[Jacqueline de Romilly: Όταν ο λόγος δεν είναι επαρκής, δεν απομένει παρά η άξεστη, βλακώδης, τυφλή βία…

22/05/2019 § Σχολιάστε

«Δεν είμαι πολύ αισιόδοξη για τις αγαπημένες μου αρχαίες γλώσσες, ούτε άλλωστε για τα γαλλικά, ούτε για τις ανθρωπιστικές σπουδές εν γένει και, ακόμη λιγότερο, για το μέλλον του πολιτισμού μας. Αν δεν υπάρξει κάποιο σκίρτημα, οδεύουμε προς μια καταστροφή και μπαίνουμε σε μια εποχή βαρβαρότητας. Υπάρχει μια αδιαφορία, ακόμη και περιφρόνηση για τον Λόγο και τον Διαφωτισμό.

Δεν είμαι ιστορικός και τα γεγονότα με ενδιαφέρουν λιγότερο από τα κείμενα. Αυτό που με συνεπαίρνει στα ελληνικά κείμενα είναι η συνάντηση με τη γέννηση της ορθολογικής σκέψης, του στοχασμού, είναι το φως που εισβάλλει για πρώτη φορά σ΄ έναν ακόμη μπερδεμένο και σκοτεινό κόσμο. Η πολιτική ηθική και η φιλοσοφία των Ελλήνων δεν έχουν γεράσει καθόλου, οι ανησυχίες τους είναι εξαιρετικά σύγχρονες! Το να μάθεις να σκέφτεσαι, να είσαι ακριβής, να ζυγίζεις τις λέξεις σου, να ακούς τον άλλον, σημαίνει να είσαι ικανός να διαλέγεσαι και είναι το μόνο μέσο για να αναχαιτισθεί η τρομακτική βία που αυξάνεται γύρω μας. Ο λόγος είναι η έπαλξη κατά της κτηνωδίας. Όταν δεν ξέρουμε, όταν δεν μπορούμε να εκφραστούμε, όταν ο λόγος δεν είναι επαρκής, όταν δεν είναι αρκετά επεξεργασμένος επειδή η σκέψη είναι ασαφής και μπερδεμένη, δεν απομένουν παρά οι γροθιές, τα χτυπήματα, η άξεστη, βλακώδης, τυφλή βία…

Ο κίνδυνος για τη δημοκρατία, ο μοναδικός, ο πραγματικός κίνδυνος, είναι η δημαγωγία. Ας μην υποκύψουμε σ΄ αυτόν. Τίποτε δεν άλλαξε από την εποχή του Αλκιβιάδη. Οι αλλαγές είναι περιθωριακές, ανεκδοτολογικές. Η μόνη σημαντική αλλαγή είναι ότι η “μη κουλτούρα” έχει κερδίσει έδαφος… Θα σας εμπιστευθώ την ερώτηση που μου έθεσε μια φορά ένας πρωτοετής της Εκόλ Νορμάλ: “Κυρία, οι νεκρές γλώσσες ήταν ήδη νεκρές όταν ήσασταν νέα;”. Καλό, δεν είναι;

Το πάθος είναι αυτό που με κρατάει στη ζωή, το πάθος γι΄ αυτό που κάνω, για τη δουλειά μου, για τις έρευνές μου, και μετά η αγάπη, η αγάπη για τον αγαπημένο μου Θουκυδίδη. Σε μερικές εβδομάδες θα γίνω 94 χρόνων. Τα γηρατειά είναι μια τρομερή μάχη την οποία είναι σίγουρο ότι θα χάσεις. Όλα εκφυλίζονται… Μπορεί να έχεις κερδίσει σε φρονιμάδα, σε ανωτερότητα απόψεων, σε ηθικό σθένος, σε στωικότητα (πρέπει να παρηγορείται κανείς από τις θετικές πλευρές), αλλά χάνεις την όρασή σου, την ακοή σου, την ελευθερία των κινήσεών σου. Δεν υπάρχει κάτι για το οποίο να χαρείς. Το μόνο για το οποίο χαίρομαι είναι ότι έχω διατηρήσει το χιούμορ μου, την ικανότητα να γελάω».

[Αποσπάσματα συνέντευξης που έδωσε η μεγάλη ελληνίστρια Ζακλίν ντε Ρομιγύ στο περιοδικό «Le Point» με την ευκαιρία της βράβευσής της, στα 93 της, από τη Γαλλική Δημοκρατία με τον Μεγαλόσταυρο της Λεγεώνας της Τιμής -από: tanea.gr]

Advertisements

[Η φιλοσοφία ως κριτική της θεολογικής αποξένωσης·

02/05/2019 § Σχολιάστε

Ludwig Feuerbach (1804-1872)

Λούντβιχ Φώυερμπαχ (Ludwig Feuerbach)
Παραδόσεις για την ουσία της θρησκείας, μτφρ.-επιμ.: Γιάννης Καραπαπάς
εκδόσεις Τροπή, σ. 489.

«Η θρησκεία είναι […] η παιδική ουσία του ανθρώπου. Ή: στη θρησκεία ο άνθρωπος είναι ένα παιδί. Το παιδί δεν μπορεί να πραγματοποιήσει τις επιθυμίες του μέσω της δικής του δύναμης, μέσω αυτενέργειας, αλλά στρέφεται με παρακλήσεις στα όντα από τα οποία αισθάνεται και ξέρει ότι εξαρτάται, στους γονείς του, προκειμένου μέσω αυτών να λάβει ό,τι επιθυμεί. Η θρησκεία έχει την καταγωγή της, την αληθινή της θέση και σημασία μονάχα στην περίοδο της παιδικής ηλικίας της ανθρωπότητας, όμως η περίοδος της παιδικής ηλικίας είναι επίσης η περίοδος της άγνοιας, της απειρίας» (σελ. 289) και «ο Θεός εν γένει μπορεί να χαρακτηριστεί ως η ικανοποιημένη μέσα στη φαντασία επιθυμία [Wunsch] του ανθρώπου για ευδαιμονία» (σελ. 346): προαναγγέλεται εδώ, σχεδόν με τις ίδιες λέξεις, η θέση του Φρόυντ για τη θρησκευτική πίστη, όμως το απόσπασμα ανήκει στον Λουδοβίκο Φώυερμπαχ και χρονολογείται 80 χρόνια πριν από τη δημοσίευση του Μέλλοντος μιας αυταπάτης. Προέρχεται από μία σειρά τριάντα διαλέξεων που έδωσε ο Φώυερμπαχ την επαναστατική χρονιά του 1848, προσκεκλημένος από μιαν αντιπροσωπεία φοιτητών, στο δημαρχείο της Χαϊδελβέργης, και τις οποίες σήμερα -160 χρόνια μετά- μας παρουσιάζει στα ελληνικά, στην πρώτη πραγματικά αξιόπιστη μετάφραση του φιλοσόφου [*], ο Γιάννης Καραπαπάς.

Η σκληρή κριτική του Ενγκελς έχει οπωσδήποτε ζημιώσει τη φήμη του Φώυερμπαχ, σε ορισμένους τουλάχιστον κύκλους διανοουμένων, και συχνά το Λουδοβίκος Φώυερμπαχ και το τέλος της κλασικής γερμανικής φιλοσοφίας έχει λειτουργήσει ως υποκατάσταστο της ανάγνωσης του ίδιου τού Φώυερμπαχ. Δεν πρόκειται όμως γι έναν ελάσσονα φιλόσοφο αλλά για ένα από τα πιο διεισδυτικά πνεύματα που απάρτισαν τον κύκλο των λεγόμενων «αριστερών εγελιανών» -μαζί με τον Μαρξ, τον Ρούγκε, τον Μπρούνο Μπάουερ, τον Νταβίντ Στράους και τον Στίρνερ-, συμβάλλοντας στη δραματικότερη φιλοσοφική μεταπολίτευση της αρχόμενης νεωτερικότητας. Μαθητές του Χέγκελ και ακροατές των περίφημων παραδόσεων του Σέλινγκ στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου το 1841 (ο Κίρκεγκορ ήταν επίσης ανάμεσά τους), έδωσαν τη χαριστική βολή στο φιλοσοφικό σύστημα κι έκαναν σκοπό της ζωής τους την καταστροφή του ιδεαλισμού: να ξαναστήσουν στα πόδια του τον «αντεστραμμένο κόσμο» του Χέγκελ, να παραγάγουν τον Λόγο από την υλική προΰπαρξη της φύσης, ποτέ εννοιακά εξαντλήσιμης, και όχι πλέον τη φύση από τη φετιχισμένη μορφή του Λόγου ή της Εννοιας. Απόβλητοι του Πανεπιστημίου, πολιτικώς ύποπτοι, ελεύθεροι συγγραφείς εξαρτώμενοι από εκδότες, χρηματοδότες και λογοκριτές, στάθηκαν το αρχέτυπο του μοντέρνου «στρατευμένου διανοούμενου» σε διαρκή κλεφτοπόλεμο με το πρωσικό κράτος.

Το φιλοσοφικό αριστούργημα του Φώυερμπαχ είναι ασφαλώς Η ουσία του Χριστιανισμού (1843). Εχθρός προπαντός του γενικού και της άσαρκης αφαίρεσης, ο Φώυερμπαχ θα ριζοτομήσει τα θεολογικά θεμέλια της εγελιανής φιλοσοφίας όχι μόνο καταδεικνύοντας την αυταπάτη τού να εκλαμβάνεται ως οντολογική αρχή η αφηρημένη Ιδέα, αλλά και χρησιμοποιώντας δεξιοτεχνικά τη διαλεκτική της αποξένωσης/αλλοτρίωσης εναντίον του εμπνευστή της: δεν μπορεί να εννοείται η φύση ως αποξενωμένη αντιστροφή της Ιδέας αλλά, προφανώς, η Ιδέα ως αποξενωμένη αντιστροφή της φύσης· και αν η Ιδέα ως οντολογική αρχή δεν είναι παρά η εκκοσμικευμένη παράσταση του πνευματικού Θεού των μονοθεϊστικών πίστεων, αυτός ο «Θεός» πρέπει στο εξής να νοείται ως αποξένωση της διανθρώπινης σχέσης – της σχέσης, δηλαδή, μεταξύ αισθητών/υλικών ανθρώπων που ουσία τους είναι η μη αναγώγιμη σωματικότητα, οι πάντοτε ειδικοί καθορισμοί της αισθητηριακότητας και του φύλου (πρώτα είμαι γυναίκα ή άνδρας και ύστερα «άνθρωπος», για τον Φώυερμπαχ). Αναγγέλεται δηλαδή μία έννοια διυποκειμενικότητας χωρίς υπερβατικό εγγυητή, και η -«υπαρξιακή», όπως λέμε σήμερα- προτεραιότητα της αστάθμητης ύπαρξης έναντι της νομικοκανονιστικής ουσίας.

Με τις παραδόσεις αυτές που έχουμε σήμερα στα χέρια μας, ο Φώυερμπαχ επανέρχεται εφτά χρόνια αργότερα για να αναπτύξει την προβληματική του από εκεί που την άφησε στην Ουσία του Χριστιανισμού. Η ηθελημένη του εξορία σε ένα απομακρυσμένο χωριό του Ανσμπαχ, η εκστατική του επαφή με την άγρια φύση (για την οποία έτρεφε πάντα μιαν ανυπόκριτη τρυφερότητα) και η ακαδημαϊκή του αποκοπή που μεσολάβησαν, δίνουν σε αυτές τις διαλέξεις έναν πολύ λιγότερο θεωρησιακό τόνο, μια πολύ μεγαλύτερη εγγύτητα με εμπειρικό υλικό και περιηγητικά διαβάσματα. Καλός γνώστης των ιστορικών, λαογραφικών, εθνολογικών και αρχαιολογικών δεδομένων της εποχής του, έρχεται αποφασισμένος να διευρύνει την έννοια της θρησκείας, πέρ’ από την αθέμιτη ταύτισή της με τον Χριστιανισμό (ή τον μονοθεϊσμό εν γένει). Μολονότι γι’ αυτόν το περιεχόμενο της θρησκείας είναι πάντα η θεοποιημένη (και φετιχισμένη ως τέτοια) ουσία του ανθρώπου, καλείται να σκεφτεί τώρα τη διαφορά της χριστιανικής από την παγανιστική θρησκεία ως διαφορά επιθυμιών και αναγκών ανάμεσα στον χριστιανικό και τον παγανιστικό άνθρωπο. Καθώς αντιλαμβάνεται ως πηγή των θρησκευτικών αισθημάτων εν γένει το αίσθημα εξάρτησης του ανθρώπου από τη φύση, θα πει «η θρησκεία δεν εκφράζει απολύτως τίποτε άλλο παρά το αίσθημα του ανθρώπου για τη συνάφειά του, για την πλήρη σύνδεσή του με τη φύση ή τον κόσμο» και «όπως η φιλοσοφία δεν είναι τελικά τίποτε άλλο παρά η τέχνη τού σκέπτεσθαι, έτσι η θρησκεία δεν είναι τελικά τίποτε άλλο παρά η τέχνη τού ζην, η οποία ως εκ τούτου δεν μας κάνει γνωστό κι εμφανές τίποτε άλλο παρά τις δυνάμεις και τις ορμές που κινούν άμεσα τη ζωή του ανθρώπου» (σελ. 61). Από αυτή τη σκοπιά όμως, η παγανιστική λατρεία της φύσης (ο Φώυερμπαχ χρησιμοποιεί εδώ τον όρο «φυσική θρησκεία», με αυτή τη σημασία και όχι με την ειδική έννοια που του έδωσε ο Διαφωτισμός), η οποία δύσκολα διακρίνεται από την ποίηση και την τέχνη, βρίσκεται πολύ πιο κοντά στην ενόραση -μολονότι όχι συνειδητή- του αληθινού χαρακτήρα της θρησκείας. Ετσι, καταλήγει: «Σκοπός της πραγματείας μου […] δεν είναι άλλος από το ν’ αποδείξω ότι ο Θεός της φύσης ή ο Θεός τον οποίον ο άνθρωπος χωρίζει από την ουσία του και τον προϋποθέτει ως θεμέλιο ή αιτία, δεν είναι τίποτε άλλο από την ίδια τη φύση· ότι όμως ο Θεός του ανθρώπου ή ο πνευματικός Θεός ή ο Θεός, στον οποίον αποδίδει ανθρώπινα κατηγορούμενα, συνείδηση και βούληση, τον οποίον αυτός σκέπτεται ως ένα ον όμοιο με αυτόν […] δεν είναι τίποτε άλλο από τον ίδιο τον άνθρωπο» (σελ. 125).

Για να το πούμε έτσι, το πέρασμα από τη λατρεία των δυνάμεων της φύσης στη λατρεία ενός υπερβατικού Θεού αντιπροσωπεύει μία πρόσθετη σπείρα στον κύκλο της αποξένωσης – σύμφωνα με την άσφαλτη λογική του Φώυερμπαχ ότι ο αυξανόμενος βαθμός αφαίρεσης είναι αυξανόμενος βαθμός αποξένωσης/αλλοτρίωσης. Το σπουδαιότερο είναι όμως ότι ο Φώυερμπαχ αντιλαμβάνεται πλήρως το πολιτικό βάρος αυτής της αλλαγής κοσμοαντιλήψεων, το πραγματικό διακύβευμα της ανθρωποποίησης του θείου. Ιδού μια εκπληκτική διατύπωση: «…Ο οργανισμός είναι μια δημοκρατική κοινότητα από το ότι προέρχεται μονάχα από μια σύμπραξη ισότιμων ουσιών […] Ενας Θεός είναι αντίθετα ένας μονάρχης, και μάλιστα ένα απόλυτος, απεριόριστος μονάρχης, ο οποίος πράττει και κάνει ό,τι θέλει, ο οποίος βρίσκεται πάνω από τον νόμο […], όμως μετατρέπει τις αυθαίρετες εντολές του σε νόμους των υπηκόων, ακόμη και αν αυτές αντιφάσκουν πάρα πολύ στις ανάγκες τους» (σελ. 194)· και τελικά, «όπως η δημοκρατία είναι το ιστορικό καθήκον, ο πρακτικός σκοπός της ανθρωπότητας, έτσι ο θεωρητικός σκοπός του ανθρώπου είναι να αναγνωρίζει το πολίτευμα της φύσης ως δημοκρατικό, να μη θέτει την εξουσία της φύσης έξω από την ίδια αλλά να τη θεωρεί θεμελιωμένη μέσα στη δική της ουσία» (σελ. 147).

Η λεπτομερειακότητα της επιχειρηματολογίας του Φώυερμπαχ, εξοντωτική μερικές φορές, μαρτυρεί τη δύναμη του πολιτικοθεολογικού κατεστημένου με το οποίο αυτός αναμετριέται και το οποίο πασχίζει να κάμψει. Εντυπωσιάζει το εύρος των ανθρωπολογικών γνώσεων που έχει εν τω μεταξύ συσσωρεύσει -και παραθέτει ανελέητα-, όσο και η ρητορική δεινότητα με την οποία συνυφαίνει τον χείμαρρο των παραδειγμάτων του με λεπτές θεολογικοφιλοσοφικές πραγματεύσεις: την απόδειξη ότι τα κατηγορήματα του θείου είναι αισθητές ιδιότητες όντων και ιδιάζουσες όψεις της φύσης· την ανέκκλητη ανασκευή του τελεολογικού και του κοσμολογικού επιχειρήματος· την κατάδειξη του ψυχολογικού -προβολικού, θα λέγαμε σήμερα- περιεχομένου των σωτηριολογικών πεποιθήσεων και της φαντασιώδους φύσεως του «σώματος» στη χριστιανική εσχατολογία, για να καταλήξει σε μια συγκινητική εξύμνηση της περατότητας του ανθρώπου. Μπορεί σήμερα ο πολεμικός του ζήλος να μας φαίνεται κάπως υπερβάλλων, κυρίως λόγω της υποχώρησης των ερεισμάτων ισχύος της θεολογίας στις κοινωνίες μας (και της αντικατάστασής της από νέες θεότητες, όπως η τεχνοεπιστήμη), όμως πρέπει να δούμε καθαρά τη διαύγεια και το βάθος μιας ασυνθηκολόγητης φιλοσοφικής ματιάς που η σύγχρονη ριζοσπαστική σκέψη κουβαλάει συχνά σαν ανεπίγνωστο μέρος τής σκευής της.

______________

[*] Μοναδική μετάφραση του Φώυερμπαχ στα ελληνικά είναι, εδώ και δεκαετίες, Η ουσία του Χριστιανισμού (Αναγνωστίδης χχ.) από τον Γιάννη Βιστάκη, σε επιμέλεια Κ. Μετρινού. Μολονότι όχι από τις χειρότερες αυτής της σειράς, η μετάφραση έχει τουλάχιστον αρκετά προβλήματα. Επιτρέπει ωστόσο να γνωριστεί κάποιος, αν μη τι άλλο, με τη δομή της σκέψης του φιλοσόφου.

*
©Φώτης Τερζάκης, Ελευθεροτυπία, Βιβλιοθήκη, Παρασκευή 31 Ιουλίου 2009

[Νεοελληνικός Διαφωτισμός [2]

17/04/2019 § Σχολιάστε

διαβάστε το [1]

Ο χρόνος του ελληνικού Διαφωτισμού ορίζεται ιδίως στις ύστερες δεκαετίες του ΙΗ΄ αιώνα και στις πρώτες του ΙΘ΄, ή, πιο στενά, στην πενηνταετία 1774-1821, δηλαδή λίγο αργότερα από του δυτικού Διαφωτισμού, του οποίου η αρχή ανάγεται ως τον ΙΖ΄ αιώνα, και το τέρμα στους αμέσως πριν από την Γαλλική Επανάσταση χρόνους. […]

Η εξέλιξη του Διαφωτισμού στον ελληνικό πνευματικό χώρο θα μπορούσε να διακριθεί σε τρεις περιόδους, που αντιστοιχούν με τρεις περιόδους της γαλλικής παιδείας και εκφράζουν, συμβατικά πάντα αλλά καλά, και την σχέση ανάμεσα στα δύο κινήματα και την χρονική απόκλιση που τα χωρίζει. Πρώτη, προδρομική περίοδος του ελληνικού Διαφωτισμού είναι εκείνη που εκδηλώνεται με την προβολή του ονόματος του Βολταίρου. Ο Γάλλος φιλόσοφος που είχε, κιόλας, πολύ νωρίς σχολιασθεί στην πατρίδα του και γίνει αφορμή σκανδάλων, είταν, σε ολόκληρο σχεδόν τον ΙΗ΄ αιώνα, το κατεξοχήν κατάλληλο σύμβολο της ελευθεροφροσύνης· με τον τρόπο αυτό το όνομά του εξάρθηκε από πολύ νωρίς και έξω από τα σύνορα της Γαλλίας, από προοδευτικούς συγγραφείς, όπως επίσης εχρησιμοποιήθηκε από τους αντιπάλους του φιλελευθερισμού. Σ’ αυτή την, θολή ακόμη και προδρομική, περίοδο της πορείας της ελληνικής γραμματείας τρία ονόματα εμφανίζονται επαρκώς ενδεικτικά: Θωμάς Μανδακάσης, Ιώσηπος Μοισιόδακας, Ευγένιος Βούλγαρης. Καλύτερα από κάθε άλλο σύγχρονο έργο, το πνεύμα της εποχής το εκφράζει η Απολογία του Μοισιόδακα η οποία εκυκλοφόρησε το 1780, σε έναν τόμο. Στην επόμενη περίοδο ισχυρή επίδραση άσκησε στον ελληνικό χώρο η Γαλλική Εγκυκλοπαιδεία, όπως φαίνεται σε χαρακτηριστικά ελληνικά έργα· η μεγαλοφάνταστη αυτή απογραφή του πνευματικού δυτικού κόσμου στην πιο αποφασιστική ώρα της ιστορίας του μετά την Αναγέννηση, δεν έμεινε άγνωστη στον ελληνισμό, ούτε τον άφησε ασυγκίνητο: η αφήγηση των σχέσεων του τελευταίου αυτού με την Γαλλική Εγκυκλοπαιδεία είναι από τις πιο γόνιμες σε συμπεράσματα, προκειμένου να γίνει γνωστή η πορεία του ελληνικού νου. Της δεύτερης αυτής περιόδου τυπικός εκπρόσωπος στον κόσμο της ελληνικής διανόησης πρέπει να θεωρηθεί ο φαναριώτης Δημήτριος Φωτιάδης ή Καταρτζής και κοντά του οι οπαδοί του, ανάμεσα στους οποίους βρίσκεται και ο Ρήγας Βελεστινλής. Από τα άλλα έργα της εποχής, δίπλα στις συγγραφικές πραγματοποιήσεις του Καταρτζή, οι οποίες δεν ετυπώθηκαν στους καιρούς του, η Γεωγραφία των Δημητριέων δηλαδή του Δανιήλ Φιλιππίδη και του Γρηγόριου Κωνσταντά, τυπωμένη στα 1791, είναι τυπική των τότε ελληνικών απασχολήσεων. Τέλος, η τρίτη περίοδος του ελληνικού Διαφωτισμού θα είχε στενή σχέση με την κίνηση των Ιδεολόγων: της ομάδας, δηλαδή, των διανοουμένων οι οποίοι, σταθερά προσηλωμένοι στις αρχές της ελευθερίας και της ισότητας που λαμπρύνουν την θεωρία της Γαλλικής Επανάστασης, αποδοκιμάζουν τη βιαιότητα της εφαρμογής των αρχών αυτών και κρατήθηκαν για τούτο μακρυά από την πολιτική δράση στα χρόνια της Επανάστασης και του Ναπολέοντα. Του πνεύματος αυτού, γενναίου στη θεωρία αλλά συγκρατημένου για ό,τι αποβλέπει στην πράξη, χαρακτηριστικός εκπρόσωπος στον ελληνικό κόσμο είναι ο Αδαμάντιος Κοραής του οποίου η μακρά δράση υπερβαίνει τα ειδικά πλαίσια του ελληνικού Διαφωτισμού. Το ολιγοσέλιδο «Υπόμνημά» του «για την παρούσα κατάσταση των Ελλήνων», που εδημοσιεύθηκε πρώτη φορά στα γαλλικά το 1803, και αργότερα επανειλημμένα, και μεταφράσθηκε, επίσης επανειλημμένα, στην γλώσσα μας, αποτελεί ασφαλώς το πιο αντιπροσωπευτικό έργο αυτής της περιόδου ίσως δε και του όλου ελληνικού Διαφωτισμού· άγγλος ιστορικός, ο C. A. Fyffe, έγραψε για το υπόμνημα ότι είναι «ένα από τα πλέον φωτεινά και ενδιαφέροντα ιστορικά σκαριφήματα όσα ποτέ εγράφθηκαν». Στην εποχή όμως αυτή της ακμής της ελληνικής παιδείας ο διαφορισμός είναι έκδηλος, και παράλληλα προς τις μέσες τάσεις τις οποίες εκπροσωπεί ο Κοραής, εκδηλώνονται άλλες, ακραίες: από τη μία πλευρά οι τελείως συντηρητικές, οι αντίθετες προς τον Διαφωτισμό που βρίσκονται σε έξαψη· και οι τελείως ριζοσπαστικές από την άλλη· των τελευταίων σαφείς εικόνες δίνουν τέσσερα κυρίως έργα, και τα τέσσερα κυκλοφορημένα ανώνυμα, με τρόπο, δηλαδή, πολύ ενδεικτικό. Είναι τα ακόλουθα: πρώτα μία ανεπίγραφη, όπως σώζεται, έντυπη, πεζή σάτιρα, που εκυκλοφόρησε πιθανώς γύρω στο 1789: κείμενο καταπληκτικά βίαιο εναντίον κάθε μορφής κατεστημένου· το ονοματίζουμε, συμβατικά, «Ο Ανώνυμος του 1789». Ύστερα ο «Ρωσσαγγλογάλλος», έργο έμμετρο, του οποίου η σύνταξη περιορίζεται ανάμεσα στα χρόνια 1799 και 1810, ίσως γύρω στα 1805, και που παρέμεινε (καθώς φαίνεται) ανέκδοτο, παρ’ όλη την ευρεία, σε χειρόγραφα, κυκλοφορία του· κατηγορεί τον κλήρο, τους Φαναριώτες, τους προεστούς και τους εμπόρους ότι προτιμούν τον τουρκικό ζυγό από την απελευθέρωση της Ελλάδας. Τρίτη η «Ελληνική Νομαρχία», του 1806, πεζογράφημα, που από τότε έχει πολλές φορές σχολιασθεί για την ελευθεροφροσύνη του. Τέλος, οι «Κρίτωνος στοχασμοί», του 1819, έργο πεζό και αυτό, στρεφόμενο ιδίως εναντίον του κλήρου. Το άκρως συντηρητικό πνεύμα εκπροσωπείται καλά στην τότε γραμματεία από το ψευδώνυμο έργο του Αθανάσιου Πάριου «Αντιφώνησις» […].

*

Κ.Θ Δημαράς, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, Ερμής, Αθήνα 2009 (10η έκδ.), 1 & 10-12.

σύνδεσμος

Συνεχίζεται >

[Νεοελληνικός Διαφωτισμός [1]

16/04/2019 § Σχολιάστε

«Εγκυκλοπαιδεία ή Λεξικό αλφαβητικά ταξινομημένο των τεχνών και των επαγγελμάτων» (εξώφυλλο) [πηγή: Βικιπαίδεια].

Η φιλοσοφία του Διαφωτισμού, στην ώριμη διατύπωσή της στη σκέψη του δέκατου όγδοου αιώνα, εξέφρασε τη χειραφέτηση του ευρωπαϊκού πνεύματος από τα δεσμά της μεσαιωνικής κοσμοθεωρίας. […] Ο Διαφωτισμός στηρίχτηκε στην ελπίδα της απαλλαγής της ανθρώπινης σκέψης από το σκότος της πλάνης, της άγνοιας και της προκατάληψης. Οι πηγές του ήταν η Καρτεσιανή ριζική αμφιβολία απέναντι στις καθιερωμένες αυθεντίες, καθώς και ο αδυσώπητος πόλεμος που είχαν κηρύξει ο Hobbes και ο Spinoza εναντίον της δεισιδαιμονίας που εξευτέλιζε το ανθρώπινο πνεύμα.

Ο δρόμος προς τον Διαφωτισμό άνοιξε με τον γενναίο προβληματισμό γύρω από τη φύση, τις πηγές και τα όρια της γνώσης, που είχε εισαγάγει ο John Locke στο έργο του Δοκίμιο για την ανθρώπινη νόηση. Καθορίζοντας τις γνωστικές δυνατότητες του ανθρώπινου πνεύματος και καταστρέφοντας έτσι τα θεμέλια της πλάνης, ο Locke δίκαια μπορεί να θεωρηθεί ως ο «πατέρας του Διαφωτισμού». Η σκέψη του στάθηκε η αφετηρία του επίμοχθου ταξιδιού του Διαφωτισμού, που έφτασε στην κορύφωσή του με τη διατύπωση του πιο χαρακτηριστικού του αιτήματος με την προτροπή του Kant: sapere aude, «τόλμα να γνωρίζεις». […]

Η απόρριψη της αυθεντίας, η αναγνώριση της εμπειρικής βάσης των γνωστικών δυνάμεων της ανθρώπινης νόησης και η οικουμενική πρόσκληση για γνώση είχαν σαφείς πολιτικές συνέπειες. Η νέα γνωσιολογία είχε εξισωτικό χαρακτήρα. Οι άνθρωποι αναγνωρίζονται από τον Διαφωτισμό ως ανεξάρτητες μονάδες, που διαθέτουν δυνάμει ίσες γνωστικές ικανότητες και ισοδύναμες δυνατότητες λογικής κρίσης, που θα μπορούσε να καλλιεργηθεί και να βελτιωθεί με κατάλληλη αγωγή. Κατά συνέπεια, ο καθένας θα μπορούσε να διεκδικήσει ίσα πολιτικά δικαιώματα και ίσες δυνατότητες λόγου. Έτσι, ο πολιτικός φιλελευθερισμός, που αναγνώριζε την αυτονομία και τα δικαιώματα του ατόμου, αποτέλεσε τη φυσική πολιτική έκφραση της νέας φιλοσοφίας. Ο φιλελευθερισμός του Διαφωτισμού ενισχύθηκε από την εκκοσμικευμένη θεωρία του φυσικού δικαίου, η οποία καθιέρωνε την αρχή των αναπαλλοτρίωτων ανθρώπινων δικαιωμάτων, ως ουσιαστικό περιεχόμενο της ιδέας της ελευθερίας. Ως πολιτική στάση, ο Διαφωτισμός αντιπροσώπευε την κατάφαση προς όλες τις πρακτικές συνέπειες της χειραφέτησης της ανθρώπινης νόησης από την κηδεμονία της αυθεντίας: διεκήρυσσε τα δικαιώματα του ατόμου, αντιμαχόταν το δεσποτισμό, το φανατισμό, τη μισαλλοδοξία και την κοινωνική αδικία. Τέλος, σε μια ιστορική στιγμή επαναστατικής έξαρσης, ενστερνίστηκε, ως τη φυσική ιδεολογική του κορύφωση, τα ιδεώδη της ελευθερίας, της ισότητας και της αδελφοσύνης των ανθρώπων και των λαών, τα οποία συνέθεταν τη νέα «θρησκεία της ανθρωπότητας».

Πασχάλης Μ. Κιτρομηλίδης, Νεοελληνικός Διαφωτισμός. Οι πολιτικές και κοινωνικές ιδέες, μτφ. Στέλλα Νικολούδη, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2000 (3η έκδ.), 13-14.

σύνδεσμος

Συνεχίζεται >

Where Am I?

You are currently browsing the knowledge category at αγριμολογος.