[Kι’ όλο να λες, να λες, στα θάμβη της νυκτός ·
10/05/2020 § Σχολιάστε
Γιάννης Σκαρίμπας 1893-1984

❀
Φαντασία
Nάναι σα να μας σπρώχνει ένας αέρας μαζί
προς έναν δρόμο φειδωτό που σβει στα χάη,
και σένα του καπέλλου σου βαμμένη φανταιζί
κάποια κορδέλλα του, τρελλά να χαιρετάει.
Kαι νάν’ σαν κάτι να μου λες, κάτι ωραίο κοντά
γι’ άστρα τη ζώνη που πηδάν των νύχτιων φόντων,
κι’ αυτός ο άνεμος τρελλά, –τρελλά να μας σκουντά
όλο προς τη γραμμή των οριζόντων.
Kι’ όλο να λες, να λες, στα θάμβη της νυκτός
για ένα –με γυάλινα πανιά– πλοίο που πάει
όλο βαθειά, όλο βαθειά, όσο που πέφτει εκτός :
όξ’ απ’ τον κύκλο των νερών –στα χάη.
Kι’ όλο να πνέει, να μας ωθεί αυτός ο αέρας μαζί
πέρ’ από τόπους και καιρούς έως ότου –φως μου–
–καθώς τρελλά θα χαιρετάει κείν’ η κορδέλλα η φανταιζί,–
βγούμε απ’ την τρικυμία αυτού του κόσμου…
*
[από το Ουλαλούμ,1936
❀
[αδογμάτιστα Φίλωνος ·
05/05/2020 § Σχολιάστε

Φίλων ο Αλεξανδρεύς ή Φίλων (ο) Ιουδαίος (Philo Judaeus, 20 π.Χ. – 45 μ.Χ.)
«[…]Όπως, όμως, οι γιατροί συνηθίζουν να θεραπεύουν τα πολύπλοκα νοσήματα με πολυπλοκότερες θεραπείες, έτσι είναι ανάγκη και για όσα προβλήματα θεωρούνται παράδοξα να προσκομίζουμε και να επιθέτουμε, λόγω του ανοίκειου χαρακτήρα τους, αλλεπάλληλες αποδείξεις. Γιατί είναι και ορισμένοι που μόλις και καταλαβαίνουν, ακόμη κι αν χτυπηθούν από μια ακολουθία αποδείξεων. Επομένως, εύστοχα λέγεται ότι εκείνος που ενεργεί πάντα φρόνιμα, ενεργεί πάντα καλά, ενεργεί πάντα ορθά, εκείνος που ενεργεί πάντα ορθά, ενεργεί αλάνθαστα, άμεμπτα, ανεπίληπτα, αθώα, άβλαβα, και άρα θα έχει τη δύναμη να κάνεις τα πάντα και να ζήσει όπως επιθυμεί. Και όποιος μπορεί να το κάνει αυτό, θα είναι ελεύθερος.[…]»
*
[Φίλων ο Αλεξανδρεύς, Ελληνισμός και Ιουδαϊσμός. Εσσαίοι και θεραπευτές, μτφρ. Σταύρος Γκιργκενης, εκδόσεις Ζήτρος.
[Τότε που το φως δεν επιτρέπει να διατηρηθούν οι αποχρώσεις·
05/05/2020 § Σχολιάστε

photo ©stratos fountoulis
Δημήτρης Νόλλας: «Ο άνθρωπος που κάθεται πλάι μου»
O άνθρωπος που κάθεται πλάι μου λέει, «οι σωστές αποφάσεις παίρνονται το καλοκαίρι», καθώς τα βαγόνια του συρμού χτυπιούνται το ένα πάνω στ’ άλλο από τα κοφτά σύντομα φρεναρίσματα. Ο άνθρωπος που κάθεται πλάι μου παρακολουθεί με συμπάθεια όλες αυτές τις κινήσεις που κάνω εδώ και ώρα για να απαλλαγώ από το έντυπο που διαβάζω και λέει, «δεν χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια για να καταλάβεις αν αξίζει τον κόπο να διαβάσεις κάτι. Από τις πρώτες γραμμές κιόλας, καμιά φορά κι από τον τίτλο μπορείς να δεις το σημάδι…Όπως με τις φωτογραφίες στα σινεμά. Απ’ τις φωτογραφίες στις βιτρίνες των σινεμά μπορούσες να καταλάβεις αν το έργο αξίζει τον κόπο. Παλιά ήταν περισσότερες, τώρα το μεγαλύτερο χώρο καταλαμβάνουν τα χοντρά γράμματα των ονομάτων», λέει ο άνθρωπος που κάθεται πλάι μου, ενώ ο επιβάτης που βρίσκεται απέναντί μας ρίχνει το κεφάλι βαριά ανάμεσα στα χέρια του, που απελπισμένα το αρπάζουν απ’ τα μαλλιά πριν πέσει παρακάτω. «Κάτι που φωτίζει, όσο βαθιά κρυμμένο κι αν είναι βρίσκει πάντα τον τρόπο να λάμψει. Δεν χρειάζεται να φτάσεις στην τελευταία σελίδα για να διαπιστώσεις. Αν πρέπει να κατέβεις μέχρι τον πάτο πιστεύοντας πως ακόμη δεν σου φανερώθηκε θα πει πως δεν ήταν ποτέ εκεί. Δεν υπήρξε».
Ο άνθρωπος που κάθεται πλάι μου ηθικολογεί κι έτσι αρχίζει η πλήξη. Δεν τον νοιάζει, δεν μιλάει σε μένα ούτε σε κανέναν άλλο, πότε – πότε σταματάει και νομίζεις πως περιμένει μιαν απάντηση, ένα σχόλιο απ’ αυτούς που στριμωγμένοι αγωνιούν να φτάσουν στον προορισμό τους. Οι παύσεις του διευκολύνουν την άλλη φωνή που μόνον αυτός ακούει και εν τέλει μαζί συνδιαλέγεται. «Ένα εικοσάχρονο παιδί πέφτει από το τρανό. Δεν έχει σημασία αν κάποιος το ‘σπρωξε ή αν ο ίδιος φαντάστηκε πως μπορούσε να πετάξει. Ένα παιδί που πέφτει απ’ το τραίνο είναι σαν ένας μαύρος πλαστικός σάκος που πετιέται στον μύλο του απορριμματοφόρου. Η χώρα ξεφορτώνεται τα παιδιά της».
Ο υπόγειος μειώνει την ταχύτητά του καθώς εισβάλλει στην πλατεία των Καιρών. «Και μην ξεχνάς». λέει ο άνθρωπος που κάθεται πλάι μου, «οι καλύτερες αποφάσεις παίρνονται το καλοκαίρι, κατά προτίμηση το μεσοκαλόκαιρο. Τότε που το φως δεν επιτρέπει να διατηρηθούν οι αποχρώσεις, ξέρεις τότε μπορούν να κατακαούν τα πάντα».
Ο άνθρωπος που κάθεται πλάι μου δεν θέλει να μιλήσει άλλο κι ούτε είναι βέβαιο, απ’ τον τρόπο που σηκώνεται και κατευθύνεται προς την έξοδο, πως εδώ πρέπει να κατέβει. Όταν ξεκίνησε ο συρμός με κείνα τα δισταχτικά τραντάγματα, το βαγόνι είχε αδειάσει.
*
copyright©Δημήτρης Νόλλας
[….από την στήλη «Παρά Τέταρτο» στο περιοδικό «Τέταρτο» τεύχος 39-40, Ιούλιος-Αύγουστος 1988.
[Θρυλικόν Ανάκλιντρον ·
02/05/2020 § Σχολιάστε
Ανδρέας Εμπειρίκος (1901-1975)

❀
Ο ειρμός του ποταμού διεκόπη. H συνοχή όμως του τοπείου είταν τόση που και ο ποταμός κυλούσε. Mέσα από τα φύλλα των αγρών προς το γεφύρι που χτυπούσε ο ήλιος τα σπαρτά τα λευκά στήθη τα λουλούδια μέσα στα διάφανα πουκάμισα που ακκουμπούσαν στα χαράματα τα κορίτσια σκύβαν γυμνά ή σχεδόν γυμνά να συνθλίψουν και να χαϊδέψουν γενικά τα σώματά τους και τα σώματα των ανθών. O περιφερειακός δρόμος του έγινε δρόμος ολοκλήρου πόλεως και το ποτάμι που την χωρίζει σε έξη μέρη αγκαλιάζει την ώρα που συνελήφθη το τοπείο στα δάχτυλα του πεπρωμένου.
*
[από την Yψικάμινο, Άγρα 1980