Αλμπερ Καμύ- Ζακ Μονό: Δύο τολμηροί και ιδιοφυείς διανοητές του 20ου αιώνα

03/02/2022 § Σχολιάστε

Στην πιο σκοτεινή πτυχή της σύγχρονης ιστορίας, και στην κατεκτημένη από τους Ναζί Γαλλία, δύο νεαροί Γάλλοι αρχίζουν να χαράζουν μια φωτεινή τροχιά που μερικά χρόνια αργότερα θα οδηγούσε τον καθένα τους στην αίθουσα απονομής των βραβείων Nobel και στην ανάδειξή τους, ανάμεσα στους σημαντικότερους διανοητές του 20ου αιώνα.

Τον έναν, που τον έλεγαν Αλμπέρ Καμύ, τον βρίσκουμε να δουλεύει το 1943 στην αντιστασιακή εφημερίδα Combat υπογράφοντας τα άρθρα του με το ψευδώνυμο Bauchard. Τον άλλον, που τον έλεγαν Zακ Μονό, τον βρίσκουμε να εργάζεται στο εργαστήριο Zωολογίας στη Σορβόννη, παράλληλα όμως να δραστηριοποιείται στις τάξεις της Γαλλικής Αντίστασης με το ψευδώνυμο Malivert, ως διοικητής του τμήματος που ήταν επιφορτισμένο με την διενέργεια σαμποτάζ και κατασκοπείας προς όφελος των συμμαχικών δυνάμεων.

Οι τροχιές των δύο ανδρών δεν θα συναντηθούν παρά το 1948, δηλαδή 3 χρόνια μετά τη λήξη του πολέμου. Αυτή όμως τη φορά στο στόχαστρό τους δεν είναι η ναζιστική θηριωδία, αλλά η καταγγελία του ιδεολογικού απολυταρχισμού που έχει εγκαθιδρυθεί στη Σοβιετική Ένωση, εξαιτίας της οποίας ο Μονό και πολύ νωρίτερα ο Καμύ έχουν αποχωρίσει από το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, του οποίου υπήρξαν μέλη.

Αφορμή για τη συνάντηση αυτή ήταν ένα άρθρο που δημοσιεύθηκε στο προσκείμενο στο Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα περιοδικό Les Lettres Françaises με τίτλο: “Ένα μεγαλειώδες επιστημονικό γεγονός“, στο οποίο ο ενθουσιώδης συντάκτης εξυμνούσε τους νέους νόμους της κληρονομικότητας που έφερε στο φως ο … κορυφαίος σοβιετικός επιστήμων Τροφιμ Λυσένκο, χάρη στους οποίους θα γινόταν δυνατή η μετατροπή του καλοκαιρινού σιταριού σε χειμωνιάτικο, προκειμένου να διπλασιαστεί η σοβιετική παραγωγή σιτηρών.

Ο Καμύ έχοντας υπόψη τις επιφυλάξεις των δυτικών επιστημόνων για την ορθότητα της θεωρίας του Λυσένκο-που αμφισβητούσε την ύπαρξη των γονιδίων ως φορέων της κληρονομικότητας- αλλά και τις ανησυχίες τους για τις διώξεις του σταλινικού καθεστώτος κατά των Σοβιετικών γενετιστών που αντετίθεντο στην ορθότητά της, επιθυμούσε να βρει κάποιον βιολόγο ο οποίος θα συνέτασσε μια σχετική απάντηση στην εφημερίδα Combat, της οποίας είχε τη διεύθυνση.

Τον βιολόγο αυτόν βρήκε στο πρόσωπο του Μονό, ο οποίος τότε εργαζόταν στο Ινστιτούτο Παστέρ. Το άρθρο του Μονό δημοσιεύθηκε τον Σεπτέμβριο του 1948 με τίτλο: “Η νίκη του Λυσένκο δεν έχει κανένα απολύτως επιστημονικό χαρακτήρα. Στο άρθρο του ο Μονό, απηύθυνε ένα δριμύ κατηγορώ στον πολιτικό καιροσκοπισμό του Λυσένκο, υπερασπίστηκε τους διωκόμενους γενετιστές, και κατέδειξε ότι μόνο παραπλανημένη δεν ήταν η σοβιετική ηγεσία όταν καθιστούσε κυρίαρχη μια ολοφάνερα αντιεπιστημονική θεωρία, αλλά αντιθέτως ότι την προώθησε διότι ήταν απολύτως συμβατή με το επίσημο δόγμα του σταλινικού καθεστώτος.

Το άρθρο αυτό στοίχισε στο Μονό την απώλεια φίλων που παρέμεναν στο Γ.Κ.Κ. το οποίο υπερασπιζόταν με πάθος τον Λυσενκοϊσμό, ως υπόδειγμα προλεταριακής επιστήμης. Πια όμως είχε βρει στο πρόσωπο του Kαμύ, έναν νέο φίλο με τον οποίο μοιράζονταν την αντίθεσή τους σε οποιαδήποτε μορφή ολοκληρωτισμού και την πίστη στην αναπαλλοτρίωτη αξιοπρέπεια του ανθρώπου. Η φιλία που ανέπτυξαν και η οποία συνεχίστηκε ως τον πρόωρο θάνατο του Καμύ στην ηλικία των 46 ετών (1960), σε ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα, επηρέασε αμοιβαία το έργο τους.

Ο Καμύ το 1951 στο βιβλίο του “Επαναστατημένος Άνθρωπος” -που στάθηκε αιτία να διαρρήξει τη φιλία του με τον Ζαν Πωλ Σαρτρ, λόγω της οξύτατης κριτικής που άσκησε στον Μαρξισμό- επηρεασμένος από το άρθρο του Μονό για τον Λυσενκοϊσμό, είδε καθαρότερα γιατί ο σοβιετικός ολοκληρωτισμός επιτέθηκε ανελέητα κατά της ελευθερίας της επιστημονικής έρευνας γράφοντας:

Η μόνη επιστημονική πλευρά του μαρξισμού βρίσκεται στην προκαταβολική άρνηση των μύθων και την προβολή των πιο σημαντικών συμφερόντων. …

Δεν πρέπει λοιπόν να απορούμε που για να κάνει (ο Μαρξ) τον μαρξισμό επιστημονικό και να διατηρήσει αυτόν τον μύθο, έπρεπε να κάνει την επιστήμη μαρξιστική, διά της βίας.

Η πρόοδος της επιστήμης από τον Μαρξ και πέρα, έγκειται στο ότι αντικατέστησε τον ντετερμινισμό και τον αρκετά αδέξιο μηχανισμό που είχε στα χρόνια του Μαρξ, με την πιθανοκρατία. Ο Μαρξ έγραφε στον Ένγκελς ότι η θεωρία του Δαρβίνου αποτελούσε τη βάση της θεωρίας τους.

Για να μείνει λοιπόν αλάνθαστος ο Μαρξισμός, έπρεπε να απορρίπτονται όλα τα βιολογικά επιτεύγματα μετά τον Δαρβίνο. Και επειδή τυχαίνει αυτά τα επιτεύγματα, μετά τις αιφνίδιες μεταβολές που διεπίστωσε ο de Vries, να εισάγουν, ενάντια στον ντετερμινισμό, την έννοια του τυχαίου στη βιολογία, ανατέθηκε στον Λυσένκο να πειθαρχήσει τα χρωμοσώματα και να αποδείξει πάλι, τον πιο στοιχειώδη ντετερμινισμό.

Αυτό είναι γελοίο. Διότι αν ισχύσει αυτό τότε ο 20ος αιώνας θα πρέπει να αρνηθεί την αναιτιοκρατία στην επιστήμη, την ειδική θεωρία της σχετικότητας, τη θεωρία των κβάντα και τέλος τη γενική τάση της σύγχρονης επιστήμης. Ο Μαρξισμός είναι σήμερα επιστημονικός, αν αντιστρατεύεται τον Χάιζεμπεργκ, τον Μπωρ, τον Αϊνστάιν και τους μεγαλύτερους σοφούς της εποχής.

Άλλωστε η αρχή, σύμφωνα με την οποία πρέπει να υποτάσσεται η επιστημονική λογική στις απαιτήσεις της προφητείας, δεν έχει τίποτε το μυστηριώδες. Έχει κιόλας ονομαστεί αρχή της αυθεντίας· είναι η ίδια που κατευθύνει τις Εκκλησίες, όταν θέλουν να υποδηλώσουν την πραγματική λογική στη νεκρή πίστη και την ελευθερία του πνεύματος, στη διατήρηση της κοσμικής εξουσίας. 

Ο συγγραφέας που στην εισαγωγή του βιβλίου του έγραφε: Η ιδεολογία σήμερα ασχολείται με την άρνηση των άλλων ανθρώπων, που οι ίδιοι έχουν το δικαίωμα να παραπλανηθούν. Τότε είναι που αρχίζουμε να σκοτώνουμε… στην ιδιόχειρη αφιέρωση του δοκιμίου που απέστειλε στον φίλο του, σημείωνε: Στον Ζακ Μονό, ως απάντηση σε μερικά από τα ερωτήματά μας, με τη λέξη “μας”, υπογραμμισμένη…

Όπως ο συγγραφέας και φιλόσοφος, επηρεασμένος από το βιολόγο φίλο του, ενέταξε στην οπτική του την επιστήμη, έτσι και ο βιολόγος, στο κλασσικό πλέον βιβλίο, που εξέδωσε το 1970,  την Τύχη και Αναγκαιότητα, επηρεασμένος από τον φιλόσοφο φίλο του γεφύρωσε το χάσμα ανάμεσα στην Επιστήμη και τη Φιλοσοφία, προσθέτοντας δίπλα στο αμιγώς επιστημονικό  ερώτημα: Τι είναι η ζωή; το αμιγώς φιλοσοφικό:  Πώς πρέπει να την ζούμε, ώστε να έχει νόημα.

Στο βιβλίο του ο Μονό, εξηγεί γιατί η δημιουργία (και) του ανθρώπινου είδους είναι αποτέλεσμα της τύχης και όχι ενός προδιαγεγραμμένου σχεδίου, υποστηρίζει ότι οι θρησκευτικές ή ιδεολογικές πεποιθήσεις που αντιστρατεύονται την ιδέα αυτή εκτός από αβάσιμες, ευθύνονται για τις βίαιες αντιπαραθέσεις που ιστορικά έχουν ταλανίσει τις ανθρώπινες κοινωνίες και προτείνει ότι το δυναμικό του ανθρώπου θα απελευθερωθεί όταν ο ίδιος αποφασίσει πώς να ζει, και πώς να δρα, σε κοινωνίες στις οποίες θα δεσπόζει η επιβεβαιωμένη γνώση, η δημιουργικότητα και η ελευθερία.

Στις μέρες τους ο Καμύ και ο Μονό αντιτάχθηκαν στις δύο δεσπόζουσες ολοκληρωτικές και αντιεπιστημονικές ιδεολογίες, θέτοντας σε κίνδυνο τη ζωή τους κατά τη διάρκεια του πολέμου και τη δημοφιλία τους, στον καιρό της ειρήνης. Σήμερα, που οι θρησκευτικοί και πολιτικοί εξτρεμισμοί ξαναπαίρνουν “κεφάλι”, απειλώντας με νέους ολοκληρωτισμούς τον σύγχρονο κόσμο, το αίτημά τους για την υπεράσπιση των αξιών της κατανόησης, του διαλόγου, της μετριοπάθειας της ίδιας της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, είναι περισσότερο παρά ποτέ επιτακτικό.

Για την σύνταξη του άρθρου εκτός από τα δύο βιβλία του Ζακ Μονό, την “Άνοδο και την Πτώση του Λυσένκο”, την “Τύχη και Αναγκαιότητα” και το βιβλίο του Αλμπερ Καμύ “Ο Επαναστατημένος Άνθρωπος” αξιοποιήθηκαν οι ακόλουθες πηγές:

πηγή: biology4u.gr

[λάβετε θέση απέναντι στην επιστήμη·

10/01/2022 § Σχολιάστε

Λαβετε θεση απεναντι στη θεωρια της εξελιξης του φαινομενου της ζωης και του ανθρωπου.

Ο αντιδαρβινισμός που μας ταλαιπωρεί

Για δεκάδες χρόνια βιολόγοι και γιατροί αγωνίζονται για περισσότερο μερίδιο επιστημών της ζωής στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση – εις μάτην.

Μήπως η αναποτελεσματικότητα των μέτρων κατά του κορωνοϊού, η άρνηση του εμβολιασμού, οι θεωρίες συνωμοσίας και η αμφίσημη στάση κάποιων εκκλησιαστικών παραγόντων έχουν να κάνουν, σε κάποιο βαθμό, με αυτό το έλλειμμα όχι μόνο στην παιδεία αλλά και στην πληροφόρηση του κοινού; Το ερώτημα είναι εύλογο και η απάντηση σύνθετη.

Σε μια δημοσκόπηση με το ερώτημα «δέχεστε τη θεωρία της εξέλιξης;», που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Science τo 2006, το ποσοστό του ΝΑΙ για την Ελλάδα ήταν 54%. Από τις 33 χώρες που περιελάμβανε η μελέτη, έξι είχαν χαμηλότερο ποσοστό: Λιθουανία (50), Βουλγαρία (49), Λετονία (47), Κύπρος (46), ΗΠΑ (42) και Τουρκία (28). Σε τρεις από τις παραπάνω χώρες (Ελλάδα, Βουλγαρία, Κύπρος) η Ορθοδοξία είναι το κοινότερο θρήσκευμα. Νεότερα στοιχεία υπάρχουν και για άλλες έξι ευρωπαϊκές χώρες στις οποίες η Ορθοδοξία αποτελεί το κύριο θρησκευτικό στοιχείο: Ρωσία (65), Σερβία (61), Γεωργία (58), Ρουμανία (56), Ουκρανία (54) και Λευκορωσία (43) (τα ποσοστά είναι εκτιμήσεις από διαγράμματα και επομένως μπορεί να διαφέρουν ελαφρώς από τα πραγματικά νούμερα που δεν είναι διαθέσιμα). Και στις εννέα ορθόδοξες χώρες το ποσοστό είναι κατώτερο από τον μέσο όρο (69%) των 25 μη ορθοδόξων χωρών της Ευρώπης. Η πιθανότητα να είναι τυχαία αυτή η κατανομή των ποσοστών μεταξύ ορθοδόξων και μη ορθοδόξων χωρών είναι 3:10.000. Η σχέση είναι αιτιώδης, αλλά ποια είναι τα αίτια;

Δεν υπάρχει τίποτε στο δόγμα ή στην ιστορία της Ορθοδοξίας που να την καθιστά περισσότερο εχθρική προς τη θεωρία της εξέλιξης απ’ ό,τι τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία ή τον Προτεσταντισμό. Δεν έχει στήσει Ιερές Εξετάσεις, δεν έχει εμπλακεί σε ενδο-χριστιανικούς πολέμους. Φρενάρισε όμως, σε συνδυασμό με την οθωμανική κυριαρχία, την έλευση της Αναγέννησης και του Διαφωτισμού και έμεινε αμέτοχη στη διαμόρφωση του δυτικού πολιτισμού, ένα βασικό χαρακτηριστικό του οποίου είναι ο διαχωρισμός της πολιτειακής και της θρησκευτικής εξουσίας. Κατολίσθησε έτσι στην ομάδα των φονταμενταλιστών του Αμερικανικού Προτεσταντισμού και του Ισλάμ, όπου πρέπει να ανατρέξουμε για να βρούμε ποσοστά κατώτερα εκείνων που σπιλώνουν τη χώρα μας. Και όμως δεν έχουμε τίποτε το κοινό με τον ρατσισμό του πρώτου ή τον υποβιβασμό της γυναίκας του δεύτερου, για να αναφέρω μόνο δύο χαρακτηριστικά. Το ότι τα ποσοστά μας βάζουν στην ίδια κατηγορία μας αδικεί στην καλύτερη περίπτωση, μας υποτιμά στη χειρότερη.

Τι πρέπει να γίνει; Η Εκκλησία της Ελλάδος οφείλει να διαμορφώσει και να διακηρύξει μια ξεκάθαρη θέση έναντι της θεωρίας της εξέλιξης, όπως έκανε η Ρωμαιοκαθολική το 1996. Η σιωπή ισοδυναμεί με άρνηση. Κανένα θρησκευτικό δόγμα και καμιά ιδεολογία δεν μπορεί να μονοπωλήσει τις κοινωνίες. Η διαφορετικότητα είναι νόμος της φύσης και η συνύπαρξη με το διαφορετικό απαιτεί τη συνεννόηση και τη συνεργασία. Η φυσική επιστήμη αποτελεί ένα συμπαγές σώμα.

Το να δεχόμαστε την ιατρική που είναι μέρος της βιολογίας και να απορρίπτουμε τη θεωρία της εξέλιξης, που είναι η θεμελιώδης αρχή της βιολογίας, αποτελεί αντίφαση.

Προβάλλουμε, από άγνοια ή σκοπιμότητα, μια όψη της θεωρίας της εξέλιξης, τον ανταγωνισμό μεταξύ ατόμων και ειδών. Αλλά αποσιωπούμε την εξελικτική ερμηνεία του αλτρουισμού και της ενσυναίσθησης που βρίθουν στο ζωικό βασίλειο και στον άνθρωπο – μια άλλη αντίφαση. Μέσα από την εξέλιξη, η επιστήμη αποκαλύπτει τα βαθιά αίτια του ψυχισμού του ανθρώπου και δείχνει ότι η ζυγαριά γέρνει προς τη συνεργασία και την κοινωνικότητα (παράδειγμα η εργασία του Νικόλα Χρηστάκη, όπως την παρουσιάζει στο βιβλίο του «Προσχέδιο»). Εφοδιάζει έτσι με εργαλεία όσους είναι ταγμένοι στην υπηρεσία της κοινωνίας.

Η Εκκλησία είναι κύρια δύναμη προς αυτή την κατεύθυνση. Η επιστήμη καταθέτει την προσφορά της και αναμένει ανταπόκριση. Πρόσφατα, η προκλητικότητα της γείτονος χώρας μας έκανε να κραυγάζουμε εναγωνίως προς τους εταίρους μας ότι τα σύνορα της Ευρωπαϊκής Ενωσης βρίσκονται απέναντι από την ακτή της Μικράς Ασίας. Παράλληλα, κάνουμε ό,τι μπορούμε για να τους υπενθυμίζουμε ότι τα πολιτισμικά σύνορα της Ευρώπης αφήνουν έξω τα Βαλκάνια. Και αυτό αποτελεί μια άλλη αντίφαση.

Οι αντιφάσεις έχουν κοινό τροφό: το ιστορικό φορτίο που δεν μπορούμε να αποτινάξουμε από τις πλάτες μας. Τις ζούμε καθημερινά ως δυσπιστία (καμιά φορά και εχθρότητα) στην επιστημονική γνώση, δεισιδαιμονίες, προτιμήσεις για εύκολες λύσεις. Ο κορωνοϊός τις έφερε στο προσκήνιο με δραματικό τρόπο. Ομως δεν μπορούμε να ζούμε εσαεί μέσα σε αντιφάσεις. Το κόστος είναι μεγάλο, υποβιβάζει την ποιότητα της ζωής μας και πριονίζει τη θέση μας μέσα στον πολιτισμένο κόσμο.

Επαναλαμβάνω την έκκληση προς όσους έχουν ή μπορούν να έχουν ρόλο. Λάβετε θέση απέναντι στην επιστήμη, λάβετε θέση απέναντι στη θεωρία της εξέλιξης του φαινομένου της ζωής και του ανθρώπου.

*

Ο ©Λευτέρης Ζούρος στην Καθημερινή, ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Κρήτης, αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, πρόεδρος της Ελληνικής Εξελικτικής Εταιρείας.

⚙︎

Η Β΄ Πολιτιστική Επανάσταση ή Για ποια κοινωνική δικαιοσύνη μιλάμε;

28/04/2021 § Σχολιάστε

Λίντα Σόφι Γιάνσον, Κραυγή, 250η Θερινή Έκθεση της Βασιλικής Ακαδημίας, 2018.

«[…]η αιτία είναι αυτή καθαυτή η Θεωρία του Μεταμοντερνισμού, που αποτελεί ένα αυθαίρετο δημιούργημα και προβάλλεται σαν διέξοδος στην απογοήτευση από τον κλασικό Μαρξισμό και την ανεκπλήρωτη υπόσχεση του Φιλελευθερισμού.»

Helen Pluckrose, James Lindsay, Cynical Theories: How Activist Scholarship Made Everything aboutRace, Gender, and IdentityAnd Why This Harms Everybody [Κυνικές Θεωρίες: Πώς η ακτιβιστική διανόηση κάνει τα πάντα να αφορούν τη φυλή, το φύλο και την ταυτότητα – και γιατί αυτό μας βλάπτει όλους], Pitchstone Publishing 2020, 352 pp.

Γράφει ο ©Αντώνης Εφραιμίδης στο τ. 127 Απριλίου στην Athens Review of Books

Αξίζει να παρατηρήσουμε εξ αρχής ότι οι συγγραφείς του ανά χείρας βιβλίου στον τίτλο CynicalTheories (Κυνικές Θεωρίες) θέτουν διαγραμμένη τη λέξη Critical την οποία αντικαθιστούν με την λέξη Cynical. Διότι, όπως θα δούμε, στην Καινογλώσσα των μεταμοντερνιστών οι Κριτικές Θεωρίεςείναι κατ’ ευφημισμόν κριτικές, και στην πραγματικότητα εφιαλτικές Κυνικές Θεωρίες.

Στην ταραχώδη σύγχρονη εποχή μας ένα πράγμα είναι σίγουρο: ότι τίποτε δεν είναι σίγουρο. Στην παγκόσμια σκηνή αυτό που κυριαρχεί είναι σύγχυση και ανησυχία. Στην Οικονομία, στην Πολιτική, στην Κοινωνία, στην Φιλοσοφία, στην Τέχνη, ακόμα και στην Επιστήμη κυριαρχεί αβεβαιότητα. Η μετακίνηση των πληθυσμών, η απειλή συρράξεων, η ιδεολογική πόλωση και η τεχνολογία της πληροφορίας έχουν δημιουργήσει ένα σκηνικό χάους και αποπροσανατολισμού. Αν αυτή η τοποθέτηση γίνει δεκτή σαν μια υπόθεση εργασίας, το ερώτημα είναι: Γιατί;

Το πόνημα των Πλάκροουζ και Λίντσι δίνει μία εμπεριστατωμένη, τεκμηριωμένη και πειστική εξήγηση. Η αρχική παρατήρηση είναι ότι μετά τον Διαφωτισμό αναδύθηκε και επικράτησε αυτό που έχει ονομαστεί Κλασικός Φιλελευθερισμός. Μετά τις επαναστάσεις στην Γαλλία και στην Αμερική στα τέλη του 18ου αιώνα ακολούθησε η βιομηχανική επανάσταση και η διαμόρφωση του Μοντερνισμού ή Νεωτερικότητας. Το κοινωνικοπολιτικό φάσμα από τον συνετό συντηρητισμό μέχρι και τον «πρακτικό» σοσιαλισμό είχε αποδεχθεί (με μικρές παραλλαγές) τις βασικές αξίες της αντιπροσωπευτικής δημοκρατικής διακυβέρνησης, της ελευθερίας του λόγου, των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, και του σεβασμού των διαφορών ανάμεσα σε παραδόσεις και θρησκείες διαχωρίζοντάς τες από την εξουσία. Αυτές οι αξίες, περιληπτικά, χαρακτηρίζουν τον Κλασικό Φιλελευθερισμό. Δεν πρέπει να συγχέεται αυτός ο όρος με την σημερινή έννοια του Φιλελευθερισμού που είναι ένας καθαρά πολιτικός (σχεδόν «κομματικός») προσανατολισμός, με διαφορετική μάλιστα σημασία στην Ευρώπη και στην Αμερική.

Η έλευση του Μαρξισμού και η εγκατάσταση κομμουνιστικών καθεστώτων σε μεγάλο μέρος της υφηλίου διατάραξε την σταθερότητα του Κλασικού Φιλελευθερισμού, υιοθετώντας εν τούτοις αρκετές από τις αρχές της Νεωτερικότητας (ιδίως στην Επιστήμη και στην Τεχνολογία). Η λαίλαπα των δύο Παγκοσμίων Πολέμων συγκλόνισε την όποια ισορροπία είχε επικρατήσει. Η απογοήτευση για την αποτυχία της Μαρξιστικής υπόσχεσης και η αμφιβολία για την κατεύθυνση του Μοντερνισμού ευνόησαν κατά την δεκαετία του 1960 την ανάπτυξη του φιλοσοφικού ρεύματος του Μεταμοντερνισμού των Φουκώ, Ντεριντά, Λυοτάρ, και άλλων φιλοσόφων, κυρίως εκ Γαλλίας. Και εκεί ακριβώς εντοπίζεται η αρχή της σημερινής αποδόμησης.

Τι ακριβώς ήταν ο Μεταμοντερνισμός; Πολύ περιληπτικά, οι βασικές αρχές του ήσαν η απόρριψη της έννοιας της αντικειμενικής γνώσης, του ορθολογισμού, και της ατομικότητας. Επομένως η γνώση δεν αντιστοιχεί στην πραγματικότητα, αλλά δημιουργείται ανάλογα με το επικρατούν πολιτισμικό αφήγημα. Επιπλέον, στο πολιτικό επίπεδο, η κοινωνία απαρτίζεται από πλέγματα ισχύος και ιεραρχιών που υπαγορεύουν τι γνώση μπορεί να αποκτηθεί και με ποιο τρόπο επιτρέπεται ή είναι δυνατή η απόκτησή της. Η δε γλώσσα δεν αναγνωρίζεται σαν μέσο επικοινωνίας αλλά σαν εργαλείο των «ισχυρών».

Αν αυτή η περιγραφή ακούγεται περίπλοκη και στριφνή, η αιτία είναι αυτή καθαυτή η Θεωρία του Μεταμοντερνισμού, που αποτελεί ένα αυθαίρετο δημιούργημα και προβάλλεται σαν διέξοδος στην απογοήτευση από τον κλασικό Μαρξισμό και την ανεκπλήρωτη υπόσχεση του Φιλελευθερισμού. Εναλλακτικά, αν όχι εξίσου στριφνά, το Δόγμα της Μετανεωτερικότητας διατυπώνεται και υπό την μορφή των εξής τεσσάρων ακρογωνιαίων λίθων: (1) κατάργηση των πάσης μορφής συνόρων (γεωγραφικών, λογικών, ιστορικών και γλωσσικών), (2) θεώρηση της γλώσσας όχι σαν μέσο επικοινωνίας, αλλά ως εργαλείο υπερίσχυσης, (3) αντικατάσταση του «ατομισμού» και της «οικουμενικότητας» με «ομάδες» και «πολιτιστικές» τάξεις, και (4) απόλυτη πολιτισμική σχετικότητα.

Αρχικά η δυσκολία του Μεταμοντερνισμού να «αγγίξει» τον μέσο άνθρωπο περιόρισε σημαντικά την εξάπλωσή του. Αν και γεννήθηκε στη Γαλλία, βρήκε κάποιο γόνιμο έδαφος στην Ιταλία σαν έκφραση ρεύματος στην Τέχνη, και στις Αγγλοσαξονικές χώρες και την Αμερική σαν «γραφική» μορφή φιλοσοφίας σε κοινωνικό επίπεδο. Μετά από δύο-τρεις δεκαετίες «παρουσίας» θεωρήθηκε ότι το πέρασμά του εξαντλήθηκε. Ο λόγος δεν ήταν μόνο η ασάφεια και η περίτεχνη μορφή του, αλλά, κυρίως, το ότι δεν προσδιόρισε κάποια συνταγή εφαρμογής στην πράξη. Παρέμεινε σαν διανοητική άσκηση στην σφαίρα της Θεωρίας και δεν είχε σχέδιο «εφαρμογής». Ευδοκίμησε κάπως στον τομέα της Τέχνης με την φιλοπαίγμονα ιδιότητα της ασάφειας και αμφισημίας.

Αυτή η αδυναμία της υλοποίησης των ιδεών του Μεταμοντερνισμού γεφυρώθηκε από τους θιασώτες του μέσω της Ιδέας της Κοινωνικής Δικαιοσύνης. Η ερμηνεία από τους Μεταμοντερνιστές της έννοιας της Κοινωνικής Δικαιοσύνης (με κεφαλαία αρχικά) διαφέρει από την συνήθη έννοια της κοινωνικής δικαιοσύνης όπως αυτή ήταν και είναι ευρέως κατανοητή. Η Κοινωνική Δικαιοσύνη αποτέλεσε τον συνδετικό κρίκο μεταξύ της Θεωρίας του Μεταμοντερνισμού με τον Εφαρμοσμένο Μεταμοντερνισμό που γεννήθηκε κατά την δεκαετία του 1990 και γιγαντώθηκε μέχρι τις μέρες μας. Ο λόγος της γιγάντωσης ήταν ότι μετέτρεψε την Θεωρία σε πρακτικό πρόγραμμα υλοποίησης.

Πριν «θεριέψει», το πρόγραμμα της Κοινωνικής Δικαιοσύνης προσεταιρίστηκε μία επιλογή από πραγματικά κοινωνικά προβλήματα (όπως ο ρατσισμός, η οικονομική ανισότητα, η καταπίεση περιθωριακών κοινωνικών ομάδων, κ.ά.) και άρχισε να οικοδομεί τις λεγόμενες Κριτικές Θεωρίες. Η πρώτη γνωριμία του ευρύτερου κοινού με την Κοινωνική Δικαιοσύνη αναπτύχθηκε με την διάδοση της Πολιτικής Ορθότητας. Αρχικά αυτή έμεινε περιορισμένη στους ακαδημαϊκούς κύκλους και αντιμετωπίστηκε άλλοτε με σκεπτικισμό ή ειρωνεία, αλλά συχνά και με συμπάθεια.

Διάφορες συγκυρίες στο παγκόσμιο σκηνικό (κατάρρευση του Σιδηρού Παραπετάσματος, άνοδος της Κίνας, εκρηκτική ανάπτυξη του Ισλαμισμού, μαζική μετανάστευση, λαϊκιστικά και ακροδεξιά καθεστώτα, η τεχνολογία του Διαδικτύου, κ.λπ.) βοήθησαν στο να εξαπλωθεί η πρόταση της Κοινωνικής Δικαιοσύνης και να αποκρυσταλλωθεί μια σειρά προγραμμάτων παραλογισμού που έφεραν πραγματική αναστάτωση (μέχρι στιγμής κυρίως) στις Δυτικές κοινωνίες. Ο λόγος ήταν η εκμετάλλευση από τους θιασώτες της νέας Θεωρίας των ευκαιριών που προσέφεραν και του αποπροσανατολισμού που εισήγαγαν αυτές οι συγκυρίες. Συγκεκριμένα (και χονδρικά), όπως εμπεριστατωμένα παρουσιάζει το βιβλίο, τα προγράμματα αυτά διακρίνονται σε

(1) Θεωρία Μετααποικιακής Πρακτικής (ή αντίστροφης καταπίεσης),

(2) Queer Θεωρία, που περιλαμβάνει τα θέματα γένους, φύλου, σεξουαλικής ταυτότητας, κ.λπ. (ή απελευθέρωσης από την κανονικότητα),

(3) Κριτική Θεωρία Φυλής και Διαθεματικότητας (Intersectionality) (ή τελειώνοντας με τον ρατσισμό βλέποντάς τον παντού),

(4) Θεωρία Φεμινισμών και Σπουδές Φύλου (ή απλοποίησης και κατάργησης της γενετικής ταυτότητας),

(5) Σπουδές Αναπηρίας και Πάχους (ή Πολιτικής της Ταυτότητας), και

(6) Διανόηση και Σκέψη για την Κοινωνική Δικαιοσύνη (ή δημιουργία «Υπουργείου της Αλήθειας» στην Εκπαίδευση και στην Πολιτική).

Όλη αυτή η άχαρη λίστα προγραμμάτων μπορεί να μοιάζει εκ πρώτης όψεως ότι αποτελείται από φύρδην μίγδην εννοιολογικά κατασκευάσματα. Δεν είναι όμως έτσι. Πρόκειται για εκτενές και πλήρως συγκροτημένο πρόγραμμα υλοποίησης με κύριο στόχο την ενοχοποίηση των Λευκών Ετεροφυλόφιλων Ανδρών που «ευθύνονται» αποκλειστικά για την έλλειψη ή απουσία Κοινωνικής Δικαιοσύνης.

Να δούμε όμως λίγο πιο αναλυτικά τι ακριβώς πρεσβεύουν αυτές οι Κριτικές Θεωρίες και γιατί ουσιαστικά πρόκειται για Κυνικές Θεωρίες, όπως ευρηματικά τις χαρακτηρίζουν οι συγγραφείς.

Διαβάστε τη συνέχεια στην ARB »» Ε Δ Ω »»

[Η αυτοπροστασία της Δημοκρατίας ·

01/12/2020 § Σχολιάστε

Eugène Delacroix, Η Ελευθερία οδηγεί το λαό 1830. Louvre, Paris

Η σύγκρουση ανάμεσα στην κυβέρνηση και την αντιπολίτευση για το αν θα έπρεπε να οργανωθούν συγκεντρώσεις για το Πολυτεχνείο, εν μέσω πανδημίας, έθεσε, για μια ακόμα φορά, το θέμα της αυτοπροστασίας της Δημοκρατίας.

Πέρα από το αν αυτή η απαγόρευση ήταν συνταγματική ή όχι, με το ΣτΕ να αποφασίζει ότι δεν ήταν αντισυνταγματική, η κυβέρνηση και η αντιπολίτευση κλήθηκαν να απαντήσουν εάν η, χρονικά οριοθετημένη, απαγόρευση του δικαιώματος του συνέρχεσθαι υποχωρεί μπροστά στο υπέρτερο δικαίωμα στη ζωή. Η αντιπολίτευση απάντησε αρνητικά και η κυβέρνηση θετικά.

Η κυβερνητική απόφαση δίνει το έναυσμα για να συζητήσουμε ξανά μια αντίληψη για τη λειτουργία του πολιτεύματος τη μαχόμενη δημοκρατία. Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, η Δημοκρατία έχει το δικαίωμα της αυτοπροστασίας και της αυτοάμυνας όταν κινδυνεύει από εσωτερικές επιβουλές. Κατά συνέπεια, έχει τη δυνατότητα να περιστείλει συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα, για συγκεκριμένο λόγο, και για αυστηρά οριοθετημένο χρόνο, προκειμένου να προασπίσει την εύρυθμη λειτουργία της χώρας, πάντοτε υπό τον αυστηρό έλεγχο της δικαστικής εξουσίας.

Αυτό ήταν άλλωστε και το σκεπτικό του γερμανού εμιγκρέ Karl Loewenstein, που πρώτος εισηγήθηκε τον όρο της μαχόμενης δημοκρατίας στη δεκαετία του 30, προκειμένου η Δημοκρατία της Βαϊμάρης να αντιμετωπίσει την υπονόμευσή της από τα δύο άκρα, την οποία έχει αναλύσει ο Χομπσμπάουμ. Οι προτάσεις του δεν έγιναν αποδεκτές από τα συστημικά κόμματα που ακολούθησαν πολιτική κατευνασμού, με αποτέλεσμα την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, μετά από λίγα χρόνια.

Εκτοτε, η έννοια της μαχόμενης δημοκρατίας προκάλεσε παθιασμένες αντιπαραθέσεις, κυρίως από δογματικούς φιλελεύθερους, που υποστηρίζουν ότι το υπέρτατο αγαθό της ελευθερίας δεν πρέπει να υπόκειται σε κανενός είδους περιορισμό. Μια τέτοια άποψη εξέφρασε πρόσφατα ο Πάσχος Μανδραβέλης, σε κείμενό του στην Καθημερινή της Κυριακής 15 Νοεμβρίου με τίτλο «Τα μοντέλα της Δημοκρατίας», σχολιάζοντας προηγούμενο κείμενό μου στα ΝΕΑ (17 Οκτωβρίου) με τίτλο «Χρυσή Αυγή και μαχόμενη δημοκρατία», στο οποίο συμπεραίνει ότι «και η υπερμαχητική και η υπερανεκτική Δημοκρατία την ελευθερολογία έχουν στο στόχαστρο. Σαν να λέμε ότι το πρώτο θύμα ενός πολέμου δεν είναι η αλήθεια, αλλά η ελευθερία».

Οι απόψεις αυτές έχουν αντικρουστεί από κορυφαίους διανοητές της φιλελεύθερης σκέψης. Ο Καρλ Πόπερ, ο Τζον Ρολς, ο Τζον Λοκ και πολλοί άλλοι έχουν υποστηρίξει ότι η επιβολή ορίων στην ελευθερία των μη ανεκτικών είναι θεμιτή και δικαιολογημένη, στο όνομα της υπεράσπισης της ανοχής και της δημοκρατίας. Σε πολλές μάλιστα χώρες, ως μέτρο έσχατης ανάγκης, έχει επιβληθεί απαγόρευση στη λειτουργία εξτρεμιστικών πολιτικών κομμάτων.

Η συζήτηση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία στην εποχή μας, δεδομένου ότι οι φιλελεύθερες δημοκρατίες υφίστανται πολλαπλές προκλήσεις. Ο εξτρεμισμός, η τρομοκρατία, ο θρησκευτικός φονταμεταλισμός πλήττουν τον ίδιο τον αξιακό πυρήνα των δημοκρατιών. Πώς αντιδρούμε σε όλα αυτά;

Η μια λύση είναι να οργανώσουμε μια δημοκρατική περίμετρο. Ο σεβασμός στο κράτος δικαίου, στην ελευθερία του Τύπου, στη θέσμιση της πολιτείας πρέπει να είναι αδιαπραγμάτευτες αξίες και όποιοι τις παραβιάζουν πρέπει να αντιμετωπίζονται μαχητικά και ανυποχώρητα. Η δημοκρατική περίμετρος είναι τα σα εκ των σων της Δημοκρατίας.

Η άλλη λύση είναι ο εφησυχασμός της διαδικαστικής δημοκρατίας. Η εναπόθεση του μέλλοντος και των αξιών της φιλελεύθερης δημοκρατίας στην αυτορρύθμιση.

Πολύ επικίνδυνη ατραπός, βλέποντας τα όσα γίνονται στις ΗΠΑ.

*

©Πέτρος Παπασαραντόπουλος στα Νέα 28.11.20 via metarithmisi.gr

Where Am I?

You are currently browsing the enlightenment category at αγριμολογος.