ζοφερές αυταπάτες

15/07/2010 § Σχολιάστε

[Ξένη δημοσίευση – σπανίως αναρτώ κείμενα άλλων, αυτό αποτελεί εξαιρέση…]

Οι κανόνες ως είδος πρώτης ανάγκης

Του ΕΥΓΕΝΙΟΥ ΑΡΑΝΙΤΣΗ, στο ένθετο «Επτά» της Κυριακάτικης «Ε»...

Κορέκτ, φόβος του ποιητή
Κατσαρός

Η δυτική κοινωνία καλλιεργεί τις πιο ζοφερές αυταπάτες της με μια παθολογική ένταση που την εμποδίζει να κάνει οτιδήποτε άλλο, άρα και οτιδήποτε λιγότερο αυτοκαταστροφικό. Μη μπορώντας να διασκεδάσει τις εντυπώσεις απ’ το απύθμενο έλλειμμα λογικής που συνοδεύει καθεμιά απ’ τις οικονομικές, θεσμικές, πολιτισμικές, ιδεολογικές και καταναλωτικές λειτουργίες της, επιμένει με φανατισμό σ’ ένα γελοίο πρωτόκολλο ψευτοσυνέπειας προς τις ανθυπολεπτομέρειες της τάξης που διέπει τον μικρόκοσμο της ατομικής συμπεριφοράς. Οσο πιο εκκωφαντική είναι η δυσαρμονία μεταξύ της υποτιθέμενης ηθικής των θεσμών και των νόμων αφ’ενός, και αφ’ετέρου του γενικού στιλ αυτής της συμπεριφοράς, τόσο πιο εμφαντικά διατυμπανίζεται, στη σφαίρα της κοινωνικής δραστηριότητας, η υποχρέωση να πράττει κανείς σύμφωνα με τον κώδικα που ρυθμίζει το ιδιωτικό. Οσο πιο απροκάλυπτα ο κυνισμός και η ωμότητα τροφοδοτούν το πεπρωμένο της κοινωνικής συνύπαρξης, τόσο πιο δυναμικά επανέρχεται στο προσκήνιο η υποταγή στον καθωσπρεπισμό των must και των mustn’t. Σύντομα, ο κοινός χαρακτήρας του συνόλου αυτών των κανόνων της βλακώδους κοσμιότητας πήρε το όνομα politically correct.

Ετσι, ως προς τα λεγόμενα προκαταρκτικά, στο κρεβάτι, πρέπει λέει ο άντρας να ζητήσει προηγουμένως την άδεια της γυναίκας, στο σημείο που εκείνη θα βγάλει (ή δεν θα βγάλει) το σουτιέν της· διαφορετικά, η τελευταία έχει το δικαίωμα να τον μηνύσει για σεξουαλική παρενόχληση. (Αυτό προαναγγέλλεται απ’ το Χόλιγουντ στη σκηνή όπου η Τζένιφερ Μπιλς βγάζει το σουτιέν της μ’ έναν περίπλοκο τοπολογικό χειρισμό χωρίς να βγάλει το πουλόβερ της.) Δεν φτάνει που οι ασφαλιστικές εταιρείες επέβαλαν την απαγόρευση του καπνίσματος σε ανοιχτούς (δημόσιους) χώρους αλλά, στην Καλιφόρνια, ενδέχεται να σε συλλάβουν αν τολμήσεις να μπεις στο λεωφορείο ή σε οποιοδήποτε μέσο μαζικής μεταφοράς δίχως να έχεις φροντίσει αποτελεσματικά την υγιεινή του στόματος. Εγκλημα και τερηδόνα συγκλίνουν.

Ταυτόχρονα, η ριζική, ουσιαστική ανηθικότητα κυβερνάει όλες ανεξαιρέτως τις όψεις της επιβίωσης. Σημειωτέον ότι το να διαλέξουμε παραδείγματα αυτής της ανηθικότητας όπως η ενθάρρυνση της οπλοκατοχής1, θα ήταν υπερβολικά ευπρεπές, σχεδόν εκτός θέματος – εξίσου περιττεύει, τώρα πια, το κλασικό παράδειγμα μιας εξωτερικής πολιτικής καθ’ υπαγόρευσιν του στρατιωτικοβιομηχανικού μπλοκ, η οποία επεξεργάζεται σχέδια εισβολής α λα Κλίντον σε χώρες που έχουν κριθεί ανεπίδεκτες μαθήσεως: όχι, η αληθινή ανηθικότητα βασιλεύει πρωτίστως σ’ αυτόν τον αισχρό, μεταμοντέρνο ρεαλισμό που σημαδεύει την κατάρρευση των ορίων ιδιωτικού και δημόσιου, τη ζωντανή αναμετάδοση θανατηφόρων οδικών ατυχημάτων από τις κάμερες της Τροχαίας, την παραληρηματική έξαψη των ριάλιτι «παιγνιδιών», τη φυτική αναρρίχηση των διασημοτήτων που γεννούν τα παιδιά τους ή πεθαίνουν ή χέζουν on line μπροστά σ’ ένα αποκτηνωμένο κοινό, έτοιμο να αξιοποιήσει προβλέψεις μέσω γραφείων στοιχημάτων, καθώς και στη μόδα της νοσοκομειακής τηλεόρασης με πραγματικές σκηνές χειρουργείου, μεταμοσχεύσεις, ανορθωτικές στήθους, λιποαναρροφήσεις υπέρβαρων που ψυχορραγούν, σφαγιασμό εμβρύων και οτιδήποτε άλλο μπορεί να εντοπιστεί στις αδιανόητες οπτικές γωνίες που μετατρέπουν την ανατομία των ασθενών σε ανατριχιαστικό θέαμα σφαγείου για τη μεταμεσονύκτια τηλεοπτική ζώνη ή τα καταγώγια του Διαδικτύου.

Είναι εξάλλου κοινός τόπος ότι τα ριάλιτι που θα προσφέρουν την απόλαυση φόνων βρίσκονται καθ’ οδόν, ίσως με την προϋπόθεση ότι το θήραμα θα είναι θανατοποινίτης. Ας μην ξεχνάμε τα κρούσματα απευθείας μετάδοσης, απ’ την τηλεόραση, εκτελέσεων στην ηλεκτρική καρέκλα ή το γεγονός ότι οι δικηγόροι των θυμάτων των serial killers συχνά ζητούν απ’ τα δικαστήρια να πιστώσουν αποζημιώσεις στις οικογένειες ορίζοντας το ύψος των δικαιωμάτων από τηλεοπτικές ή συγγραφικές μορφές εκμετάλλευσης κάθε συγκεκριμένης τραγωδίας. Ολο αυτό πολύ απέχει απ’ το να περιορίζεται στο φάσμα σποραδικών νομιμοφανών ακροτήτων και τείνει να καταστεί ο κανόνας.

Τότε ακριβώς αναδύεται η ανάγκη ενός πράγματος που θα καταλάβει τη θέση της χαμένης αίσθησης της αισχρότητας, δηλαδή της εκμηδενισμένης αγανάκτησης η οποία, μια φορά κι έναν καιρό, ανέπτυσσε το ανθρώπινο ον απέναντι στις κακόβουλες επιθέσεις των πιο χυδαίων και βάναυσων απειλών για την αξιοπρέπεια, τη συμπόνια, την ειλικρίνεια και την αλληλεγγύη. Αυτό το υποκατάστατο, ολοφάνερα παιδαριώδες, είναι το πλήθος των απαρέγκλιτων δήθεν μικροκανόνων που ακολουθούν κατά πόδας όλους τους υπνωτισμένους βηματισμούς της εμπειρίας, από τη διατροφή και τις εξετάσεις του εξαμήνου μέχρι τη χρήση απορρυπαντικών και το φεμινιστικό λαϊφστάιλ της διακοπής της εγκυμοσύνης. Αν σας ενοχλούν οι βάρβαροι ρυθμοί συγχώνευσης της show biz με την πολιτική σαπουνόπερα ή τις επιστήμες, σκεφτείτε τουλάχιστον ότι, στην Αλαμπάμα, οι γονείς που παραλείπουν να εμφανιστούν για την τακτική ενημέρωση απ’ τους καθηγητές του σχολείου διώκονται ποινικά. Στην πολιτεία του Ουισκόνσιν, πιθανόν να σε πυροβολήσουν αν σε δουν να οδηγάς ποδήλατο κρατώντας το τιμόνι μόνον με το ένα χέρι· η ελευθερία είναι κυριολεκτικά στο χέρι σου.

Αναπτύσσονται λοιπόν παντελώς ανούσιοι κανόνες σε αντιστάθμισμα της συνολικής αισχρότητας που συνεπάγεται η έλλειψη Νόμου. Καθώς ο αφόρητος κάποτε ρεαλισμός της δυστυχίας, της αρρώστιας, της τρέλας και του πολέμου διεγείρει τώρα, στις ηλεκτρονικές οθόνες, τις φθορίζουσες, κακοήθεις και απερίγραπτα εθιστικές ακτινοβολίες του, η εντολή να αποφεύγονται επιμέρους μικρά ξεσπάσματα υποθετικής παραβατικότητας σε ό,τι απέμεινε απ’ το μικροαστικό σύμπαν διαπερνά απ’ άκρη σ’ άκρη τη ρουτίνα της politically correct αντίληψης για την καριέρα, τα διαζύγια, την παιδαγωγική και τα ήθη της κατανάλωσης. Η φρίκη της ιδέας ότι τα πάντα είναι για πούλημα εφόσον in God we trust κ.λπ. εξισορροπείται, στο φαντασιακό του λαού, απ’ την αυθόρμητη υπακοή στο σάλπισμα του εθελοντισμού υπέρ της μεσογειακής φώκιας, στην υποχρέωση να λέει κανείς «οικιακή βοηθός» αντί «υπηρέτρια» και στη νομοθεσία για τους κάδους των σκουπιδιών (επιτρέπεται να πετάς τα σκουπίδια μόνον τις πρωινές ώρες· στο Τέξας, για να πάρεις ένα κονσερβοκούτι απ’ τα σκουπίδια του γείτονα, πρέπει να εξασφαλίσεις την έγκρισή του). Ρητά απαιτείται απ’ τις ανθρώπινες μονάδες να τιμούν τις προδιαγραφές του ρομποτικού μοντέλου της θετικότητας κι αυτές ανταποκρίνονται με πρωτοφανή μαζοχιστική προθυμία, ελπίζοντας ότι οι οικολογικές ευαισθησίες θα συμβάλουν στο να ανανήψει μια ταπεινωμένη φύση που δεν αγαπιέται πλέον από κανέναν.

Ξεχάστε τις πυρηνικές δοκιμές στα νησιά του Ειρηνικού -: στη Φλόριδα, απαγορεύεται να τραγουδάς δημοσίως φορώντας μαγιό.

1. Οι αμερικανοί πολίτες κατέχουν νόμιμα διακόσια εκατομμύρια όπλα.

Λίτσα Χατζοπούλου: Ένα βιβλίο για τον Α.Ρ. Ραγκαβή

22/03/2009 § Σχολιάστε

xatzopoulou_bookΗ καλή μου φίλη και τακτική συνεργάτις του περιοδικού «Στάχτες» – Λίτσα Χατζοπούλου κυκλοφόρησε πρόσφατα το βιβλίο:

«Α.Ρ. Ραγκαβής: ένας ‘στρατευμένος’ στον 19ο αιώνα«, Εκδόσεις Τόπος.

«… οι ιστορίες του Ραγκαβή ηχούν σαν προφητική προειδοποίηση. Σε ποιο βαθμό ο κόσμος μας έχει απαλλαγεί από τη δουλεία ή από την παιδική εργασία, σε ποιο βαθμό η εξουσία καθοδηγείται από τη φρόνηση, σε ποιο βαθμό τα δικαιώματα των γυναικών έχουν καταστεί κοινός τόπος; Ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής υπήρξε από τους πρώτους Έλληνες διανοούμενους που αφουγκράστηκε την οικουμενικότητα αυτών των προβλημάτων και αυτό το βιβλίο το αποδεικνύει με συναρπαστικό τρόπο…»

Η Λίτσα Χατζοπούλου μιλάει για τη μελέτη της πάνω στο έργο του Α.Ρ. Ραγκαβή

Η συγγραφή του βιβλίου

Την απόδοση αφηγημάτων του Ραγκαβή στη σημερινή γλώσσα μου την πρότεινε ο Δημήτρης Καλοκύρης, τον καιρό που ετοιμάζαμε μιαν έκθεση για τα ταξίδια του Ν. Καζαντζάκη. Η πρότασή του αφορούσε τον Αυθέντη του Μωρέως, αλλά όταν συνάντησα τον Άρη Μαραγκόπουλο για να συζητήσουμε τις λεπτομέρειες του εγχειρήματος, αποφασίσαμε να ξεκινήσουμε από τρία διηγήματα, τη «Λέιλα», το «Χρυσό μαστίγιο» και το «Γκλουμυμάουθ».

Ομολογώ ότι για αρκετά χρόνια αντιμετώπιζα με επιφύλαξη τις απόπειρες να αποδοθούν κείμενα της καθαρεύουσας στα νεοελληνικά. Πιθανόν αυτό να σχετίζεται με το γεγονός ότι η πολύχρονη έρευνα και μελέτη της λογοτεχνίας του 19ου αιώνα, με είχε «αποκόψει», κατά κάποιον τρόπο, από το σήμερα. Έτσι, θεωρούσα ότι τα κείμενα εκείνης της εποχής εξακολουθούσαν να είναι προσιτά στους σημερινούς αναγνώστες, αρκεί να έκαναν τον κόπο να συμβουλευτούν ένα λεξικό. Φυσικά, τούτο δεν ισχύει και για να συνειδητοποιήσω πόσο είχα παρασυρθεί στον κόσμο των παλαιότερων κειμένων, χρειάστηκε να απομακρυνθώ για κάποιο διάστημα από αυτά.

Είναι μεγάλη συζήτηση το αν πρέπει και γιατί να αποδίδουμε τα κείμενα της καθαρεύουσας στη νεοελλληνική. Πάντως, είναι εύλογη η απορία γιατί, ας πούμε, δεν εγείρονται αντιρρήσεις για τη μετάφραση του Πλάτωνα ή του Θουκυδίδη (δεν αναφέρω ξένους συγγραφείς, για να προλάβω την αναμενόμενη απάντηση ότι σ’ αυτήν την περίπτωση μιλάμε για ξένη γλώσσα και όχι για παλαιότερη μορφή της ίδιας γλώσσας) – επιπλέον, θα ήθελα να ξέρω αν παρόμοιες αντιδράσεις παρατηρήθηκαν στην Αγγλία, λ.χ., όταν εκσυγχρονίστηκαν τα σεξπηρικά κείμενα. Όπως και να ’χει, αυτή η απόλυτη άρνηση να αποδίδουμε τα κείμενα της καθαρεύουσας στη νεοελληνική νομίζω πως τα καταδικάζει στη λήθη. Δεν ισχύει πάντα η άποψη ότι αν ένας συγγραφέας είναι καλός, θα επιβιώσει και σε μεταγενέστερες εποχές. Η επιβίωση ενός συγγραφέα δεν είναι υπόθεση μεταφυσικών παραμέτρων αλλά εξαρτάται από αντικειμενικούς παράγοντες. Η ποιότητα των κειμένων του είναι, βέβαια, ένας από αυτούς, αλλά όχι ο μοναδικός· σημαντικός είναι επίσης ο ρόλος της κριτικής, το κατά πόσον η γλώσσα του είναι κατανοητή από τους μεταγενέστερους, ακόμη και το αν μπορεί κανείς να βρει τα κείμενά του σε χρηστικές εκδόσεις κλπ.

Βέβαια, εγείρεται ένα άλλο ερώτημα: ποιους από τους παλαιότερους συγγραφείς «μεταφράζουμε» στα νεοελληνικά; Κανονικά, όλους: έτσι κι αλλιώς είναι κομμάτι της λογοτεχνικής μας ιστορίας και συχνά ένα μυθιστόρημα που κυκλοφόρησε σε φτηνές λαϊκές εκδόσεις και που σήμερα θα το κατατάσσαμε στην «παραλογοτεχνία», ίσως επηρέασε τους αναγνώστες πολύ περισσότερο από ένα μυθιστόρημα που περιλαμβάνεται στις ιστορίες της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Αλλά εδώ και πάλι θα εμπλακούμε σε μιαν ατέρμονη συζήτηση περί της «υψηλής» και της «χαμηλής» τέχνης, της μαζικής κουλτούρας κλπ.

Στην περίπτωση του Ραγκαβή πάντως η απόφαση δεν ήταν δύσκολη. Σημαίνουσα προσωπικότητα του αθηναϊκού ρομαντισμού και με ενεργό ανάμειξη στην πνευματική και την πολιτική ζωή του νέου κράτους, ο Ραγκαβής ουσιαστικά ήταν εκείνος που καθιέρωσε το διήγημα στη λογοτεχνία μας. Μ’ αυτό δεν θέλω να υποβαθμίσω τη σημασία διηγηματογράφων όπως ο Βιζυηνός και ο Παπαδιαμάντης. Λέω κάτι πολύ πιο απλό: ότι ήταν ο πρώτος που καλλιέργησε το αφηγηματικό αυτό είδος. Προηγουμένως, είχε δημοσιεύσει διηγήματα ο Ιωάννης Δεληγιάννης, αλλά είναι ενδιαφέρον ότι το παράδειγμά του δεν το ακολούθησε κανείς εκτός από τον Ραγκαβή.

Πέρα από αυτά τα αμιγώς φιλολογικά στοιχεία (που ίσως δεν ενδιαφέρουν πολύ τον σημερινό αναγνώστη), τα διηγήματα του Ραγκαβή αποδεικνύονται εξαιρετικά επίκαιρα στην εποχή μας. Παρ’ όλο που έχουν περάσει πάνω από 150 χρόνια από τότε που πρωτοδημοσιεύτηκαν, τα θέματά τους εξακολουθούν να αφορούν σημερινά προβλήματα, τα οποία στην εποχή μας απλώς εμφανίζονται κάτω από άλλες ονομασίες: σήμερα το «δουλεμπόριο» το λέμε “trafficking” αλλά η ουσία της πράξης δεν αλλάζει. Είναι εντυπωσιακό να βλέπει κανείς πόσο λίγο έχει αλλάξει ο κόσμος, τελικά, και πόσο οξυδερκείς ήταν ορισμένοι άνθρωποι στο παρελθόν, οι οποίοι – ατυχώς– δεν εισακούστηκαν.

Είναι αλήθεια ότι η έρευνα και η κριτική των τελευταίων χρόνων έχει αποκαταστήσει τους πεζογράφους της ρομαντικής περιόδου και τους αντιμετωπίζει πια χωρίς τα στερεότυπα και τις ιδεολογικές προκαταλήψεις της παλαιότερης κριτικής. Ήδη έχει επισημανθεί η ουσιαστική επαφή του Ραγκαβή όχι μόνο με την ευρωπαϊκή πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα της εποχής του, αλλά και με την ευρωπαϊκή λογοτεχνία. Η δική μου έρευνα, τα πορίσματα της οποίας διατυπώνονται στην εισαγωγή του βιβλίου, διευρύνει το πεδίο αυτής της επαφής και συνδέει τον Ραγκαβή με τη λογοτεχνία και τους φιλοσοφικούς προβληματισμούς των πρώτων χρόνων του αγγλικού ρομαντισμού, ειδικότερα της κρίσιμης δεκαετίας του 1790. Κατά τη γνώμη μου, ο φαναριώτης συγγραφέας ήταν ένθερμος οπαδός της φιλοσοφίας των φυσικών δικαιωμάτων και από αυτήν την οπτική προσεγγίζει τα κοινωνικά προβλήματα στην πεζογραφία του.

Λίτσα Χατζοπούλου, Ιανουάριος 2009

.

.

Διονύσης Καψάλης: εννέα δοκίμια

11/01/2009 § Σχολιάστε

kapsaliskamarakiΤίτλος: «Το καμαράκι κάτω από τη σκάλα», εκδόσεις Άγρα

Παρουσίαση (οπισθόφυλλο)
«Το καμαράκι κάτω από τη σκάλα», φράση πού δανείζομαι από το ΥΓ. του Αναγνωστάκη, επιδέχεται και άλλη ερμηνεία, προς την οποία σαφώς και εμπαθώς καταφάσκω. Αποβλέπει σε μιαν άσκηση της τέχνης του λόγου που θα αναπτύσσεται λίγο παράμερα, στην αθέατη πλευρά των μεγάλων διακυβευμάτων (τι γυρεύει η ποίηση στο παζάρι ; ), χωρίς ωστόσο να αρνείται πουθενά τον δημόσιο χαρακτήρα της• την επιθυμία, ναι, να διασώσουμε κάτι από τη λαίλαπα του ευτελισμού, όχι όμως ως προνόμιο, τάχα, της ιερής κάστας των γραφέων και του λογοτεχνικού μαντείου (εδώ η εκκοσμίκευση ας είναι ανελέητη), αλλά ως ένα νέο σέβας που οφείλουμε να κατορθώσουμε απέναντι σε ό,τι δεν γνωρίζουμε, μια νέα ηθική της λογοτεχνίας (και όχι μόνο) που δεν θα ηθικολογεί και όπου η γνώση δεν θα αναιρεί την ικανότητα του ανθρώπου να θαυμάζει (man’s capacity for wonder, την ονομάζει ο Φ. Σκοτ Φιτζέραλντ). Ίσως αυτή η δυσεφάρμοστη εντολή να βαρύνει ανέκαθεν τις αποσκευές του δοκιμιογράφου.

Μια ολόκληρη δεκαετία καταλαμβάνουν τα κείμενα που στεγάστηκαν εδώ. Το πρωιμότερο, η κριτική για τα Πεζά του Χαράλαμπου Μπακιρτζή, δημοσιεύεται το 1995 και το ύστερο, η ομιλία για τον Μανόλη Αναγνωστάκη, εκφωνείται και δημοσιεύεται το 2005. Μετά τη Συνάφεια με τα πράγματα, είναι τα μόνα δοκίμια που κατόρθωσα να γράψω μέσα σ’ αυτό το διάστημα τα όποια, παρά τον περιστασιακό χαρακτήρα τους (τα περισσότερα γράφτηκαν για να εκφωνηθούν), αξίζει ίσως να ξαναδιαβαστούν συγκεντρωμένα σε τόμο – αν όχι ώς κείμενα μελέτης, τουλάχιστον σαν αντικείμενα φιλολογικής περιέρ¬γειας. Επιμένω εντούτοις στον όρο «δοκίμιο» και σε όλα τα γραμματολογικά και φιλοσοφικά παρακολουθήματά του.

Βιογραφικά στοιχεία
Ο Διονύσης Καψάλης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1952. Σπούδασε κλασική και αγγλική φιλολογία στις Η.Π.Α. (1970-1974) και νεοελληνική φιλολογία στο Λονδίνο (1981-1984), όπου επίσης δίδαξε για δύο χρόνια.
Από το 1978 έχει δημοσιεύσει δεκαέξι ποιητικά βιβλία (όλα εκτός του πρώτου στις Εκδόσεις «Άγρα»), πέντε τό¬μους με δοκίμια, μια επιλογή από τα Σονέτα του Σαίξπηρ, ποιήματα της Έμιλυ Ντίκινσον, Χαϊκού του Ίσσα και του Μπασό κ.ά. Μετέφρασε για το θέατρο τα έργα του Σαίξπηρ Ρωμαίος και Ιουλιέττα (Εκδόσεις Πατάκη, 1996), Ο βασιλιάς Λήρ (που θα εκδοθεί προσεχώς από τις Εκδόσεις «Άγρα») και Οθέλλος.

.

.

Where Am I?

You are currently browsing the essays category at αγριμολογος.