Ω μεγάλε Ζακύνθιε,
των ωδών σου τα μέτρα,
υψηλά, σοβαρά,
τους αγώνες εκάλυπτον
εκτεταμένους.

Της δουλείας τα βάρβαρα
σκοτάδια κατεξέσχισεν,
όταν εγράφη πύρινος,
η αστραπή των όπλων
(και η αρετή σου).

Ως ήλιος, αναβάν
τον Όλυμπον, εστάθη
πάνω εις γυμνά χωράφια,
εις ανθισμένα ερείπια,
γνώριμον κλέος.

Αλλά το θείον έναυσμα
η φωνή σου δεν είναι
τώρα πλέον. Μας έρχεται
μακρινός και παράταιρος
ήχος τυμπάνου.

Ολόκληρος αιών,
χείμαρρος, την Ελλάδα,
ταραγμένος, εσάρωσεν
από τα ιδανικά σου,
την οικουμένην.

Κράτει λοιπόν, ω γέροντα,
την επιτύμβιον πλάκα.
Το πεπαλαιωμένον σου
τραγούδι κράτει. Φύγε,
παραίτησόν μας.

Ή, αν προτιμάς, εξύμνησον
αντίς γεγυμνωμένων
ξιφών, όσα μαστίγια
προς θρίαμβον επισείονται
των καφενείων.

Ίππους δεν επιβαίνουσι,
αμή την εξουσίαν
και του λαού τον τράχηλον,
ιδού, μάχονται οι ήρωες
μέσα εις τα ντάνσιγκ.

Τις δάφνες του Σαγγάριου
η Ελευθερία φορέσασα,
γοργά από μίαν χείρα
σ’ άλλην περνά και σύρεται,
δούλη στρατώνος.

Καθώς, όταν την εύκολον
λείαν αποκομίσει,
φεύγει, διστάζει, κι έπειτα
σε μια γραμμήν ελίσσεται
πλήθος μυρμήγκων,

μεγάλα προπορεύονται
έντομα, μέγα φέροντα
βάρος, ακολουθούσι,
με φορτίο ελαφρότερο,
μικρότερα άλλα,

και δε βλέπουν στο πλάγι τους
το παιδάκι που στέκει
να γελά τον αγώνα των,
και δεν βλέπουν ότι ύψωσε
τώρα το πέλμα —

ούτω την χώρα νέμεται
η στρατιά της ήττης,
του λαού την απόφασιν,
άτεγκτον, φοβεράν,
περιφρονούσα.

Αλλά τί λέγω; Θρήνησε,
θρήνησε την πατρίδα,
νεκράν όπου σκυλεύουν
αλλοφρονούντα τέκνα της,
ω Ανδρέα Κάλβε.

Μικράν, μικράν, κατάπτυστον
ψυχήν έχουν αι μάζαι,
ιδιοτελή καρδίαν,
και παρειάν αναίσθητον
εις τους κολάφους.

[και άλλοτε μέσα στις καρδιές που χαράζουν στη φλούδα οι εραστές·

26/11/2025 § Σχολιάστε

Julius Bissier

ια

Οι νύχτες μεγαλώνουν ολοένα, σαν φυσική συκότιση εν νκαιρώ ειρήνης, και τα σχολικά απογεύματα διαρκούν όσο η εμφάνιση ενός φιλμ που αποτύπωσε ξαφνικά τον ιερέα της ενορίας να δραπετεύει από τους σκοτεινούς θαλάμους των εσπερινών και τις κατακόμβες των μαρτύρων ―όπως ορίζει το εορτολόγιο. Τα τελευταία δέντρα του φθινόπωρου φυλλοβολούν, ενώ εντείνονται οι ψυχροί άνεμοι. Μεταφέρουμε τα ξύλα του χειμώνα στο σπίτι. Οι πλούσιες υδατοπτώσεις προκαλούν την αναμόχλευση των χειμάρρων με τις γλυπτές πέτρες της μεγάλης ροής και την παρόχθια βλάστηση. Διατηρούμε τη σωστή θερμοκρασία στα κτίρια που διαθέτουν αρχιτεκτονικά φυτά εσωτερικών χώρων, καθώς και στα θερμοκήπια. Ο συμβολιστής Τοξότης των επάλξεων επισκοπεί χωρίς έλεος επί δικαιους και αδίκους, κραδαίνοντας το τόξο γονατιστός στην πασίγνωστη εκείνη στάση της πολεμικής ποροσευχής του. Σε κάθε τέντωμα της χορδής τα βέλη που πάλλονται με ακρίβεια στους ομόκεντρους κύκλους των σκοπευτηρίων και άλλοτε μέσα στις καρδιές που χαράζουν στη φλούδα οι εραστές και οι δενδροκόμοι ―εκπέμποντας χιλιοκύκλους κραδασμών στην ατμόσφαιρα.

✳︎

[Νάσος Θεοφίλου, Ιστορίες του Καζαμία, απ’το κεφάλαιο Δωδεκάδελτος. Εκδόσεις Εστία, 1980

[και το νιώθω ότι δεν το νιώθεις·

23/11/2025 § Σχολιάστε

Jules Bissier, Egg oil tempera on linen

Επιστολή έκτη

Mε το αργό άνοιγμα της πρωινής κουρτίνας, το πρώτο τέντωμα κι ένα μικρό χασμουρητό, μαζεύτηκε τεμπέλικα ένα παιχνιδιάρικο γούνινο φως στις άκρες των ποδιών της, τρίφτηκε όλο μπαχάρια και μυρωδικά, ύστερα έτρεξε στη μέσα επιφάνεια των μηρών και στην κοιλιά, ένιωθα να ξυπνάει μέσα στο στήθος της ένα μεγάλο αγαθό ζώο, διψασμένο για τις ζεστές δεξαμενές του γάλακτος: η μικρή μας κόρη, το πρωί στην εξοχή. Έξω απ’ το παράθυρο το χώμα, λιμνούλες λάσπης, οι πυράκανθοι, ένα γυαλιστερό πνευστό που δεν έβλεπα και δεν άκουγα αλλά το ήξερα, άρχιζε ένα ταξίδι βαθιά μέσα στη μέρα.

Νιώθω ότι μου λείπεις
…………………………και το νιώθω ότι δεν το νιώθεις.

Π.

✳︎

Γιάννης Ζέρβας, Τζούλια 2, εκδόσεις Άγρα

Where Am I?

You are currently browsing the των Ποιητών category at αγριμολογος.