[Η αυταρχική νοοτροπία·
18/11/2022 § Σχολιάστε

Γεννημένη στο Ρίμινι το 1955 η Νάντια Ουρμπινάτι είναι καθηγήτρια Πολιτικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια της Νέας Υόρκης. Εχει ασχοληθεί ιδιαίτερα με τη σύγχρονη δημοκρατική σκέψη, το φαινόμενο του λαϊκισμού και τις θεωρίες της πολιτικής αντιπροσώπευσης. Το ακόλουθο άρθρο της δημοσιεύτηκε στην ιταλική εφημερίδα «Domani».
Η λογική του λαϊκισμού εμπεριέχει μια αυταρχική ροπή, παρά τις ειλικρινείς βλέψεις ορισμένων υποστηρικτών του οι οποίοι ονειρεύονται έναν προοδευτικό λαϊκισμό που θέλει να νικήσει την κάστα και να δώσει την εξουσία στον λαό. Η αυταρχική λογική που διέπει τον λαϊκισμό δεν εκδηλώνεται σε σχέση μόνο με τη θεσμική τάξη ή με τις διαδικασίες της δημοκρατίας, αλλά και με τη νοοτροπία και την ιδεολογία. Αποβλέπει στη διάδοση μιας κοσμοαντίληψης που δεν ανέχεται την προσωπική ελευθερία. Η αυταρχική νοοτροπία διαπνέεται από μια ολιστική προοπτική, που συνενώνει την πολιτική, την κοινωνία πολιτών και την οικονομία. Μολονότι τα δικαιώματα των πολιτών βασίζονται στην προϋπόθεση ότι πρέπει να διατηρείται προσεκτικά η διάκριση ανάμεσα σε αυτές τις σφαίρες, είναι ιστορικά επιβεβαιωμένο γεγονός το ότι στις σύγχρονες κοινωνίες αυτές οι διαστάσεις (κοινωνική, οικονομική, πολιτική) συνδέονται μεταξύ τους με αποτέλεσμα η μεταβολή σε μία από αυτές να επηρεάζει και τις άλλες.
Η αυταρχική νοοτροπία είναι μια μεταβολή η οποία, ενώ γεννιέται στο κοινωνικό και πολιτισμικό πεδίο, μπορεί να συμπαρασύρει και την πολιτική και θεσμική διάταξη. Από εδώ πηγάζουν οι φόβοι για αυταρχικές στροφές στις συνταγματικές δημοκρατίες. Από αυτή την αφετηρία θα πρέπει να ξεκινήσουμε, προκειμένου να ερμηνεύσουμε το ιδεολογικό κίνημα που διαπερνάει όλες σχεδόν τις δυτικές χώρες. Μιλάμε για το 2016, αυτή την τρομερή χρονιά για τη δημοκρατία και για την Ευρωπαϊκή Ενωση.
Τη χρονιά του Brexit και της εκλογής του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο, στο πλάι της οποίας πρέπει να τοποθετήσουμε και το 2022 που ήταν τρομερό για την Ευρώπη και για την ειρήνη. Τρία γεγονότα που συνδέονται με ένα αόρατο νήμα, το οποίο έχει τη δύναμη να προκαλεί κατά διαστήματα μια στρέβλωση των δημοκρατιών προς εθνικιστικές και αυταρχικές μορφές μέσω της εξύμνησης της ιδεολογίας της λαϊκής κυριαρχίας σαν αυτή να ήταν ένας απόλυτος μονάρχης.
Στο όνομα της λαϊκής κυριαρχίας, αλλά όχι για να διευρυνθεί η ισχύς και η ελευθερία των πολιτών, όχι για να βελτιωθούν οι ζωές τους, αλλά για να επικρατήσουν σχέδια και προγράμματα που εδραιώνουν αυταρχικές πολιτικές και αυταρχικούς ηγέτες. Το Brexit και ο Τραμπ είχαν μια εκρηκτική επίπτωση, επειδή έθεσαν στέρεες ιδεολογικές βάσεις για τη Νέα Δεξιά, εκείνη την οποία αποκαλούμε αυταρχική ή Δεξιά της τάξης. Οι ιδέες που τέθηκαν σε κυκλοφορία από αυτά τα δύο αγγλοαμερικανικά φαινόμενα είναι τουλάχιστον πέντε:
1. Το πρωτείο του εθνικού συμφέροντος, προκειμένου όμως να εξαρθεί η αλαζονική συμπεριφορά της κυβέρνησης στην εφαρμογή εθνικιστικών πολιτικών απέναντι στο εξωτερικό αλλά και απέναντι στις μειονότητες στο εσωτερικό. Δεξιά και Αριστερά διακρίνονται σήμερα και από τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται το εθνικό συμφέρον.
2. Η ανάδειξη της πλειοψηφίας, όχι σε κανόνα ή αρχή απόφασης, αλλά σε εξουσία του πιο ισχυρού ο οποίος διεκδικεί ένα πεδίο ανώτερης εξουσίας και για να το πετύχει αυτό αλλάζει -όταν αυτό είναι εφικτό- το Σύνταγμα, όπως συνέβη στην Ουγγαρία αλλά εν μέρει και στην Πολωνία.
3. Ο εγκωμιασμός των παραδόσεων, των θρησκευτικών παραδόσεων και των παραδοσιακών μοντέλων ζωής, ιδιωτικής και κοινωνικής, του τρόπου με τον οποίο το έθνος θέλει να ζουν τα μέλη του. Δεν είναι αναγκαίο να παρέμβουν στα θεμελιώδη δικαιώματα για να εφαρμόσουν αυτό το σχέδιο. Αρκεί να ξεκινήσουν μια εκστρατεία επηρεασμού της κοινής γνώμης μέσω του σχολείου, των μέσων μαζικής επικοινωνίας και των οργανώσεων της κοινωνίας πολιτών.
4. Η χωρίς τυμπανοκρουσίες αλλά γοργή κατάκτηση των μέσων πληροφόρησης και διαμόρφωσης της κοινής γνώμης. Η Ουγγαρία, την οποία θαυμάζουν όλες οι Δεξιές, άνοιξε την πόρτα σε τέτοιες αυταρχικές επεμβάσεις.
5. Η πρόταση ή η προσπάθεια να αναμορφωθεί η Ευρωπαϊκή Ενωση, περιορίζοντας για παράδειγμα τις ρυθμιστικές παρεμβάσεις σε σημαντικούς τομείς, κοινωνικούς και οικονομικούς, προκειμένου να παραχωρηθεί περισσότερος χώρος στις διμερείς διαπραγματεύσεις μεταξύ των κυβερνήσεων και των Βρυξελλών.
Αν τώρα από τις πολιτικές επιλογές περάσουμε στην αυταρχική νοοτροπία, βλέπουμε ότι η αυταρχική στροφή έχει μια επεκτατική και διακομματική επίπτωση. Αυτή η νοοτροπία αφορά τόσο τις κοινωνικές και οικονομικές σχέσεις όσο και τις ιδιωτικές. Ας ξεκινήσουμε από την πρώτη πλευρά, που μπορεί να καταγραφεί ως ένα κίνημα της τάξης το οποίο έχει στο επίκεντρό του την ιδεολογία της αξιοκρατίας. Αυτή έγκειται στο να φορτώνουν στους χαμένους της πάλης για την ευημερία όλες τις ευθύνες για την κακοτυχία τους. Αθωώνοντας παράλληλα την «κοινωνία» η οποία αντίθετα, όπως είδαμε κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας, δεν ανέχεται εκείνες τις μορφές κοινωνικής αρωγής «που τροφοδοτούν την τεμπελιά». Η κοινωνική νοοτροπία της τάξης εκπροσωπείται από την οργισμένη και μνησίκακη επίθεση στο βασικό εισόδημα.
Το αυταρχικό τόξο είναι σε αυτή την περίπτωση ευρύτερο και στην Ιταλία περιλαμβάνει τη Δεξιά και το Κέντρο (από τη Μελόνι ώς τον Ρέντσι). Συμμερίζεται μια νεοφιλελεύθερη λογική που προπαγανδίζει το επιχειρηματικό πνεύμα και την προστασία των οικονομικών συμφερόντων, με ένα κράτος βέβαια λιγότερο ογκώδες από εκείνο το φασιστικό, αλλά όχι λιγότερο αυταρχικό απέναντι στα οικονομικά αδύναμα υποκείμενα. Είναι όμως η πλευρά η σχετική με τις ιδιωτικές και σεξουαλικές σχέσεις, με τα ζητήματα του γένους (των γενών) και με εκείνα που συνδέονται με την τεκνοποιία αυτή που ενδιαφέρει κυρίως την αυταρχική νοοτροπία. Η εκστρατεία για την αποκατάσταση της κεντρικής θέσης της μητρότητας θα πρέπει να μελετηθεί σε βάθος, επειδή συνδέεται με τη ρητορική της δημογραφικής παρακμής των δυτικών χωρών και δεν είναι απλώς ένα ζήτημα ηθικολογικό. Συνδέεται με τον ρατσισμό και την ξενοφοβία.
Οπως επαναλαμβάνουν ακούραστα η Μελόνι και ο Σαλβίνι, το έθνος πρέπει να παράγει εργατικά χέρια, προκειμένου να μην υποχρεώνεται να τα εισάγει από το εξωτερικό και επομένως να εκτίθεται στον κίνδυνο της πολυπολιτισμικότητας και του θρησκευτικού και πολιτισμικού πλουραλισμού. Το ζήτημα της μητρότητας υπηρετεί επομένως την υπόθεση του εθνικισμού σε μια εποχή παγκοσμιοποίησης. Οπως και η πάλη εναντίον της φιλελεύθερης νοοτροπίας στις σεξουαλικές σχέσεις, με τη Δεξιά να θέλει να σταματήσει την ελευθεριακή παρέκκλιση που θέτει σε κρίση τη μητρότητα, η κοίτη της οποίας πρέπει να είναι η ετερόφυλη οικογένεια.
Γεννημένη στο Ρίμινι το 1955 η Νάντια Ουρμπινάτι είναι καθηγήτρια Πολιτικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια της Νέας Υόρκης. Εχει ασχοληθεί ιδιαίτερα με τη σύγχρονη δημοκρατική σκέψη, το φαινόμενο του λαϊκισμού και τις θεωρίες της πολιτικής αντιπροσώπευσης
*
[Επιμέλεια: Θανάσης Γιαλκέτσης ―Εφημ. τ. Συντακτών »»»
◉
[φέρουν στα σπλάχνα τους εκείνο το οποίο καταγγέλλουν·
27/10/2022 § Σχολιάστε

Επιστροφή στις φυλετικές εμμονές και τις προκαταλήψεις της άκρας δεξιάς της δεκαετίας του 1930 με το πρόσχημα του αντι-ρατσισμού βλέπει ο Πασκάλ Μπρυκνέρ, καταγγέλλοντας τους αριστερούς «αντιφά» ότι κολλούν την ταμπέλα του «φασισμού» σε οτιδήποτε με το οποίο διαφωνούν.
O Μπρυκνέρ ήταν από τους πρώτους που κατήγγειλαν τον αριστερό ισλαμο-φασισμό στη Γαλλία, που επιδιώκει να ωθήσει «τις δημοκρατικές κοινωνίες προς τον αυταρχισμό και τη διάβρωση του κράτους δικαίου», παίζοντας έτσι «ανοικτά το παιχνίδι ανόδου στην εξουσία αντιευρωπαϊκών και αυταρχικών δυνάμεων, ώστε, πέρα από την πνευματική αποσταθεροποίηση, να ενισχυθεί και η δική τους αυταρχική αντίληψη περί των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που με πρώτα αυτά των γυναικών, γράφουν στα παλαιότερα των υποδημάτων τους».
Τώρα, στο βιβλίο του με τίτλο «Un coupable presque parfait – La construction du bouc emissaire blanc» («Ένας σχεδόν τέλειος ένοχος – Η δημιουργία του λευκού αποδιοπομπαίου τράγου»), που κυκλοφόρησε πρόσφατα και στην Ιταλία και προκαλεί πολλές συζητήσεις, ο εμβληματικός Γάλλος φιλόσοφος και μυθιστοριογράφος υποστηρίζει ότι στην εποχή μας η Αριστερά έχει αντικαταστήσει την πάλη των τάξεων (που φαίνεται να έχει γίνει προνόμιο της Δεξιάς) με την αδιάκοπη υπεράσπιση των μειονοτήτων, κολλώντας τη ρετσινιά του «φασιστικού» σε οτιδήποτε δηλώνει άμεσα ή έμμεσα μια πρόσδεση με τις παραδόσεις και με τον τρόπο αυτό έχει εντοπίσει έναν νέο πολέμιο, στον οποίο στρέφει τα βέλη της: όχι πλέον τον καπιταλισμό, αλλά «τον ετεροφυλόφιλο λευκό άνδρα».
«Δεν εμπιστεύομαι τους »αντιφά», διότι φέρουν στα σπλάχνα τους εκείνο που ισχυρίζονται ότι καταγγέλλουν», λέει.
Κατά τον Μπρυκνέρ, τον διασημότερο ίσως σύγχρονο φιλόσοφο της Γαλλίας, η Ευρώπη επηρεάζεται ανεξήγητα από οτιδήποτε προέρχεται από τον αγγλοσαξονικό κόσμο. Όχι μόνον από τις τάσεις στη μόδα και τα διάφορα καταναλωτικά αγαθά, αλλά πρωτίστως από τα γεννημένα στις αμερικανικές πανεπιστημιουπόλεις ρεύματα σκέψης (σε αυτήν την περίπτωση σήμερα τα νεο-φεμινιστικά, αντιρατσιστικά και αντι-αποικιοκρατικά) που έχουν εντοπίσει στον λευκό άνδρα έναν αποδιοπομπαίο τράγο. Ανεξάρτητα από το ποια είναι τα πραγματικά του λάθη, ο «λευκός ετεροφυλόφιλος» είναι ένοχος ως τέτοιος.
Πρόκειται για έναν αντιρατσισμό, που είναι στην ουσία ρατσισμός από την ανάποδη. «Όταν μας λένε, π.χ., ακτιβιστές ότι ένας λευκός είναι εκ φύσεως ρατσιστής, διότι αυτό είναι εγγενές με αυτόν τον ίδιο και απορρέει από αυτόν ως μία ακούσια έκφανσή του, βρισκόμαστε ήδη στην εικονογράφηση ενός ρατσισμού εκ της ουσίας της ίδιας, αποδίδουμε ένα χαρακτηριστικό σε ένα άτομο εξαιτίας της βιολογικής και γενετικής του ουσίας. Και παρά ταύτα, τα άτομα αυτά ισχυρίζονται ότι είναι με την πλευρά της αλήθειας».
Στις ΗΠΑ, καθώς και στο Ηνωμένο Βασίλειο και τη Γαλλία, οι θεωρίες αυτές δημιουργούν παράλογη συμπεριφορά, λέει ο Μπρυκνέρ, αναφέροντας το παράδειγμα Αμερικανών επιχειρηματιών που αρνούνται να καθίσουν στο αεροπλάνο δίπλα σε μια γυναίκα υπάλληλό τους και στα ξενοδοχεία ζητούν δωμάτια σε διαφορετικούς ορόφους για να αποφύγουν τις κατηγορίες παρενόχλησης, ενώ στα πανεπιστήμια συνιστάται η σύνταξη γραπτών συμφωνιών πριν από τη σεξουαλική επαφή. Καταγγέλλει τις «απλώς γελοίες πρωτοβουλίες», όπως αυτή που καλεί τις γυναίκες να σταματήσουν να έχουν σεξουαλικές σχέσεις με τα αρσενικά (το αρσενικό είναι πάντα «βίαιο αρπακτικό», ακόμη και όταν το σεξ είναι συναινετικό), ή εκείνη που απαιτεί χρωματιστά τσιρότα για τους μη λευκούς.
Ο Μπρυκνέρ δεν αρνείται διόλου την ανάγκη προάσπισης των πολιτικών δικαιωμάτων και παραδέχεται τα πολλά ελαττώματα της λευκής Δύσης. Ωστόσο, όπως σημειώνει, αναπτύσσεται ένας «ρατσιστικός αντι-ρατσισμός», όπως τον αποκαλεί, που καθίζει μόνο λευκούς ετεροφυλόφιλους στο εδώλιο και συχνά το κάνει βάσει εντελώς εσφαλμένων πεποιθήσεων (όπως το επιχείρημα ότι οι «γενοκτονίες» διαπράχθηκαν μόνο από λευκούς· θα αρκούσε να σκεφτούμε τι συνέβη στο Μπουρούντι και τη Ρουάντα και τους δύο εκατομμύρια θανάτους που προκλήθηκαν από συγκρούσεις μεταξύ εθνοτικών ομάδων, ή το γεγονός ότι η κλιματική αλλαγή προκλήθηκε από τις αποικιακές δραστηριότητες των λευκών…
Πρόκειται, σχολιάζουν ιταλικά ΜΜΕ, για ένα βιβλίο στο οποίο ο Μπρυκνέρ παραθέτει τεκμηριωμένες απόψεις και θέτει ενοχλητικά ερωτήματα σχετικά με το τι μπορεί να μας επιφυλάσσει ένα μέλλον όπου θα κυριαρχεί το «πολιτικά ορθό» και οι απόψεις υστερικών ιδεολογικών μειονοτήτων, που ισχυρίζονται ότι είναι με την πλευρά της αλήθειας. [Τρύφωνας Καϊσερλίδης]
✳︎
[Πρόσφατα το βιβλίο κυκλοφόρησε κ α ι στη χώρα μας με τον τίτλο Ένας σχεδόν τέλειος ένοχος, από τις εκδόσεις Πατάκη (ε δ ώ), σε μετάφραση Ανδρέα Παππά.
◉
[Ναβαρίνο·
25/10/2022 § Σχολιάστε

Η ναυμαχία του Ναυαρίνου (1827). Ελαιογραφία του Γκαρνερέ.
Η ναυμαχία του Ναβαρίνου έγινε στις 20 Οκτωβρίου του 1827, κατά τη διάρκεια της ελληνικής επανάστασης (1821-1832) στον κόλπο Ναυαρίνο, στη δυτική ακτή της χερσονήσου της Πελοποννήσου στο Ιόνιο Πέλαγος.
Η τελευταία πράξη της Ελληνικής Επανάστασης
Η ναυμαχία του Ναβαρίνου, η τελευταία μεγάλη ναυτική σύγκρουση που έγινε με ιστιοφόρα πλοία, κράτησε τέσσερις ώρες και είχε ως αποτέλεσμα να βυθιστούν 60 τουρκοαιγυπτιακά πλοία
ΤοΝαβαρίνο, ο κόλπος της Πύλου, είναι ένα από τα μεγαλύτερα φυσικά λιμάνια του κόσμου, με μήκος 4.800 μ. και πλάτος 3.600 μ. Τον κόλπο, που βλέπει στο Ιόνιο, τον ορίζει και τον προστατεύει από το πέλαγος ένας τεράστιος φυσικός λιμενοβραχίονας (με μήκος 4.000 μ., πλάτος 500-1.000 μ. και ύψος που φθάνει τα 150 μ.), το νησί Σφακτηρία, γυμνό από δέντρα σήμερα, δασώδες όμως στην αρχαιότητα.
Το ιδανικό αυτό φυσικό λιμάνι, ο ημαθόεις Πύλος (η αμμουδερή Πύλος) του Ομήρου, έχει δύο ανοίγματα: το Μεγάλο Πέρασμα (μήκους 1.200 μ.), στα νοτιοδυτικά, απ’ όπου έμπαιναν ανέκαθεν τα καράβια, για να αγκυροβολήσουν στον ήσυχο κόλπο (το βάθος της θάλασσας φθάνει τα 50 μ.), και τη Συκιά, στα βόρεια, στενό και ρηχό άνοιγμα, ακατάλληλο για πέρασμα καραβιών.
Στο Μεγάλο Πέρασμα, στη νότια απόληξη της Σφακτηρίας, δεσπόζει το βραχώδες ψηλό νησάκι Τσιχλί-Μπαμπά, ενώ στο κέντρο του κόλπου υπάρχει η βραχονησίδα Χελωνάκι (Χελωνήσι). Στα βόρεια του κόλπου της Πύλου απλώνεται η εκτεταμένη πεδιάδα της Γιάλοβας με το Διβάρι, ενώ βορειοδυτικά, και σε μικρή απόσταση πίσω από το Διβάρι, βρίσκεται η φημισμένη Βοϊδοκοιλιά, όρμος με αμμόλοφους και γαλαζοπράσινα νερά, τοπίο εξαιρετικής φυσικής ομορφιάς.
Στον κόλπο του Ναβαρίνου, στις 8/20 Οκτωβρίου 1827, παίχτηκε η τελευταία πράξη της Ελληνικής Επανάστασης, στη ναυμαχία που έφερε αντιμέτωπους το συμμαχικό στόλο των Άγγλων, των Γάλλων και των Ρώσων με το στόλο των Τουρκοαιγυπτίων.
Το 1827 ήταν η πλέον δυσάρεστη και δύσκολη χρονιά της Ελληνικής Επανάστασης. Η Τρίπολη είχε από καιρό πέσει πάλι στα χέρια των Τούρκων. Την πτώση του Μεσολογγίου την ακολούθησε η πτώση του κάστρου της Αθήνας, της Ακρόπολης.
Οι Τούρκοι είχαν αλώσει όλα τα κάστρα της Πελοποννήσου εκτός από το Ναύπλιο και τη Μονεμβασιά, περιοχές στις οποίες, μαζί με τη Μάνη, έκαιγε ακόμη η φλόγα της Επανάστασης.
Οι Έλληνες συνέχιζαν τις ολέθριες αδελφοκτόνες διαμάχες τους. Ο Καραϊσκάκης, ο Αθανάσιος Διάκος, ο Παπαφλέσσας, ο Μπότσαρης, ο Οδυσσέας Ανδρούτσος είχαν χαθεί, ο Ιμπραήμ λεηλατούσε, σκότωνε και έκαιγε, σκορπίζοντας τον όλεθρο και την καταστροφή.
Ο τουρκοαιγυπτιακός στόλος, με 89 καράβια, υπό την αρχηγία του τούρκου Ταχήρ πασά και των αιγυπτίων ναυάρχων Μουσταφά μπέη και Μωχαρέμ μπέη, εισήλθε στον κόλπο του Ναβαρίνου, με σκοπό την ενίσχυση και τον εφοδιασμό των χερσαίων δυνάμεων του Ιμπραήμ πασά, που ρήμαζαν την Πελοπόννησο.
Οι στόλοι των Ευρωπαίων, ο αγγλικός με ναυαρχίδα την «Ασία» και δώδεκα πολεμικά πλοία υπό τον αντιναύαρχο σερ Έντουαρντ Κόδριγκτον (1770-1851), ο ρωσικός με ναυαρχίδα το «Αζόφ» και οκτώ πλοία υπό τον υποναύαρχο κόμη Λογγίνο Χέυδεν (1772-1840) και ο γαλλικός με ναυαρχίδα το «Σειρήν» και επτά πλοία υπό τον υποναύαρχο Ερρίκο Δανιήλ Γκωτιέ Δεριγνύ (1782-1835), εισήλθαν επίσης στον κόλπο, βασισμένοι στο μυστικό άρθρο της Ιουλιανής Συνθήκης του Λονδίνου (6 Ιουλίου 1827), που ενέκρινε τη χρήση «όσων μέτρων οι περιστάσεις υπαγορεύουν», προκειμένου να επιτευχθεί ειρήνη και να ανακοπούν οι σφαγές και οι λεηλασίες του Ιμπραήμ.
Η ναυμαχία, η τελευταία μεγάλη ναυτική σύγκρουση που έγινε με ιστιοφόρα πλοία, κράτησε τέσσερις ώρες και είχε ως αποτέλεσμα να βυθιστούν 60 τουρκοαιγυπτιακά πλοία και να χάσουν τη ζωή τους 6.000 ναύτες.
Σύμφωνα μάλιστα με τις διηγήσεις παλαιότερων κατοίκων της Πύλου, στον κόλπο του Ναβαρίνου, κοντά στη Σφακτηρία, όταν το φως ήταν κατάλληλο και η θάλασσα ήρεμη, κοιτώντας από τη βάρκα προς το βυθό, μπορούσε κανείς να δει τα κατάρτια των βυθισμένων τουρκοαιγυπτιακών πλοίων από τη μεγάλη ναυμαχία του 1827.
Από το συμμαχικό στόλο δε βυθίστηκε κανένα πλοίο, αλλά σκοτώθηκαν 272 Άγγλοι, 198 Ρώσοι και 185 Γάλλοι.
Οι τρεις ευρωπαίοι ναύαρχοι, καθώς και άλλοι αξιωματικοί αλλά και ναύτες που πολέμησαν στο Ναβαρίνο, άφησαν τις συγκλονιστικές μαρτυρίες τους σε απομνημονεύματα και γράμματα.
Στο απόσπασμα που ακολουθεί, ένας άγγλος ναύτης του πλοίου «Γένοβα» αφηγείται τις αναμνήσεις του ως εξής:
Η επιφάνεια του νερού ήταν γεμάτη συντρίμμια, κατάρτια και αντένες παρασύρονταν πάνω στο νερό και πάνω τους προσπαθούσαν να κρατηθούν εκατοντάδες δυστυχισμένοι που τα πλοία τους είχαν ανατιναχτεί. Πολλοί μάς εκλιπαρούσαν στα τουρκικά, που οι περισσότεροί μας κάτι μισοκαταλαβαίναμε επειδή είχαμε κάνει στη Σμύρνη.
Ο ίδιος συνεχίζει ως εξής:
Μετά ακούστηκε το «πυρ!». Αμέσως ακολούθησε η ομοβροντία μας, η οποία είχε τρομερά αποτελέσματα πάνω στο πλευρό της τουρκικής ναυαρχίδας που βρισκόταν μπροστά μας. Ο πρώτος άνδρας που είδα να σκοτώνεται στο πλοίο μας ήταν ένας πεζοναύτης, κι αυτό ύστερα από πέντε-έξι ομοβροντίες από τη μεριά του εχθρού. Βρισκόταν ακριβώς δίπλα μου. Είχα πάρει το σφουγγάρι απ’ το χέρι του και γυρνώντας τον είδα πεσμένο στα πόδια μου, με το κεφάλι του κομμένο τόσο κανονικά θαρρείς και είχε γίνει με μαχαίρι […]
Οι πυροβολισμοί συνεχίζονταν αδιάκοπα και κατά διαστήματα τούς συνόδευαν ομαδικές επευφημίες τόσο δυνατές που δεν τις έπνιγε ούτε ο βρυχηθμός των κανονιών, αλλά ακόμα πιο δυνατά μπορούσε να ακούσει κανείς τις απελπισμένες κραυγές των τραυματισμένων που κτυπούσαν στ’ αυτιά μας σα νεκρικοί κώδωνες […]
Ήταν δυο αγόρια 14 και 16 χρόνων, που υπηρετούσαν στο βεστιάριο των αξιωματικών. Και τα δυο τους στέκονταν εκεί όμορφα και καθαροντυμένα. Ο Φίσερ ήταν το πιο ενδιαφέρον παιδί που συνάντησα ποτέ μου. Ήταν όλος υγεία, με ροδοκόκκινα μάγουλα και μακριά μαύρα μαλλιά που έπεφταν μπροστά στα μεγάλα μαύρα μάτια του. Πιασμένα χέρι-χέρι, εκεί στο κιγκλίδωμα, ύψωναν κι αυτά τις φωνούλες τους μαζί με τις επευφημίες των ανδρών. Γέμιζα το κανόνι μου όταν άκουσα μια τσιριχτή φωνή και γυρίζοντας είδα τον Φίσερ να κείτεται νεκρός. Τραυματισμένος, αλλά όχι θανάσιμα, είχε πέσει κι ο Άντερσον […]
Σύρθηκε μέχρι το κορμί του φίλου του, έχωσε το κεφάλι στο στήθος του και έβγαλε τις πιο διαπεραστικές κραυγές που άκουσα ποτέ μου. Εγώ κι ένας άλλος διαταχθήκαμε να τον μεταφέρουμε στο αναρρωτήριο. Είδαμε ότι ο Φίσερ είχε κτυπηθεί στο πίσω μέρος του κεφαλιού. Ήταν ακόμα χαμογελαστός και τα μάγουλά του ροδοκόκκινα όπως πάντα. Με μεγάλη δυσκολία χωρίσαμε τον μικρό Άντερσον από το κορμί του συντρόφου του. Μας εκλιπαρούσε να μην του πάρουμε τον «αγαπημένο του Νεντ». Περιτριγυρισμένοι από το θάνατο, ήταν αδύνατο να μην επηρεαστούμε απ’ αυτή τη σκηνή, αλλά δεν μπορούσαμε να κάνουμε αλλιώς παρά να τους χωρίσουμε με τη βία. Όμως τα βάσανα του κακόμοιρου παιδιού δεν τέλειωσαν εδώ. Καθώς το μεταφέραμε στο αναρρωτήριο, ένα θραύσμα το βρήκε στο χέρι και του το έσπασε. Τον Φίσερ τον αποθέσαμε στον κοινό σωρό των σκοτωμένων που περίμεναν τον υγρό τάφο τους […]
Το πλήρωμα της γαλλικής φρεγάτας Alcyone είχε περιμαζέψει έναν Τούρκο, που απ’ το ντύσιμό του φαινόταν νάχει κάποιο αξίωμα. Όταν ανέβηκε στο πλοίο ανακάλυψε πως το χέρι του ήταν σοβαρά κτυπημένο. Με μεγάλη άνεση λοιπόν, και με πολλή αξιοπρέπεια, θαρρείς και είχε καταλάβει τη φρεγάτα, πήγε στο αναρρωτήριο και έδωσε στον χειρούργο να καταλάβει πως θέλει να του κόψει το χέρι. Ο χειρούργος τον εξυπηρέτησε, κι ο Τούρκος ανέβηκε στο κατάστρωμα, και με την ίδια άνεση έπεσε στη θάλασσα και κολύμπησε μέχρι το σκάφος του που βρισκόταν ακριβώς απέναντι στο γαλλικό. Δεν πέρασαν λίγα λεπτά αφότου ανέβηκε στο κατάστρωμα και το σκάφος τινάχτηκε στον αέρα.
Η καταναυμάχηση του τουρκοαιγυπτιακού στόλου από τους στόλους των Ευρωπαίων στο Ναβαρίνο σήμανε την απελευθέρωση της Ελλάδας από τον τουρκικό ζυγό και άνοιξε το δρόμο για τη δημιουργία του νεοελληνικού κράτους.
✳︎
*Οι πληροφορίες και τα αποσπάσματα που συνθέτουν το παρόν άρθρο προέρχονται από το συγγραφικό πόνημα των Γιώργου Παπαθανασόπουλου – Θάνου Παπαθανασόπουλου «Πύλος – Πυλία, Οδοιπορικό στο χώρο και στο χρόνο» (έκδοση της Διευθύνσεως Δημοσιευμάτων του Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων, Αθήνα 2000), με τους οποίους είχα τη χαρά και την τιμή να συνεργαστώ στο πλαίσιο της εν λόγω εκδοτικής προσπάθειας.
*
[Στεργιόπουλος Βαγγέλης, Το Βήμα 20.10.2022
◉
[οι ρίζες του μίσους·
06/08/2022 § Σχολιάστε
Κορνήλιος Καστοριάδης (1922-1997)

Η πλήρης δημοκρατία και η αποδοχή του άλλου δεν αποτελούν φυσική ανθρώπινη κλίση. Αμφότερες συναντούν τεράστια εμπόδια. Ο μοναδικός ανοικτός δρόμος είναι η συνέχιση του αγώνα κόντρα στο ρεύμα.
Υπάρχουν δύο ψυχικές εκφράσεις του μίσους: το μίσος για τον άλλο και το μίσος για τον εαυτό μας, το οποίο συχνά δεν παρουσιάζεται ως τέτοιο. Αλλά πρέπει να καταλάβουμε ότι και τα δύο έχουν κοινή ρίζα, την άρνηση της ψυχικής μονάδας να δεχθεί αυτό που για την ίδια είναι ξένο. Η οντολογική αυτή διάρθρωση του ανθρώπου επιβάλλει αξεπέραστους εξαναγκασμούς σε κάθε κοινωνική οργάνωση και σε κάθε πολιτικό πλάνο. Καταδικάζει αμετάκλητα κάθε ιδέα για μία «διαφανή» κοινωνία, κάθε πολιτικό πλάνο που αποσκοπεί στην άμεση οικουμενική συμφιλίωση.
Κατά τη διαδικασία κοινωνικοποίησης, οι δύο διαστάσεις του μίσους χαλιναγωγούνται σε σημαντικό βαθμό, τουλάχιστον όσον αφορά στις πιο δραματικές εκδηλώσεις τους. Εν μέρει αυτό επιτυγχάνεται μέσω του μόνιμου αντιπερισπασμού που ασκείται στην καταστροφική τάση από τους «εποικοδομητικούς» κοινωνικούς σκοπούς -την εκμετάλλευση της φύσης, το συναγωνισμό διαφόρων ειδών (τις «ειρηνικές» αγωνιστικές δραστηριότητες, όπως ο αθλητισμός, τον οικονομικό ή πολιτικό ανταγωνισμό, κ.τ.λ.). Όλες αυτές οι διέξοδοι κατευθύνουν ένα μέρος του μίσους και της «διαθέσιμης» καταστροφικής ενέργειας, αλλά όχι το σύνολό τους.
Το κομμάτι του μίσους και της καταστροφικότητας που απομένει φυλάσσεται σε μία δεξαμενή έτοιμη να μετατραπεί σε καταστροφικές δραστηριότητες, σχηματοποιημένες και θεσμοθετημένες, που στρέφονται εναντίον άλλων ομάδων -δηλαδή να μετατραπεί σε πόλεμο. Αυτό δε σημαίνει ότι το ψυχικό μίσος είναι η «αιτία» του πολέμου. Αλλά το μίσος είναι, αναμφίβολα, ένας όρος, όχι μόνο απαραίτητος αλλά και ουσιαστικός, του πολέμου.
Το μίσος καθορίζει τον πόλεμο και εκφράζεται μέσω αυτού. Η φράση του Αντρέ Μαλρό «είθε η νίκη σε αυτόν τον πόλεμο να ανήκει σε όσους πολέμησαν χωρίς να τον αγαπούν» εκφράζει μία ελπίδα που στην πραγματικότητα διαψεύδεται σε όλους σχεδόν τους πολέμους. Αλλιώς δε θα καταλαβαίναμε πώς εκατομμύρια άνθρωποι στη διάρκεια της ιστορίας ήταν πρόθυμοι, από τη μία στιγμή στην άλλη, να σκοτώσουν αγνώστους ή να σκοτωθούν από αυτούς. Και όταν η δεξαμενή του μίσους δε βρίσκει διέξοδο στον πόλεμο, εκδηλώνεται υπόκωφα με τη μορφή της περιφρόνησης, της ξενοφοβίας και του ρατσισμού.
Οι καταστροφικές τάσεις των ατόμων συνάδουν απόλυτα με την ανάγκη μίας κοινωνίας να ενδυναμώνει τη θέση των νόμων, των αξιών και των κανόνων της, ως μοναδικά στην τελειότητά τους και ως τα μόνα αληθινά, ενώ οι νόμοι, τα πιστεύω και τα έθιμα των άλλων είναι κατώτερα, λανθασμένα, άσχημα, αηδιαστικά, φριχτά, διαβολικά.
Και αυτό, με τη σειρά του, βρίσκεται σε πλήρη αρμονία με τις ψυχικές ανάγκες του ατόμου. Γιατί ό,τι υπάρχει πέρα από τον κύκλο σημασιών που τόσο επίπονα περιέβαλε στο δρόμο προς την κοινωνικοποίηση είναι λανθασμένο, άσχημο, ασύνετο. Το αυτό συμμερίζεται η ομάδα στην οποία ανήκει: φυλή, χωριό, έθνος, θρησκεία. Πρέπει να γίνει σαφώς αντιληπτό ότι κάθε απειλή προς τις θεσμοθετημένες ομάδες, στις οποίες ανήκουν τα άτομα, βιώνεται από αυτά ως πιο σοβαρή από μία απειλή κατά της ζωής τους.
Τα χαρακτηριστικά αυτά παρατηρούνται με μεγαλύτερη ένταση στις εντελώς κλειστές κοινωνίες: στις αρχαϊκές ή παραδοσιακές, αλλά ακόμη περισσότερο στις σύγχρονες απολυταρχικές. Η κύρια απάτη είναι πάντα: οι κανόνες μας είναι το καλό, το καλό είναι οι κανόνες μας, οι κανόνες μας δεν είναι ίδιοι με τους δικούς τους, άρα οι κανόνες τους δεν είναι καλοί.
Επίσης: ο θεός μας είναι ο αληθινός, η αλήθεια είναι ο θεός μας, ο θεός μας δεν είναι ίδιος με τον δικό τους, άρα ο θεός τους δεν είναι ο αληθινός.
Πάντα φαινόταν σχεδόν αδύνατο οι ανθρώπινες ομάδες να αντιμετωπίζουν το διαφορετικό ως ακριβώς αυτό: απλώς διαφορετικό. Επίσης, ήταν σχεδόν αδύνατο να αντιμετωπίζουν τους θεσμούς των άλλων ως ούτε κατώτερους ούτε ανώτερους, αλλά απλώς ως διαφορετικούς. Η συνάντηση μίας κοινωνίας με άλλες συνήθως ανοίγει τον δρόμο για τρεις πιθανές εκτιμήσεις: οι άλλοι είναι ανώτεροι από εμάς, είναι ίσοι ή είναι κατώτεροι. Αν δεχτούμε ότι είναι ανώτεροι, οφείλουμε να απαρνηθούμε τους θεσμούς μας και να υιοθετήσουμε τους δικούς τους. Αν είναι ίσοι, θα μας ήταν αδιάφορο αν οι άλλοι είναι χριστιανοί ή ειδωλολάτρες. Οι δύο αυτές πιθανότητες είναι απαράδεκτες. Διότι αμφότερες προϋποθέτουν ότι το άτομο πρέπει να εγκαταλείψει τα σημεία αναφοράς του ή τουλάχιστον να τα θέσει υπό αμφισβήτηση.
Δεν απομένει λοιπόν παρά η τρίτη πιθανότητα: οι άλλοι είναι κατώτεροι. Αυτό βεβαίως αποκλείει την πιθανότητα οι άλλοι να είναι ίσοι με εμάς, με την έννοια ότι οι θεσμοί τους απλώς δε συγκρίνονται με τους δικούς μας. Ακόμη και στην περίπτωση «μη θρησκευτικών» πολιτισμών, μία τέτοια παραδοχή θα δημιουργούσε αναπάντητα ερωτηματικά στο καθαρώς θεωρητικό επίπεδο: πώς αντιμετωπίζει κανείς κοινωνίες που δεν αναγνωρίζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα, επιβάλλουν στους πολίτες τους σκληρές ποινές ή έχουν απαράδεκτα έθιμα;
Ο δρόμος προς την αναγνώριση του διαφορετικού αρχίζει στο ίδιο σημείο και έχει τα ίδια κίνητρα με την αμφισβήτηση των δεδομένων θεσμών της κοινωνίας, την απελευθέρωση των σκέψεων και των πράξεων, εν ολίγοις τη γέννηση της δημοκρατίας και της φιλοσοφίας. Εδώ μπαίνει κανείς σε πειρασμό να πει ότι το άνοιγμα της σκέψης και ο μερικός και σχετικός εκδημοκρατισμός των πολιτικών καθεστώτων της Δύσης συνοδεύτηκαν από την παρακμή του σωβινισμού, της ξενοφοβίας και του ρατσισμού. Ωστόσο, δε μπορούμε να δεχτούμε αυτήν την ιδέα χωρίς να θέσουμε ισχυρούς περιορισμούς. Αρκεί να σκεφτούμε με πόσο ακραία επιθετικότητα επανεμφανίστηκε ο εθνικισμός, η ξενοφοβία και ο ρατσισμός τον 20ό αιώνα σε χώρες «ανεπτυγμένες» και «δημοκρατικές».
Όλα όσα ειπώθηκαν μέχρι εδώ αφορούν στον αποκλεισμό του άλλου. Δεν αρκούν για να «εξηγήσουμε» γιατί αυτός ο αποκλεισμός γίνεται διάκριση, περιφρόνηση, απομόνωση και τελικά μίσος, λύσσα και δολοφονική τρέλα. Δεν πιστεύω όμως ότι μπορεί να υπάρξει γενική «εξήγηση».
Μπορώ μόνο να αναφέρω έναν παράγοντα που αφορά στις μαζικές εκρήξεις εθνικού και ρατσιστικού μίσους στη σύγχρονη εποχή. Η κατάρρευση, στις καπιταλιστικές κοινωνίες, σχεδόν όλων των αρχών είχε ως επίπτωση τη συσπείρωση για λόγους ταύτισης γύρω από τη «θρησκεία», το «έθνος» ή τη «ράτσα», και όξυνε το μίσος προς τους ξένους. Η κατάσταση δεν είναι διαφορετική στις μη ευρωπαϊκές κοινωνίες που υφίστανται το σοκ της εισβολής του μοντέρνου τρόπου ζωής, άρα και την κονιοποίηση των παραδοσιακών σημείων αναφοράς με τα οποία ταυτίζονται τα άτομα. Το αποτέλεσμα είναι η αύξηση του θρησκευτικού και/ή εθνικού φανατισμού.[…]
Η αυτονομία, δηλαδή η πλήρης δημοκρατία, και η αποδοχή του άλλου δεν αποτελούν φυσική ανθρώπινη κλίση. Αμφότερες συναντούν τεράστια εμπόδια. Γνωρίζουμε από την ιστορία ότι ο αγώνας για τη δημοκρατία είχε μέχρι σήμερα οριακά μεγαλύτερη επιτυχία από τον αγώνα κατά του σωβινισμού, της ξενοφοβίας και του ρατσισμού. Αλλά για όσους είναι στρατευμένοι στο μοναδικό πολιτικό πλάνο που χρήζει υπεράσπισης, το πλάνο της οικουμενικής ελευθερίας, ο μοναδικός ανοικτός δρόμος είναι η συνέχιση του αγώνα κόντρα στο ρεύμα.
[Πηγή: http://www.doctv.gr