[Jacqueline de Romilly: Όταν ο λόγος δεν είναι επαρκής, δεν απομένει παρά η άξεστη, βλακώδης, τυφλή βία…

22/05/2019 § Σχολιάστε

«Δεν είμαι πολύ αισιόδοξη για τις αγαπημένες μου αρχαίες γλώσσες, ούτε άλλωστε για τα γαλλικά, ούτε για τις ανθρωπιστικές σπουδές εν γένει και, ακόμη λιγότερο, για το μέλλον του πολιτισμού μας. Αν δεν υπάρξει κάποιο σκίρτημα, οδεύουμε προς μια καταστροφή και μπαίνουμε σε μια εποχή βαρβαρότητας. Υπάρχει μια αδιαφορία, ακόμη και περιφρόνηση για τον Λόγο και τον Διαφωτισμό.

Δεν είμαι ιστορικός και τα γεγονότα με ενδιαφέρουν λιγότερο από τα κείμενα. Αυτό που με συνεπαίρνει στα ελληνικά κείμενα είναι η συνάντηση με τη γέννηση της ορθολογικής σκέψης, του στοχασμού, είναι το φως που εισβάλλει για πρώτη φορά σ΄ έναν ακόμη μπερδεμένο και σκοτεινό κόσμο. Η πολιτική ηθική και η φιλοσοφία των Ελλήνων δεν έχουν γεράσει καθόλου, οι ανησυχίες τους είναι εξαιρετικά σύγχρονες! Το να μάθεις να σκέφτεσαι, να είσαι ακριβής, να ζυγίζεις τις λέξεις σου, να ακούς τον άλλον, σημαίνει να είσαι ικανός να διαλέγεσαι και είναι το μόνο μέσο για να αναχαιτισθεί η τρομακτική βία που αυξάνεται γύρω μας. Ο λόγος είναι η έπαλξη κατά της κτηνωδίας. Όταν δεν ξέρουμε, όταν δεν μπορούμε να εκφραστούμε, όταν ο λόγος δεν είναι επαρκής, όταν δεν είναι αρκετά επεξεργασμένος επειδή η σκέψη είναι ασαφής και μπερδεμένη, δεν απομένουν παρά οι γροθιές, τα χτυπήματα, η άξεστη, βλακώδης, τυφλή βία…

Ο κίνδυνος για τη δημοκρατία, ο μοναδικός, ο πραγματικός κίνδυνος, είναι η δημαγωγία. Ας μην υποκύψουμε σ΄ αυτόν. Τίποτε δεν άλλαξε από την εποχή του Αλκιβιάδη. Οι αλλαγές είναι περιθωριακές, ανεκδοτολογικές. Η μόνη σημαντική αλλαγή είναι ότι η “μη κουλτούρα” έχει κερδίσει έδαφος… Θα σας εμπιστευθώ την ερώτηση που μου έθεσε μια φορά ένας πρωτοετής της Εκόλ Νορμάλ: “Κυρία, οι νεκρές γλώσσες ήταν ήδη νεκρές όταν ήσασταν νέα;”. Καλό, δεν είναι;

Το πάθος είναι αυτό που με κρατάει στη ζωή, το πάθος γι΄ αυτό που κάνω, για τη δουλειά μου, για τις έρευνές μου, και μετά η αγάπη, η αγάπη για τον αγαπημένο μου Θουκυδίδη. Σε μερικές εβδομάδες θα γίνω 94 χρόνων. Τα γηρατειά είναι μια τρομερή μάχη την οποία είναι σίγουρο ότι θα χάσεις. Όλα εκφυλίζονται… Μπορεί να έχεις κερδίσει σε φρονιμάδα, σε ανωτερότητα απόψεων, σε ηθικό σθένος, σε στωικότητα (πρέπει να παρηγορείται κανείς από τις θετικές πλευρές), αλλά χάνεις την όρασή σου, την ακοή σου, την ελευθερία των κινήσεών σου. Δεν υπάρχει κάτι για το οποίο να χαρείς. Το μόνο για το οποίο χαίρομαι είναι ότι έχω διατηρήσει το χιούμορ μου, την ικανότητα να γελάω».

[Αποσπάσματα συνέντευξης που έδωσε η μεγάλη ελληνίστρια Ζακλίν ντε Ρομιγύ στο περιοδικό «Le Point» με την ευκαιρία της βράβευσής της, στα 93 της, από τη Γαλλική Δημοκρατία με τον Μεγαλόσταυρο της Λεγεώνας της Τιμής -από: tanea.gr]

[σ’ ένα σκυλί δεν βλέπουν μια ψυχή αλλά ένα αναλώσιμο αξεσουάρ·

18/05/2019 § Σχολιάστε

Τα αξιόλογα του Τύπου

Βόλτα με έναν σκύλο
O ©Γρηγόρης Μπέκος στο in.gr

Ο Μαύρος γάτος του Εντγκαρ Αλαν Πόου, η ανάγνωσή του, θα μπορούσε να μειώσει αισθητά τον αριθμό των μοδάτων φιλόζωων, αυτών που σ’ ένα σκυλί δεν βλέπουν μια ψυχή αλλά ένα αναλώσιμο αξεσουάρ.

Δεν μπορεί, θα το έχετε διαπιστώσει κι εσείς. Και δεν είναι μια λανθασμένη προσωπική εντύπωση, είναι γεγονός: πληθαίνουν στις ελληνικές πόλεις όσοι έχουν αποκτήσει σκυλιά και τα βγάζουν βόλτες και, ασφαλώς, καλά κάνουν.

Ερχεται όμως η ώρα που, μολονότι στατιστικά στοιχεία δεν έχει κανείς, θέτει το αφελές ερώτημα: Γιατί εντείνεται και πώς εξηγείται το φαινόμενο αυτό σήμερα στην Ελλάδα;

Πάντοτε στέκω απορημένος όταν εμφανίζεται μπροστά μου η ακόλουθη εικόνα: αργά το βράδυ, ένας δύσθυμος άνθρωπος από τους πολλούς, από τους πάρα πολλούς εσχάτως, κρατά το λουρί και προσπαθεί βαριεστημένα να συμβαδίσει με το σκυλί του που συνήθως προπορεύεται. Στέκω λοιπόν απορημένος επειδή ακαριαία αρχίζω να σκέφτομαι τη συγκεκριμένη εικόνα με ποσοστά, δηλαδή: σε ό,τι ακριβώς παρατηρώ, αναρωτιέμαι, πόσο τοις εκατό είναι η αυθεντική φιλοζωία, πόσο η απεγνωσμένη μοναξιά και, τέλος πάντων, πόσο η επιπόλαιη μόδα;

Πρόσφατα έτυχε να ξαναδιαβάσω το ανατριχιαστικό διήγημα Ο μαύρος γάτος του Εντγκαρ Αλαν Πόου, μια αριστοτεχνική γοτθική ιστορία τρόμου, στοιχειωμένη από τη διαστροφή και την ενοχή.

Εκεί ο φιλόζωος ήρωας και αφηγητής, εντελώς διαταραγμένος πλέον, εκτός από τα κακότυχα τετράποδα, καθαρίζει κάποια στιγμή, με εξαιρετικά βίαιο τρόπο, και τη σύζυγό του. «Η ανιδιοτελής αγάπη ενός ζώου, που μπορεί να θυσιαστεί γι’ αυτόν που αγαπάει, έχει κάτι που αγγίζει την καρδιά όσων είχαν την ευκαιρία να δοκιμάσουν την ποταπή φιλία και την αραχνοΰφαντη αφοσίωση του ανθρώπου» γράφει κάπου ο διορατικός Αμερικανός, με αφορμή ωστόσο ένα «πιστό και έξυπνο» σκυλί, γνωρίζοντας καλά ότι η ανιδιοτέλεια είναι ποιότητα σπάνια μεταξύ των ανθρώπων, ακόμα κι όταν στρέφεται προς τα ζώα.

Πάντως ο Μαύρος γάτος του Εντγκαρ Αλαν Πόου, η ανάγνωσή του, θα μπορούσε να μειώσει αισθητά τον αριθμό των μοδάτων φιλόζωων, αυτών που σ’ ένα σκυλί δεν βλέπουν μια ψυχή αλλά ένα αναλώσιμο αξεσουάρ.

[ο κουτσαβάκης ·

13/05/2019 § Σχολιάστε

Ηλίας Πετρόπουλος, Ένα πορτρέτο του κουτσαβάκη

Ο κουτσαβάκης περπάταγε μονόπαντα και λικνιστικά, με ανασηκωμένο τον αριστερό ώμο, κουνώντας μόνο το δεξί χέρι. Βλέμα βαρύ και απροσδιορίστως απειλητικό...”

Ένα αυθαιρέτως τυποποιημένο πορτρέτο του κουτσαβάκη του 1890 θα μας έδινε τα παρακάτω στοιχεία:

Παρουσιαστικό. Ο κούτσαβος ήταν ψηλός και λεπτός. Στομάχι ποτέ. Μαλλιά αλειμένα με λίπα για να γιαλίζουν. Απαραιτήτως χωρίστρα κι ένα τζουλούφι στο μέτωπο, που έπεφτε μπρος στα μάτια. Ο ρεμπέτης για να ιδεί τον συνομιλητή του τράβαγε το τζουλούφη, κάνοντας μια χαρακτηριστική χειρονομία. Μουστάκια στριφτά, στημένα όρθια, χάρη στην μαντέκα. Ο κουτσαβάκης περπάταγε μονόπαντα και λικνιστικά, με ανασηκωμένο τον αριστερό ώμο, κουνώντας μόνο το δεξί χέρι. Βλέμα βαρύ και απροσδιορίστως απειλητικό. Φωνή βραχνή από το πολύ χασίσι. Σ’ όλο το κορμί αφανή τατουάζ. Ένα μικρό τατουάζ πάνω στη ράχη της παλάμης.

Ενδυμασία. Ρεπούμπλικα μαύρη με κορδέλα μαύρη (τη διαβόητη χλίψη), για να πενθούν τους σκοτωμένους φίλους, ή τους εχθρούς που οι ίδιοι θα δολοφονούσαν μελλοντικώς. Σακάκι μαύρο με φιλντισένια κουμπιά. Το φοράγανε περασμένο μόνο στο αριστερό μανίκι, όπως οι ουσάροι. Όταν, όμως, φοράγανε κανονικά το σακάκι δεν το εκούμπωναν ποτέ. Πανταλόνι ριγωτό ή με μεγάλα φανταχτερά καρό, που ήτανε φουσκωτό και που κάτω-κάτω στένεβε πολύ. Το πανταλόνι ήταν τόσο στενό στα ρεβέρια, ώστε οι ρεμπέτες λέγανε πως για να το βάλουν χρησιμοποιούσαν κόκαλο και για να το βγάλουν έπρεπε να αλείψουν τις πατούσες τους με σαπουνάδα. Τα ρεβέρια ήσανε, συνήθως, γυρισμένα για να φαίνεται το κόκκινο βελούδο που είχαν ράψει μέσα μεριά, όπως ακριβώς έκαναν οι καπανταήδες της Ισταμπούλ. Οι ρεμπέτες αγαπούσαν τα κίτρινα πουκάμισα και τις κόκκινες γραβάτες, τις λεγόμενες χασάπικες. Στις αρχές το ΧΧου αιώνα καταργήσανε και τις γραβάτες και τα κολάρα, σαν περιττά στοιχεία της μπουρζουάδικης ενδυμασίας. Ήδη στην Σμύρνη του 1900, κάποτε-κάποτε, οι μόρτηδες έβγαζαν την γραβάτα και την έκρυβαν κάτω από το σακάκι στον δεξή ώμο, για να μην τους κακοχαρακτηρίσουν τα φιλαράκια σαν λιμοκοντόρους. Η μέση του ρεμπέτη σφιγμένη με ζωνάρι, που, συχνά, ήταν μισοκαλυμένο από το γελέκι. Το ζωνάρι το τυλίγανε με τέχνη γύρο στη μέση και το είχανε για τσέπη και για οπλοστάσιο. Η μια άκρη του ζωναριού έπρεπε να κρέμεται. Υποτίθεται πως όποιος πάταγε το απλωμένο ζωνάρι ενός μόρτη το έκανε για να τον προκαλέσει. Οι κουτσαβάκηδες αγαπούσαν τα ψηλοτάκουνα μποτίνια. Σύμφωνα με την αισθητική τους το παπούτσι ήτο ωραλιο όταν κάτω από την καμάρα χώραγε να περάσει ένα ποντίκι. Το ντεκόρ του ρεμπέτη συμπληρωνόταν από το μελιτζανί μαντίλι, που ήταν χωμένο στις πτυχές του ζωναριού, ή που κρεμόταν από το τσεπάκι του σακακιού. Όταν έκανε μεγάλες ζέστες οι ρεμπέτες περνάγανε ένα μαντίλι κρεμ ανάμεσα κολάρο και σβέρκο, κάπως σαν τους απάχηδες της Βαστίλης. Το ζωνάρι αποτελούσε ανατολίτικο ενδυματολογικό στοιχείο. Με το πέρασμα του χρόνου το κουστούμι του ρεμπέτη άρχισε να απλοποιείται.

*
[Πρώτη δημοσίευση περιοδικό “ιχνευτής” τ. 51, Ιανουάριος 1990 υπό τον τίτλο “Ηλίας Πετρόπουλος, Ρεμπετολογία” – Η ορθογραφία είναι του πρωτότυπου.

*

στάχτες

[In Her splendor islanded ·

12/05/2019 § Σχολιάστε

Octavio Paz 1914-1998

In Her splendor islanded
This woman burning like a charm of jewels
An army terrifying and asleep
This woman lying within the night
Like clear water lying on closed eyes
In a tree’s shadow
A waterfall halted halfway in its flight
A rapid narrow river suddenly frozen
At the foot of a great and seamless rock
At the foot of a mountain
She is lake-water in April as she lies
In her depths binding poplar and eucalyptus
Fishes or stars burning between her thighs
Shadow of birds scarcely hiding her sex
Her breasts two still villages under a peaceful sky
This woman lying here like a white stone
Like water in the moon in a dead crater
Not a sound in the night not moss nor sand
Only the slow budding of my words
At the ear of water at the ear of flesh
Unhurried running
And clear memorial
Here is the moment burning and returned
Drowning itself in itself and never consumed

*

[Translated by ©Muriel Rukeyser

Where Am I?

You are currently browsing the των Ποιητών category at αγριμολογος.