[Baudelaire, encore ·

02/04/2020 § Σχολιάστε

Charles Baudelaire: «Ειλικρινά θεωρώ ότι η καλύτερη κριτική είναι εκείνη που είναι διασκεδαστική και ποιητική· κι όχι εκείνη η ψυχρή και μαθηματική, Η οποία, με το πρόσχημα ότι επιδιώκει να εξηγήσει τα πάντα, δεν περιέχει ούτε μισός ούτε αγάπη, και οικειοθελώς στερείται κάθε πάθους· όμως, επειδή ένας όμορφος πίνακας είναι στην ουσία μια φύση επινοημένη από τον καλλιτέχνη, εγώ λοιπόν προτιμώ μια κριτική που να είναι και η ίδια εικόνα του πίνακα που επινοήθηκε από κάποιο ιδιοφυές και ευαίσθητο πνεύμα. Με την έννοια αυτή, η καλύτερη παρουσίαση ενός πίνακα θα μπορούσε να είναι ένα σονέτο η μια ελεγεία.»

*

[Danilo Kiš, Homo Poeticus, μτφρ. Ισμήνη Ραντούλοβιτς, εκδόσεις Scripta

[Ο γιος της καλογριάς ·

25/03/2020 § Σχολιάστε

Γεώργιος Καραϊσκάκης ή Καραΐσκος
(Σκουληκαριά Άρτας ή Μαυρομμάτι Καρδίτσας, 23 Ιανουαρίου 1782 – Φάληρο, 23 Απριλίου 1827)

Karl Krazeisen, 1828, Γεώργιος Καραϊσκάκης

Σαν τα παραμύθια αρχίζει τούτη η ιστορία. Στο κεφαλοχώρι του Ροδοβιτσιού της Άρτας, Σκουληκαριά, ζούσε πριν από εκατόν ογδόντα πάνω- κάτω χρόνια μια θεληματικιά κοπέλα, η ζωή Ντιμισκή, αδελφή του κλέφτη Κώστα Ντιμισκή και ξαδέλφη του καπετάν Γώγου Μπακόλα. Παντρεύτηκε ένα ξενοτοπίτη, τον Γιαννάκη από το Μαυρομάτι Καρδίτσας. Την πήρε νύφη, με τα λαγούτα και τις πίπιζες , και την πήγε στο δικό του χωριό. Μα τούτο το στεφάνωμα στάθηκε άτυχο. Έπειτα από λίγο πέθανε ο άντρας της και την άφησε χήρα, νέα και άτεκνη.

Θες τα λόγια του κόσμου, θες η φτώχεια, θες η συνήθεια, την έκαναν να καλογερέψει και να μπει καντηλανάφτισσα στο μοναστήρι του Αη-Γιώργη, που γνώριμος ή συγγενής της ήταν ο γέρος ηγούμενος.

Κάτω όμως από το ράσο έβραζε το αίμα της. Η ζωή της γύρευε τα δικαιώματά της που μάταια προσπάθαγε να πνίξει.

Εκεί γύρω στα 1780, κονάκιασε, ως φαίνεται στο μοναστήρι, ο φοβερός Δημήτρης Καραϊσκος, αρματωλός του Βάλτου. Λιμπίστικε την ομορφιά της νιας καλογριάς, την έμπλεξε στα δίχτυα του και πλάγιασε μαζί της. Ευλογημένη ώρα! Η Ελλάδα της χρωστάει έναν από τους πιο λαμπρούς ήρωες του εικοσιένα.

Οι μήνες περνούσαν και το γκάστρι πια δεν κρυβόταν. Να γεννήσει στο μοναστήρι ήταν σκάνδαλο και αμαρτία Την πήγανε σε μια σπηλιά, που τώρα τηνε δείχνουν με περηφάνια οι Μαυρωματιώτες, και σ΄ αυτή, όπως τα’ αρκούδια έφερε στον κόσμο το παιδί της. Τα’ αφαλόκοψε μοναχή της, συγυρίστηκε η ίδια και το φάσκιωσε με κάτι παλιοκούρελα που μπόρεσε να οικονομήσει! Άνοιξε τον κόρφο της κι έφερε τα χείλια του μωρού στη ρόγα του βυζιού της. Του χαμογέλασε. Ήτανε Μάης κι ολούθε γύρω στη σπηλιά ανθοβολούσε ο βράχος.

Μα γρήγορα συννέφιασε το πρόσωπό της, όταν λογάριασε το τιθ’ απογίνουν εκείνο κι αυτή. Η πόρτα του μοναστηριού βρισκόταν πια κλειστή για την αμαρτωλή και το μπάσταρδο. Να πάει στους συγγενείς του αντρός της ; Αμ ποιος θα τη δεχόταν, αφού απίστησε στη μνήμη του μακαρίτη; Να γυρίσει πίσω στο χωριό της; Δε θα συναντούσε άλλο τίποτα εξόν από την καταφρόνια των δικών της. Δεν της απόμενε παρά να τα βγάλει πέρα μοναχή της.

Αφού κάθισε η λεχώνα λίγο καιρό στη σπηλιά, όπου της έφερνε τροφή οι γέρος ηγούμενος, παράδωσε το παιδί στη γυναίκα κάποιου Σαρακατσάνη τσέλιγκα, Πουλιάνα τηνε λέγανε, να το βυζάξει κι αυτή πήρε των αμαρτιών της κι έφυγε. Ντυμένη πάντα τα καλογερίστικα, γύριζε από χωριό σε χωριό πουλώντας κεριά, μοσχολίβανο, σταυρούς και θαυματουργό από τα καντήλια της εκκλησίας λάδι, μοναδικό για τον πονόματο.

Ο τόπος όμως μικρός και σιγά- σιγά το μυστικό της γίνηκε βούκινο. Και καθώς ήτανε ναι κι όμορφη, άκουγε λόγια φαρμακωμένα. Μα η Ζωή δεν το ‘βαζε κάτω’ αποκρινόταν στα πρώτα με μια πιο βαριά ακόμα βρισιά και στ΄ άλλα μ΄ έναν πιο τσουχτερό λόγο. Απ’ αυτήνανε λένε πως πήρε ο ΚαραΪσκάκης την άτσαλη γλώσσα που είχε ως το τέλος της ζωής του.

Κι όταν τ΄ ανίδεο παιδί άρχισε να μπουσουλάει κι ύστερα να τραυλίζει, ρώταγαν τους Σαρακατσαναίους τσελιγκάδες που το είχαν;

– Ποιανού είναι τούτο το μούλικο;

Κι έπαιρναν την απόκριση:

Ο γιος της καλογριάς.

Αυτό στάθηκε το πρώτο όνομά του. Και Δε λησμονήθηκε ποτέ. Τον ακολούθησε ίσαμε το θάνατο. Κι έπειτα πέρασε στην ιστορία.

*
[Δημήτρης Φωτιάδης, Καραϊσκάκης, εκδόσεις Δωρικός

[δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από ·

24/03/2020 § Σχολιάστε

W. H. Auden (1907 – 1973)

«Δεν προσπαθώ να υπερασπιστώ την αιρετική αισθητική άποψη σύμφωνα με την οποία κανένα θέμα δεν είναι σπουδαιότερο από το άλλο, ή ότι το ποίημα δεν έχει θέμα, ή ότι δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα σε ένα σπουδαίο και σε ένα καλό ποίημα, άποψη που κατά τη γνώμη μου αντίκειται στο κοινό ανθρώπινο αίσθημα και στη λογική· μπορώ, όμως, να κατανοήσω γιατί υπάρχει. Δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από ένα κακό ποίημα που είχε την πρόθεση να είναι σπουδαίο.»

[Γ. Χ. Ώντεν, Ο ποιητής και η πολιτεία, Πανεπ. Εκδόσεις Κρήτης, μτφρ. Ελένη Πιπίνη.

[κατσαρίδα ανάσκελα ·

18/03/2020 § Σχολιάστε

❇︎

[…]Αληθώς ειπείν, η ιστορία μου είναι η ιστορία μιας κατσαρίδας που έπεσε ανάσκελα στο μπάνιο. Εκεί σκέφτηκε ότι υπάρχουν κι άλλοι χώροι εκτός από το μπάνιο κι άρχισε να προσπαθεί να μεταχειριστεί τα πόδια της. Η προσπάθειά της ήταν τόσο επίμονη που μαζεύτηκε κόσμος πολύ για να δει αν θα τα καταφέρει. Κατάφερα να χρησιμοποιήσω ξανά τα πόδια μου, αλλά συχνά είχα την εντύπωση πως τα πουλιά κλαίνε γιατί ζούνε κι ο ήλιος φωτιά, που Κύριος οίδε ποια μεγάλη δύναμη του απαγορεύει να μας κάψει, σκεπτόμενος συχνά ότι αν σταθώ στα πόδια μου, ήτοι αν ισορροπήσω, αυτό θα σήμαινε πως βρέθηκε ο ιός μιας αρρώστιας.

*

[Γιάννης Τσαρούχης, Η ιστορία μιας κατσαρίδας, περ. «λέξη», Ιανουάριος 1986

❇︎

Where Am I?

You are currently browsing the των Ποιητών category at αγριμολογος.