[The Sheep In The Ruins·
15/04/2019 § Σχολιάστε
Archibald MacLeish (U.S.-1892-1982)

for Learned and Augustus Hand
You, my friends, and you strangers, all of you,
Stand with me a little by the walls
Or where the walls once were.
The bridge was here, the city further:
Now there is neither bridge nor town—
A doorway where the roof is down
Opens on a foot-worn stair
That climbs by three steps into empty air.
(What foot went there?)
Nothing in this town that had a thousand steeples
Lives now but these flocks of sheep
Grazing the yellow grasses where the bricks lie dead beneath:
Dogs drive them with their brutal teeth.
Can none but sheep live where the walls go under?
Is man’s day over and the sheep’s begun?
And shall we sit here like the mourners on a dunghill
Shrilling with melodious tongue—
Disfiguring our faces with the nails of our despair?
(What dust is this we sift upon our hair?)
Because a world is taken from us as the camels from the man of Uz
Shall we sit weeping for the world that was
And curse God and so perish?
Shall monuments be grass and sheep inherit them?
Shall dogs rule in the rubble of the arches?
Consider, Oh consider what we are!
Consider what it is to be a man—
He who makes his journey by the glimmer of a candle;
Who discovers in his mouth, between his teeth, a word;
Whose heart can bear the silence of the stars— that burden;
Who comes upon his meaning in the blindness of a stone—
A girl’s shoulder, perfectly harmonious!
Even the talk of it would take us days together.
Marvels men have made, Oh marvels!—and our breath
Brief as it is: our death waiting—
Marvels upon marvels! Works of state—
The imagination of the shape of order!
Works of beauty—the cedar door
Perfectly fitted to the sill of basalt!
Works of grace—
The ceremony at the entering of houses,
At the entering of lives: the bride among the torches in the shrill carouse!
Works of soul—
Pilgrimages through the desert to the sacred boulder:
Through the mid night to the stroke of one!
Works of grace! Works of wonder!
All this have we done and more—
And seen—what have we not seen?—
A man beneath the sunlight in his meaning:
A man, one man, a man alone.
In the sinks of the earth that wanderer has gone down.
The shadow of his mind is on the mountains.
The word he has said is kept in the place beyond
As the seed is kept and the earth ponders it.
Stones—even the stones remember him:
Even the leaves—his image is in them.
And now because the city is a ruin in the waste of air
We sit here and despair!
Because the sheep graze in the dying grove
Our day is over!
We must end
Because the talk around the table in the dusk has ended,
Because the fingers of the goddesses are found
Like marble pebbles in the gravelly ground
And nothing answers but the jackal in the desert,—
Because the cloud proposes, the wind says!
Because the sheep are pastured where the staring statues lie
We sit upon the sand in silence
Watching the sun go and the shadows change!
Listen, my friends, and you, all of you, strangers,
Listen, the work of man, the work of splendor
Never has been ended or will end.
Even where the sheep defile the ruined stair
And dogs are masters—even there
One man’s finger in the dust shall trace the circle.
Even among the ruins shall begin the work,
Large in the level morning of the light
And beautiful with cisterns where the water whitens,
Rippling upon the lip of stone, and spills
By cedar sluices into pools, and the young builders
String their plumb lines, and the well-laid course
Blanches its mortar in the sun, and all the morning
Smells of wood-smoke, rope-tar, horse-sweat, pitch-pine,
Men and the trampled mint leaves in the ditch.
One man in the sun alone
Walks between the silence and the stone:
The city rises from his flesh, his bone.
*
[Για τον πρωτοφασισμό·
13/04/2019 § Σχολιάστε
Umberto Eco (1932-2016)

Το πρωτότυπο κείμενο όπως δημοσιεύτηκε στο New York Review of Books το 1995 ξεκινά με κάποιες αναμνήσεις του Έκο από την παιδική του ηλικία (1942-1945), και επίσης αναλύει το ιταλικό φασιστικό καθεστώς, το οποίο θεωρεί πως χαρακτηριζόταν από δομημένη σύγχυση και ήταν γεμάτο αντιφάσεις, σε αντίθεση με τον γερμανικό εθνικοσοσιαλισμό, ο οποίος ήταν πιο αυστηρά οριοθετημένος. Παρόλα αυτά, και παρά τις διαφορές που είχαν μεταξύ τους τα φασιστικά καθεστώτα εκείνης της εποχής, διέθεταν όλα τους κάποια (όχι απαραιτήτως όλα) θεμελιώδη χαρακτηριστικά. Και γι’ αυτό η χρήση του όρου «φασισμός» έχει γίνει τόσο ευρεία και περιεκτική: γιατί μπορείς να αφαιρέσεις κάποιο χαρακτηριστικό από ένα φασιστικό καθεστώς και παρόλα αυτά αυτό θα εξακολουθεί να γίνεται αντιληπτό ως τέτοιο.
Για τον πρωτοφασισμό
Μετάφραση: Gravity and the Wind
*
[Η Ανακωχή·
12/04/2019 § Σχολιάστε
Mario Benedetti (Uruguay 1920-2009)


(α π ό σ π α σ μ α)
Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου
Λείπουν μόνο έξι μήνες και εικοσιοκτώ μέρες για να είμαι σε θέση να πάρω σύνταξη. Πάνε τουλάχιστον πέντε χρόνια που κάνω αυτόν τον καθημερινό υπολογισμό του εργάσιμου χρόνου που μου απομένει. Πραγματικά, έχω τόση ανάγκη από ελεύθερο χρόνο; Λέω στον εαυτό μου ότι όχι, ότι δεν είναι ο ελεύθερος χρόνος αυτό που έχω ανάγκη, αλλά το δικαίωμα να δουλεύω σ’ αυτό που θέλω. Για παράδειγμα; Η κηπουρική, ίσως. Είναι καλή ως χαλαρωτική άσκηση τις Κυριακές, για να αντισταθμίσει την καθιστική ζωή, καθώς επίσης και ως μυστική άμυνα απέναντι στην μελλοντική και εγγυημένη μου αρθρίτιδα. Φοβάμαι, ωστόσο, ότι δεν θα μπορούσα να την αντέξω σε καθημερινή βάση. Η κιθάρα, μπορεί. Νομίζω πως θα μου άρεσε. Πρέπει να είναι κάπως θλιβερό, πάντως, να ξεκινάει να μάθει κανείς σολφέζ στα σαρανταεννιά του χρόνια. Γράψιμο; Ίσως να μην τα πήγαινα άσχημα, τουλάχιστον ο κόσμος συνηθίζει να διασκεδάζει με τα γράμματα μου. Και τι μ’ αυτό; Φαντάζομαι τη βιβλιογραφική σημειωσούλα σχετικά με τις «αξιοσέβαστες αξίες αυτού του νέου συγγραφέα που αγγίζει τα πενήντα» και μόνο η πιθανότητα αυτή μου προκαλεί αηδία. Το ότι εγώ νιώθω ακόμα μέχρι σήμερα αφελής και ανώριμος (έχω, με άλλα λόγια, μόνο τα ελαττώματα και καμιά από τις αρετές της νεότητας) δεν σημαίνει ότι έχω το δικαίωμα να εκθέτω αυτήν την αφέλεια και την ανωριμότητα. Είχα μια ξαδέρφη γεροντοκόρη που κάθε φορά που έφτιαχνε ένα γλυκό το έδειχνε σε όλους μ’ ένα μελαγχολικό και παιδιάστικο χαμόγελο που είχε μείνει κρεμασμένο στα χείλη της από την εποχή που έκανε τα γλυκά μάτια στον μοτοσικλετιστή αγαπητικό της που λίγο αργότερα σκοτώθηκε σε μια από τις τόσες «Στροφές του Θανάτου» που έχουμε. Εκείνη ντυνόταν όπως έπρεπε, όλα σύμφωνα με τα πενήντα τρία της χρόνια. Σ’ αυτό και σ’ όλα τα υπόλοιπα ήταν διακριτική, ισορροπημένη• εκείνο το χαμόγελο, όμως, απαιτούσε, αντίθετα, τη συνοδεία από τα φρέσκα χείλη, το στιλπνό δέρμα, τα καλλίγραμμα πόδια μιας εικοσάχρονης. Ήταν μια αξιολύπητη έκφραση, μόνο αυτό, μια έκφραση που δεν έφτανε ποτέ να μοιάζει γελοία γιατί σ’ αυτό το πρόσωπο υπήρχε, εκτός των άλλων, καλοσύνη. Πόσες λέξεις μόνο για να πω πως δεν θέλω να μοιάζω αξιολύπητος.
Παρασκευή 15 Φεβρουαρίου
Για να μπορώ να αποδώσω σε ανεκτό βαθμό στο γραφείο πρέπει να αναγκάσω τον εαυτό μου να μην σκέφτεται ότι οι μέρες του ελεύθερου χρόνου μου είναι σχετικά κοντά. Σε αντίθετη περίπτωση, τα δάχτυλα μου συσπώνται και τα στρογγυλά γράμματα με τα οποία πρέπει να γράψω τις επικεφαλίδες μου βγαίνουν στραβά και άχαρα. Τα στρογγυλά γράμματα είναι το μεγαλύτερό μου γόητρο ως δημόσιος υπάλληλος. Επιπλέον, οφείλω να το ομολογήσω, μου προκαλεί ευχαρίστηση ο σχεδιασμός ορισμένων γραμμάτων, όπως το κεφάλαιο Μ ή το μικρό Β στα οποία έχω τολμήσει κάποιες καινοτομίες. Αυτό που μισώ λιγότερο είναι το μηχανικό μέρος, η ρουτίνα της δουλειάς μου: το να επαληθεύω μια εγγραφή σ’ έναν προϋπολογισμό τον οποίο έχω συντάξει χιλιάδες φορές, το να πραγματοποιήσω έναν ισολογισμό και να βρω ότι όλα είναι εντάξει, ότι δεν υπάρχει υπόλοιπο που πρέπει να ψάξω. Αυτού του τύπου η εργασία δεν με κουράζει γιατί μου επιτρέπει να σκέφτομαι άλλα πράγματα, μέχρι και (γιατί να μην το ομολογήσω σ’ εμένα τον ίδιο;) να ονειρεύομαι. Είναι σαν να χωρίζουμε σε δυο ανόμοιες, αντιθετικές, ανεξάρτητες οντότητες: μια που ξέρει να κάνει τη δουλειά της από μνήμης, που κατέχει στο μάξιμουμ τους αστάθμητους παράγοντες και τις παρεκκλίσεις της, που είναι σίγουρη για το πού πατάει, και η άλλη, ονειροπόλα και πυρετώδης, απογοητευτικά παθιασμένη, ένας θλιμμένος τύπος που, ωστόσο έχει, είχε και θα έχει κλίση προς τη χαρά, ένας αφηρημένος που δεν τον νοιάζει προς τα πού φυσάει ο άνεμος, ούτε τί γράφει το μπλε μελάνι που σε οχτώ μήνες θα γίνει μαύρο.
Στη δουλειά μου το ανυπόφορο δεν είναι η ρουτίνα. Είναι το νέο πρόβλημα που εμφανίζεται, η παραγγελία που έρχεται απρόσμενη απ’ αυτό το Διευθυντήριο: φάντασμα που κρύβεται πίσω από συμφωνητικά, διατάξεις και μποναμάδες, η επιτακτική ανάγκη με την οποία ζητείται μια αναφορά ή μια αναλυτική κατάσταση ή μια μελέτη εξεύρεσης πόρων. Τότε λοιπόν, καθώς πρόκειται για κάτι εκτός ρουτίνας, τα δυο μου μέρη πρέπει να δουλέψουν μαζί για το ίδιο πράγμα. Δεν μπορώ πια να σκεφτώ αυτά που θέλω και η κούραση κάθεται πάνω στην πλάτη και το σβέρκο μου σαν πορώδες έμπλαστρο. Τι με νοιάζουν τα πιθανά κέρδη του τίτλου Περνός ντε Πιστόν στο δεύτερο εξάμηνο του προτελευταίου χρόνου; Τι με νοιάζει ο πιο πρακτικός τρόπος για να πετύχει κανείς τη μείωση των Γενικών Εξόδων;
Mario Benedetti. Ουρουγουανός αφηγητής, ποιητής και θεατρικός συγγραφέας γεννήθηκε το 1920 στο Πάσο δε λος Τόρος, επαρχία Τακουαρεμπό, και πέθανε το Μάιο του 2009. Ήταν μια από τις πιο αντιπροσωπευτικές μορφές της φιλολογικής γενιάς του ’45 και, πάνω απ’ όλα, ο χρονικογράφος του Μοντεβιδέο. Εξελίχθηκε από την «ποιητική ηθογραφία» σε μια θεματολογία που ανακλά την πολιτική συνειδητοποίηση του συγγραφέα και των χαρακτήρων του. Στο αφηγηματικό του έργο χρησιμοποιεί την ψυχολογική ανάλυση και, συγχρόνως, προβάλλει διακριτικά τη μεταφυσική αγωνία του ανθρώπου, απουσία κάθε υπερβατικού στηρίγματος. Η πιο δημιουργική πλευρά της γραφής του συνιστάται στη χρήση μια απλής γλώσσας η οποία, μακράν κάθε εκζήτησης και ωραιοπάθειας, παραμένει ωστόσο βαθύτατα ποιητική.

[Hγαπημένοι του φθόνου ερωμένοι λέγονται κατηραμένοι·
06/04/2019 § Σχολιάστε
Γεώργιος Εξαρχόπουλος ( ; – Aμοργός μεταξύ 1851-1856)


Απολογία Ποιητική
O ποιητής είναι στολή, υψηλής αειθαλίας
Kαθώς λάμπει και ο ήλιος σε όλας τας βασιλείας.
Λερμπαλέρ όταν όμως τον τιμούσιν οι κόμοι και οι κομήται
και από κανένα δεν φθονείται, όταν όμως τον φθονούσιν
μένουσιν και αυτοί να τους εφτυούσιν.
Eπειδή αποδεικνύουνται ως ανάξιοι της αξίας τους.
Δεικνύοντες λελαλεύ επειδή δεν εγνώριζον και την στολήν
τους παροργίζουν και ο ποιητής αδιαφορεί
Kαι με το κοντύλι του τραγωδεί,
Λερμπαλέρ την αλήθειαν υψώνει
Kαι το ψεύδος θανατώνει.
Ξιφίλ μαλέρ ιδού λοιπόν η φρονιμάδα
Tου ποιητού η νοστιμάδα
Ως να παίζει την αμάδα με φρόνιμον αράδα ας ομιλούν.
Kαι οι τρικαβαίοι και μετριούνται οι Xαλδαίοι όσοι
Hγαπημένοι του φθόνου ερωμένοι λέγονται κατηραμένοι.
Διότι εις τα απέχια είναι παραδομένοι.
*
Ἀθῆναι τὴν 15 Φεβρουαρίου 1842.
Έκτασις ποιητική περί της πολυτίμου ηλικιακής Γαλλίας παρά Γ. Εξαρχοπούλου Φυσική. Πρώτη έκδοσις, εν Αθήναις, εκ της τυπογραφίας Π., 1842, σ. 32

η φωτογραφία είναι του αγριμολόγου σε συναυλία στο Βατερλώ, Βέλγιο
