[Για την αγάπη της Επιστήμης·

24/12/2020 § Σχολιάστε

Απο τα σημαντικότερα κείμενα των ημερών
 ―άποψή μου

από ανώνυμο δημιουργό στο facebook

της ©Σώτης ΤριανταφύλλουAthens Voice ->>>

Η συγγραφέας εξηγεί πώς η πανδημία Covid-19 αναζωπύρωσε το ενδιαφέρον για την επιστήμη

Η χρηματοπιστωτική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας έστρεψε το ενδιαφέρον του γενικού πληθυσμού στην οικονομική επιστήμη: γύρω στο 2008-2009 οι άνθρωποι του 21 αιώνα συνειδητοποίησαν τον ρόλο των οικονομολόγων στη ζωή τους. Προέκυψαν πολλά ερωτήματα: τι είχαν προβλέψει σωστά; Πού είχαν αποτύχει; Τι ψιθύριζαν στο αυτί των πολιτικών; Ποιο ήταν το κοινωνικοοικονομικό τους όραμα; Μαζί με τα ερωτήματα εντάθηκε η αβεβαιότητα και η καχυποψία: οι οικονομολόγοι φαίνονταν να κυβερνούν τον κόσμο και να μην τα καταφέρνουν και τόσο καλά. Παρ’ όλ’ αυτά, έκαναν μακροπρόθεσμες προβλέψεις –με την επιφύλαξη ότι κάπου-κάπου θα εμφανίζονται μαύροι κύκνοι– έδιναν συμβουλές και, ανάλογα με την κοσμοθεωρία του καθενός, μας εξηγούσαν πώς είχε συμβεί η οικονομική κρίση και η κρίση χρέους, και κυρίως πώς θα αποφύγουμε να ξανασυμβούν στο μέλλον.

Οι διαμάχες μεταξύ των ειδικών στα χρηματοοικονομικά άλλοτε προσέθεταν, άλλοτε αφαιρούσαν από το κύρος και την αξία τους. Καθώς όλο και περισσότεροι άνθρωποι άρχισαν να κατανοούν τον αντίκτυπο της οικονομικής επιστήμης στη ζωή τους –κάτι που ίσως μέχρι τότε δεν πολυπρόσεχαν– την εποχή εκείνη μεγαλύτερο ποσοστό νέων επέλεξαν να σπουδάσουν στις οικονομικές σχολές. Παραλλήλως, οι διάφορες οικονομικές θεωρίες εμπότισαν τον δημόσιο διάλογο όπως είχε συμβεί στη Μεγάλη Ύφεση της δεκαετίας του 1930, κατά τη διάρκεια της πετρελαϊκής κρίσης στα χρόνια του 1970 και κατά τη διάρκεια του πυρετού του χρηματιστηρίου το 1995-2005. Από αυτόν τον διάλογο δεν έλειπαν οι ερασιτέχνες, οι κομπογιαννίτες και οι συνωμοσιολόγοι. Δεν έλειπαν οι ξερόλες· ποτέ δεν λείπουν οι ξερόλες.

Νομίζω ότι η πανδημία Covid-19 αναζωπύρωσε παρόμοιο ενδιαφέρον για τη βιολογία, την ιατρική και τη φαρμακευτική. Πρόκειται για επιστήμες αρκετά διαφορετικές από την Οικονομία εφόσον στηρίζονται πολύ περισσότερο στη μαθηματική σκέψη per se, στη φυσική και στη χημεία, δηλαδή σε κλάδους επιστημονικής ακριβείας, και λιγότερο στην κοινωνική σκέψη και στην πολιτική. Ίσως η πανδημία να αφύπνισε το πλήθος των αποριών που δεν βρίσκουμε τον χρόνο να εκφράσουμε και στις οποίες μπορεί να απαντήσει η επιστήμη: η φυσική και η χημεία βρίσκονται ολόγυρά μας –ένα ακόμα «αυτονόητο»– αλλά δεν στοχαζόμαστε πάνω σ’ αυτές. Οι νόμοι της φύσεως κάνουν τη δουλειά τους κι εμείς τη δική μας.

Γιατί όταν μας πέφτει από τα χέρια μια φέτα ψωμί με βούτυρο, προσγειώνεται σχεδόν πάντοτε από την πλευρά του βούτυρου; Πώς τα αεροπλάνα πετάνε και τα καράβια επιπλέουν; Η επιστήμη βρίσκεται παντού· το ξέρουμε όλοι. Βρίσκεται στην κουζίνα –στο πώς θα φουσκώσει ή θα δέσει το γλυκό–, βρίσκεται και στην μπανιέρα· αρκεί να θυμηθούμε τον Αρχιμήδη. Αλλά αν ρωτήσουμε ένα τυχαίο δείγμα ανθρώπων γιατί βρέχει, πώς δημιουργούνται οι φυσαλίδες του νερού που βράζει ή ποιο είναι το βάρος των νεφών, θα πάρουμε ασαφείς απαντήσεις. Πράγματι, ο ζαχαροπλάστης ξέρει εμπειρικά τι πρέπει να κάνει και μπορούμε να κολυμπάμε χωρίς να σκεφτόμαστε την άνωση.

Εκτός από τα ερωτήματα η απάντηση των οποίων μπορεί να περιμένει, ή να αναζητηθεί σε ό,τι διδαχτήκαμε στο σχολείο, η πραγματικότητα θέτει ειδικά ερωτήματα: Τι είναι οι ιοί; Ποιες είναι οι διαφορές τους από τα βακτήρια; Πώς η ιατρική αντιμετωπίζει τις ασθένειες από τους μεν και από τα δε; Φταίμε για τις επιδημίες; Κι αν φταίμε, σε τι φταίμε; Πώς μπορούμε να διορθώσουμε τα λάθη μας; Η τελευταία αυτή δοκιμασία δεν κινητοποιεί μόνο το ενδιαφέρον για την επιστήμη, αλλά γενικότερα για το πώς η επιστήμη μπορεί να μας βοηθήσει να τα βγάλουμε πέρα καλύτερα. Η διαφορά αυτού του ενδιαφέροντος από το ενδιαφέρον, π.χ. για την κλιματική αλλαγή, είναι ο επείγων χαρακτήρας των ασθενειών: η πρόληψη και η θεραπεία τους αφορά τον καθένα στο σήμερα, ενώ η εξέλιξη του κλίματος φαίνεται ότι αφορά το μέλλον και ίσως μάλιστα απαιτεί θυσίες στο σήμερα. Έτσι κι αλλιώς, λίγοι ενδιαφέρονται για τη μοίρα των επερχόμενων γενεών· η επιβιωτικότητα, μια μορφή εγωισμού, είναι προς το παρόν μέρος της ανθρώπινης φύσης.

Νομίζω λοιπόν ότι η πανδημία έφερε στο προσκήνιο τη βαθιά μας άγνοια για την επιστήμη, η οποία οφείλεται βεβαίως στο σοβαρό πρόβλημα για το οποίο παραπονιέμαι συχνά: τη δευτερεύουσα θέση που έχουν τα επιστημονικά μαθήματα στο σχολείο. Ιδιαίτερα στην Ελλάδα, θα μπορούσε κανείς να πει ότι όλα τα μαθήματα έχουν δευτερεύουσα θέση, εφόσον ούτε ελληνικά μαθαίνουμε, ούτε φυσικοχημεία. Η απουσία θετικής σκέψης επηρεάζει αρνητικά τον τρόπο της ζωής, ευνοεί τον παραλογισμό και τις δεισιδαιμονίες, και αφαιρεί από το άτομο την ικανότητα ερμηνείας του κόσμου και λήψης ορθών αποφάσεων. Αλλά δεν πρόκειται για αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο.

Στο αμερικανικό γυμνάσιο διδάσκεται η «προ-άλγεβρα», που, το λέει η λέξη, δεν πρόκειται για «άλγεβρα» αλλά για ένα είδος προχωρημένης αριθμητικής. Στις περισσότερες ανεπτυγμένες χώρες, με τις «κλασικές» και «πρακτικές» κατευθύνσεις, τις φιλολογικές και θετικές δέσμες, τα μαθήματα που σχετίζονται με την επιστήμη προορίζονται τελικά για μια μειοψηφία. Ένα μεγάλο μέρος των παιδιών δείχνει να δυσκολεύεται υπερβολικά σε αυτά τα μαθήματα, προφανώς επειδή δεν διδάσκονται σωστά. Το αποτέλεσμα είναι ο γενικευμένος επιστημονικός αναλφαβητισμός ο οποίος ξεκινά από τον μαθηματικό αναλφαβητισμό, το να μην μπορείς δηλαδή να κάνεις νοερά μια απλή αριθμητική πράξη, να μην μπορείς να δώσεις ρέστα από πέντε ευρώ.

Σ’ αυτό το περιβάλλον του επιστημονικού αναλφαβητισμού, η πανδημία ενθάρρυνε τις επιστημονικές συζητήσεις και διαμάχες με αποτέλεσμα παράλληλους διαλόγους δύο επιπέδων. Από τη μια πλευρά συνδιαλέγεται ο γενικός πληθυσμός που δεν αναρωτιέται για τα απλά φαινόμενα της ζωής και επιμένει στα γιατροσόφια και στις προνεωτερικές αντιλήψεις: υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που πιστεύουν ότι τα παιδιά θα ρίξουν το πάχος σε ύψος, ότι τα αντιβιοτικά είναι ένα είδος αντιπυρετικού κι ότι ένα σπυράκι «δεν πρέπει να το πειράζεις». Από την άλλη πλευρά, η επιστημονική κοινότητα άρχισε να ξεμαλλιάζεται δημοσίως – ανέκαθεν ξεμαλλιαζόταν αλλά όχι τόσο δημοσίως. Έτσι, αρχίσαμε the hard way, να ενδιαφερόμαστε περισσότερο για την επιστήμη και για τον αντίκτυπό της στη ζωή μας.

Ο πρώτος παράγοντας που μας κινητοποίησε ήταν το πώς οι επιστήμονες, οι ειδικοί, απέκτησαν μια εξουσία που ίσως δεν ξέραμε ότι είχαν. Απέκτησαν τον πρώτο λόγο μιας και το πεδίο τους υπό την ευρεία έννοια επηρεάζει την πρωταρχική ανθρώπινη αξία, την υγεία – και πολλοί από μας έκριναν ότι αυτός ο «λόγος» ήταν πιο ελκυστικός, πιο έναρθρος, πιο πειστικός, από τον λόγο των πολιτικών. Συχνά και τα πρόσωπα που εξέφεραν αυτόν τον λόγο ήταν συμπαθέστερα από τους πολιτικούς, πιο «ανθρώπινα», με καλύτερες προθέσεις.

Ο δεύτερος παράγοντας που ενίσχυσε το ενδιαφέρον για την επιστήμη είναι η παγκοσμιότητα της ασθένειας Covid-19 που έδειξε ότι, πέρα από τους εμπορικούς ανταγωνισμούς και τους πολέμους, υπάρχουν ενάρετες πανανθρώπινες δραστηριότητες όπως η επιστημονική έρευνα και η πρακτική της υγείας. Ενώ εμείς επί χρόνια τρέχουμε από ’δω κι από ’κει στις δουλίτσες μας, φροντίζοντας τις σοβαρές ή λιγότερο σοβαρές παθήσεις μας, χιλιάδες επιστήμονες περνούν τη ζωή τους σε πάγκους και μικροσκόπια, σε μικροβιολογικά εργαστήρια και βιοχημικά εργοστάσια όπου αναγνωρίζουν απειλές για την ανθρώπινη υγεία και όπου παρασκευάζουν θαυματουργά ή σχεδόν θαυματουργά φάρμακα.

Όταν ήμουν παιδί, ανάμεσα στα πρότυπα που μπορούσε να έχει κανείς ήταν η Μαρί Κιουρί, ο καρδιοχειρουργός Κρίστιαν Μπάρναρντ και προπάντων οι μεγάλοι αστροναύτες: ήμασταν έκθαμβοι μπροστά στα επιτεύγματα της επιστήμης και νομίζω πως είχαμε δίκιο. Πολλά πήγαιναν στραβά στον 20ό αιώνα αλλά ο σεβασμός στη γνώση και στην αυθεντία δεν ήταν από τα στραβά· ήταν από τις μορφές συμπεριφοράς που επιτάχυναν την ανθρώπινη πρόοδο. Η αμφισβήτηση της αυθεντίας, η απαξίωση των σοφών, η ανάδυση του ημιμαθούς που επικρίνει τους πάντες, ιδιαίτερα όσους νιώθει ότι ξέρουν περισσότερα από τον ίδιο, μας έχει φέρει στη σημερινή κατάσταση της πολτοποίησης. Στις μέρες μας ο καθένας εκφέρει γνώμη ενώ θα έπρεπε να σιωπά.

Απ’ ό,τι φαίνεται από τις πρόσφατες δημοσκοπήσεις, όπως συνέβη το 2008-2009 με τους οικονομολόγους, η ανάδειξη των επιστημόνων στην πρώτη γραμμή των αποφάσεων, η παραδοχή των πολιτικών ότι η διαχείριση των επιδημιών δεν είναι το φόρτε τους, πολλοί νέοι επηρεάστηκαν από αυτή την εμπειρία και εκδηλώνουν τώρα αγνές προθέσεις σχετικά με την επιλογή των σπουδών στην ιατρική: επιθυμία για την έρευνα, για τη φροντίδα των άλλων, για συμμετοχή στις μεγάλες αποφάσεις της ανθρωπότητας. Η COVID-19 έδειξε σε πολλούς ανθρώπους ποιος είναι ο ρόλος των ερευνητών και το τι οφείλουμε στην ιατρική και τη φαρμακευτική, ενώ φώτισε το πρόσωπο επιστημόνων που για τον πολύ κόσμο εργάζονται στη σκιά: ιολόγους, φαρμακοχημικούς, επιδημιολόγους. Και παρότι το στοίχημά μας θα έπρεπε να είναι ένας τρόπος παραγωγής και αναπαραγωγής που να μην πιέζει αφόρητα τον πλανήτη, οι επιστήμες της υγείας θα βρίσκονται, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, σε προτεραιότητα από φιλοσοφική και υπαρξιακή άποψη.

Πράγματι, συρρίκνωση της οικονομίας κατά 35% είναι ένα πλήγμα το οποίο η επιστήμη όχι μόνο δεν μπορεί να άρει αλλά για το οποίο μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνη. Απευθυνόμαστε στους επιστήμονες σε καιρούς κρίσεως, αλλά αν δεν κάνουν το θαύμα τους, είμαστε έτοιμοι να τους στήσουμε στον τοίχο. Αυτή την παράξενη χρονιά, παρατηρήσαμε στη χώρα μας, και σε ολόκληρο τον κόσμο, αντίρροπες δυνάμεις και τρόπους σκέψης: εμπιστοσύνη στην επιστήμη και παραλλήλως σκεπτικισμό, θεωρίες συνωμοσίας που προϋποθέτουν ένα αόριστο και τρομερό «αυτοί» – αυτοί που κινούν τα νήματα.

Το σύνδρομο της μαριονέτας περιλαμβάνει πλέον την επιστημονική κοινότητα: ενώ από τη μία πλευρά, το σοκ της πανδημίας τόνωσε τη φιλομάθεια και πιθανώς δημιούργησε καινούργια πρότυπα, από την άλλη ενίσχυσε την παρανοειδή ιδέα της παγκόσμιας μηχανορραφίας στην οποία συμμετέχουν οι επιστήμονες: ιατροί, χημικοί, περιβαλλοντολόγοι και προπάντων η αδυσώπητη Big Farma. Mαζί με μια μορφή εναλφαβητισμού στα ζητήματα της υγείας, αναπτύχθηκε ή εκδηλώθηκε η αντίσταση στην επιστήμη, τόσο όταν προσπαθεί να επιβληθεί στην πολιτική, όσο κι όταν συμπλέει μαζί της. Το παράδοξο της συνωμοσιολογίας εναντίον της επιστήμης είναι ότι ο συνωμοσιολόγος δεν επιδιώκει να μάθει περισσότερα προκειμένου να αποδείξει αυτά που πιστεύει· αντιθέτως, αποφασίζει να παραμείνει μπούφος – όσο λιγότερα ξέρεις τόσο πιο αθώος νιώθεις.

[Ο αντιδαρβινισμός που μας ταλαιπωρεί ·

12/11/2020 § Σχολιάστε

Για δεκάδες χρόνια βιολόγοι και γιατροί αγωνίζονται
για περισσότερο μερίδιο επιστημών της ζωής στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση – εις μάτην.

Γράφει ο Λευτέρης Ζούρος στην Καθημερινή

Μήπως η αναποτελεσματικότητα των μέτρων κατά του κορωνοϊού, η άρνηση του εμβολιασμού, οι θεωρίες συνωμοσίας και η αμφίσημη στάση κάποιων εκκλησιαστικών παραγόντων έχουν να κάνουν, σε κάποιο βαθμό, με αυτό το έλλειμμα όχι μόνο στην παιδεία αλλά και στην πληροφόρηση του κοινού; Το ερώτημα είναι εύλογο και η απάντηση σύνθετη.

Σε μια δημοσκόπηση με το ερώτημα «δέχεστε τη θεωρία της εξέλιξης;», που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Science τo 2006, το ποσοστό του ΝΑΙ για την Ελλάδα ήταν 54%. Από τις 33 χώρες που περιελάμβανε η μελέτη, έξι είχαν χαμηλότερο ποσοστό: Λιθουανία (50), Βουλγαρία (49), Λετονία (47), Κύπρος (46), ΗΠΑ (42) και Τουρκία (28). Σε τρεις από τις  παραπάνω χώρες (Ελλάδα, Βουλγαρία, Κύπρος) η Ορθοδοξία είναι το κοινότερο θρήσκευμα. Νεότερα στοιχεία υπάρχουν και για άλλες έξι ευρωπαϊκές χώρες στις οποίες η Ορθοδοξία αποτελεί το κύριο θρησκευτικό στοιχείο: Ρωσία (65), Σερβία (61), Γεωργία (58), Ρουμανία (56), Ουκρανία (54) και Λευκορωσία (43) (τα ποσοστά είναι εκτιμήσεις από διαγράμματα και επομένως μπορεί να διαφέρουν ελαφρώς από τα πραγματικά νούμερα που δεν είναι διαθέσιμα). Και στις εννέα ορθόδοξες χώρες το ποσοστό είναι κατώτερο από τον μέσο όρο (69%) των 25 μη ορθοδόξων χωρών της Ευρώπης. Η πιθανότητα να είναι τυχαία αυτή η κατανομή των ποσοστών μεταξύ ορθοδόξων και μη ορθοδόξων χωρών είναι 3:10.000. Η σχέση είναι αιτιώδης, αλλά ποια είναι τα αίτια;

Δεν υπάρχει τίποτε στο δόγμα ή στην ιστορία της Ορθοδοξίας που να την καθιστά περισσότερο εχθρική προς τη θεωρία της εξέλιξης απ’ ό,τι τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία ή τον Προτεσταντισμό. Δεν έχει στήσει Ιερές Εξετάσεις, δεν έχει εμπλακεί σε ενδο-χριστιανικούς πολέμους. Φρενάρισε όμως, σε συνδυασμό με την οθωμανική κυριαρχία, την έλευση της Αναγέννησης και του Διαφωτισμού και έμεινε αμέτοχη στη διαμόρφωση του δυτικού πολιτισμού, ένα βασικό χαρακτηριστικό του οποίου είναι ο διαχωρισμός της πολιτειακής και της θρησκευτικής εξουσίας. Κατολίσθησε έτσι στην ομάδα των φονταμενταλιστών του Αμερικανικού Προτεσταντισμού και του Ισλάμ, όπου πρέπει να ανατρέξουμε για να βρούμε ποσοστά κατώτερα εκείνων που σπιλώνουν τη χώρα μας. Και όμως δεν έχουμε τίποτε το κοινό με τον ρατσισμό του πρώτου ή τον υποβιβασμό της γυναίκας του δεύτερου, για να αναφέρω μόνο δύο χαρακτηριστικά. Το ότι τα ποσοστά μας βάζουν στην ίδια κατηγορία μας αδικεί στην καλύτερη περίπτωση, μας υποτιμά στη χειρότερη.

Τι πρέπει να γίνει; Η Εκκλησία της Ελλάδος οφείλει να διαμορφώσει και να διακηρύξει μια ξεκάθαρη θέση έναντι της θεωρίας της εξέλιξης, όπως έκανε η Ρωμαιοκαθολική το 1996. Η σιωπή ισοδυναμεί με άρνηση. Κανένα θρησκευτικό δόγμα και καμιά ιδεολογία δεν μπορεί να μονοπωλήσει τις κοινωνίες. Η διαφορετικότητα είναι νόμος της φύσης και η συνύπαρξη με το διαφορετικό απαιτεί τη συνεννόηση και τη συνεργασία. Η φυσική επιστήμη αποτελεί ένα συμπαγές σώμα.

Το να δεχόμαστε την ιατρική που είναι μέρος της βιολογίας και να απορρίπτουμε τη θεωρία της εξέλιξης, που είναι η θεμελιώδης αρχή της βιολογίας, αποτελεί αντίφαση.

Προβάλλουμε, από άγνοια ή σκοπιμότητα, μια όψη της θεωρίας της εξέλιξης, τον ανταγωνισμό μεταξύ ατόμων και ειδών. Αλλά αποσιωπούμε την εξελικτική ερμηνεία του αλτρουισμού και της ενσυναίσθησης που βρίθουν στο ζωικό βασίλειο και στον άνθρωπο – μια άλλη αντίφαση. Μέσα από την εξέλιξη, η επιστήμη αποκαλύπτει τα βαθιά αίτια του ψυχισμού του ανθρώπου και δείχνει ότι η ζυγαριά γέρνει προς τη συνεργασία και την κοινωνικότητα (παράδειγμα η εργασία του Νικόλα Χρηστάκη, όπως την παρουσιάζει στο βιβλίο του «Προσχέδιο»). Εφοδιάζει έτσι με εργαλεία όσους είναι ταγμένοι στην υπηρεσία της κοινωνίας.

Η Εκκλησία είναι κύρια δύναμη προς αυτή την κατεύθυνση. Η επιστήμη καταθέτει την προσφορά της και αναμένει ανταπόκριση. Πρόσφατα, η προκλητικότητα της γείτονος χώρας μας έκανε να κραυγάζουμε εναγωνίως προς τους εταίρους μας ότι τα σύνορα της Ευρωπαϊκής Ενωσης βρίσκονται απέναντι από την ακτή της Μικράς Ασίας. Παράλληλα, κάνουμε ό,τι μπορούμε για να τους υπενθυμίζουμε ότι τα πολιτισμικά σύνορα της Ευρώπης αφήνουν έξω τα Βαλκάνια. Και αυτό αποτελεί μια άλλη αντίφαση.

Οι αντιφάσεις έχουν κοινό τροφό: το ιστορικό φορτίο που δεν μπορούμε να αποτινάξουμε από τις πλάτες μας. Τις ζούμε καθημερινά ως δυσπιστία (καμιά φορά και εχθρότητα) στην επιστημονική γνώση, δεισιδαιμονίες, προτιμήσεις για εύκολες λύσεις. Ο κορωνοϊός τις έφερε στο προσκήνιο με δραματικό τρόπο. Ομως δεν μπορούμε να ζούμε εσαεί μέσα σε αντιφάσεις. Το κόστος είναι μεγάλο, υποβιβάζει την ποιότητα της ζωής μας και πριονίζει τη θέση μας μέσα στον πολιτισμένο κόσμο.

Επαναλαμβάνω την έκκληση προς όσους έχουν ή μπορούν να έχουν ρόλο. Λάβετε θέση απέναντι στην επιστήμη, λάβετε θέση απέναντι στη θεωρία της εξέλιξης του φαινομένου της ζωής και του ανθρώπου.

*

* Ο κ. Λευτέρης Ζούρος είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Κρήτης, αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, πρόεδρος της Ελληνικής Εξελικτικής Εταιρείας. 

[η αγάπη σκόνη και τ’ όνειρο καπνός: Leszek Kolakowski (1927-2009)

01/11/2020 § Σχολιάστε

50.

Όταν στέρεψαν τα ρεύματα

Στη μνήμη του Λεωνίδα Χατζηπροδρομίδη

Leszek Kolakowski, Main Currents of Marxism: The Founders – The Golden Age – The Breakdown, μτφρ. P. S. Falla, W. W. Norton 2008 [1η 2005], σελ. 1.283

Το κείμενο που ακολουθεί είναι ο Πρόλογος του Λέσεκ Κολακόφσκι στο έργο του Τα κύρια ρεύματα του Μαρξισμού στην έκδοση W.W. Norton 2005 [2η 2008]. Πρώτες εκδόσεις (τρίτομες): πολωνικά (Instytut Literacki, Παρίσι 1976 ), αγγλικά (OUP, Οξφόρδη 1978).

Έχουν περάσει σχεδόν τρεις δεκαετίες από τότε που γράφτηκαν αυτοί οι τόμοι, που τώρα εκδίδονται μαζί σ’ αυτή την νέα έκδοση, και δεν είναι άτοπο να ρωτήσουμε αν τα γεγονότα που συνέβησαν στο μεταξύ έχουν καταστήσει την ερμηνεία μου ξεπερασμένη, αδιάφορη ή απλώς εσφαλμένη. Σίγουρα φάνηκα αρκετά προσεκτικός ώστε να αποφύγω προβλέψεις που τώρα θα μπορούσαν να έχουν αποδειχθεί εσφαλμένες. Ωστόσο το ερώτημα παραμένει σε ισχύ: τι –αν μπορεί να υπάρχει κάτι– το ενδιαφέρον μπορεί να εξακολουθεί να υπάρχει στην διανοητική ή πολιτική ιστορία, που οι τόμοι μου προσπάθησαν να περιγράψουν.

Ο μαρξισμός υπήρξε ένα φιλοσοφικό ή μισο-φιλοσοφικό δόγμα και μια πολιτική ιδεολογία, που χρησιμοποιήθηκε από τα κομμουνιστικά κράτη ως η κύρια πηγή νομιμοποίησης και ως υποχρεωτικό κοινό πιστεύω. Αυτή η ιδεολογία ήταν απαραίτητη, άσχετα αν ο κόσμος την πίστευε ή όχι. Κατά την τελευταία περίοδο της κομμουνιστικής εξουσίας μετά δυσκολίας επιβίωνε ως ζωντανή πίστη. Η απόσταση μεταξύ αυτής και της πραγματικότητας ήταν τόσο μεγάλη, καθώς οι ελπίδες για το χαρωπό μέλλον του κομμουνιστικού παράδεισου ξεθώριαζαν τόσο ραγδαία, που τόσο η κυρίαρχη τάξη (δηλαδή το κομματικό απαράτ) όσο και οι εξουσιαζόμενοι είχαν συνείδηση της κενότητάς της. Αλλά παρέμενε επίσημα δεσμευτική, ακριβώς διότι ήταν το βασικό όργανο νομιμοποίησης του συστήματος εξουσίας. Όταν οι κυρίαρχοι ήθελαν πραγματικά να επικοινωνήσουν με τους υπηκόους τους, δεν χρησιμοποιούσαν το γκροτέσκο δόγμα του «Μαρξισμού – Λενινισμού». Απευθύνονταν μάλλον στα εθνικιστικά αισθήματα ή, στην περίπτωση της Σοβιετικής Ένωσης, της αυτοκρατορικής δόξας. Τελικά η ιδεολογία κατέρρευσε, μαζί με την αυτοκρατορία. Η κατάρρευσή της ήταν μία από τις αιτίες που το κομμουνιστικό σύστημα εξουσίας εξέλιπε από την Ευρώπη.

Ίσως φαίνεται πως μετά τον θάνατο αυτού του πολυεθνικού μηχανισμού, διανοητικά παράλογου αλλά πρακτικά αποτελεσματικού ως οργάνου καταπίεσης και εκμετάλλευσης, ο μαρξισμός ως αντικείμενο μελέτης έχει ταφεί οριστικά· και δεν υπάρχει λόγος να τον ξεθάψουμε από τη λησμονιά. Όμως αυτό δεν είναι επαρκές επιχείρημα. Το ενδιαφέρον μας για τις ιδέες του παρελθόντος δεν εξαρτάται από την πνευματική τους αξία, ούτε από την δύναμή τους να πείσουν στο παρόν. Άλλωστε μελετάμε τις διάφορες μυθολογίες θρησκειών νεκρών εδώ και πολύ καιρό, και το γεγονός ότι δεν υπάρχουν πλέον πιστοί τους δεν κάνει τη μελέτη λιγότερο ενδιαφέρουσα. Ως τμήμα της ιστορίας των θρησκειών και της ιστορίας του πολιτισμού, μια τέτοια μελέτη μάς επιτρέπει να διεισδύσουμε στις πνευματικές δραστηριότητες του ανθρώπινου είδους, στη δική μας ψυχή και στις σχέσεις της με άλλες μορφές ζωής του ανθρώπου. Η έρευνα πάνω στην ιστορία των ιδεών, άσχετα αν πρόκειται για θρησκευτικές, φιλοσοφικές ή πολιτικές, είναι μια διερεύνηση της δικής μας ταυτότητας, για το νόημα των δικών μας πνευματικών και φυσικών προσπαθειών. Επίσης, η ιστορία των ουτοπιών δεν είναι λιγότερο γοητευτική από την ιστορία της μεταλλουργίας ή της χημικής μηχανικής.

Σε ό,τι δε αφορά την ιστορία του μαρξισμού, υπάρχουν επιπρόσθετοι και πιο συναφείς λόγοι που τον καθιστούν άξιο μελέτης. Τα φιλοσοφικά δόγματα που για πολύ καιρό γνώρισαν σημαντική δημοφιλία (και αυτό που ονομαζόταν μαρξιστική φιλοσοφική οικονομική δεν ήταν πραγματική οικονομική με τη σημερινή έννοια της λέξης, παρά ένα φιλοσοφικό ονειροπόλημα) ποτέ δεν εξέπνευσαν εντελώς. Αλλάζουν το λεξιλόγιό τους, αλλά επιβιώνουν στα υπόγεια του πολιτισμού. Και αν και συχνά διακρίνονται ελάχιστα, είναι ακόμη σε θέση να γοητεύουν ανθρώπους – ή να τους τρομοκρατούν. Ο μαρξισμός ανήκει στην διανοητική παράδοση και την πολιτική ιστορία του 19ου και του 20ού αιώνα. Ως τέτοιος προφανώς μας ενδιαφέρει, μαζί με τις αδιάκοπα επαναλαμβανόμενες και συχνά γκροτέσκες αξιώσεις ότι αποτελεί επιστημονική θεωρία. Ωστόσο, αυτή η φιλοσοφία συνεπαγόταν κάποιες πρακτικές συνέπειες που θα μπορούσαν να φέρουν απερίγραπτη αθλιότητα και δυστυχία στην ανθρωπότητα: η ατομική ιδιοκτησία και η αγορά έπρεπε να καταργηθούν και να αντικατασταθούν από έναν καθολικό σχεδιασμό που περιλαμβάνει τα πάντα – ένα πέρα για πέρα απίθανο πρόγραμμα. Παρατηρήθηκε προς τα τέλη του 19ου αιώνα, κυρίως από αναρχικούς, ότι έτσι εννοούμενο το μαρξιστικό δόγμα ήταν ένα καλό προσχέδιο για τη μετατροπή της ανθρώπινης κοινωνίας σ’ ένα γιγάντιο στρατόπεδο συγκέντρωσης. Ασφαλώς αυτή δεν ήταν η πρόθεση του Μαρξ, αλλά ήταν ένα αναπόφευκτο αποτέλεσμα της ένδοξης και τελικά καλοκάγαθης ουτοπίας που επινόησε.

Ο θεωρητικός δογματικός μαρξισμός σέρνει την άθλια ύπαρξή του στους διαδρόμους κάποιων ακαδημαϊκών ιδρυμάτων. Ενώ το ωφέλιμο φορτίο του είναι πολύ φτωχικό, δεν είναι αδιανόητο ότι θα κερδίζει σε δύναμη, υποστηριζόμενος από ορισμένα πνευματικώς άθλια αλλά θορυβώδη κινήματα που στην πραγματικότητα έχουν χάσει κάθε επαφή με τον μαρξισμό ως θεωρητικό κορμό, αλλά αναζητούν ζητήματα που δυνατόν, όσο κι αν είναι συγκεχυμένα, να παρουσιάζονται ως ζητήματα του καπιταλισμού ή του αντικαπιταλισμού (αυτές οι έννοιες ποτέ δεν προσδιορίζονται, αλλά χρησιμοποιούνται με τέτοιον τρόπο που να δείχνει ότι αντλούνται από την μαρξιστική παράδοση).

Η κομμουνιστική ιδεολογία φαίνεται να βρίσκεται σε μια κατάσταση rigor mortis (νεκρικής ακαμψίας) και οι θεραπευτικές αγωγές που ακόμη την χρησιμοποιούν είναι τόσο αποκρουστικές που η ανάστασή της δείχνει αδύνατη. Αλλά ας μη βιαστούμε κάνοντας μια τέτοια προφητεία (ή αντι-προφητεία). Οι κοινωνικές συνθήκες που έθρεψαν και χρησιμοποίησαν αυτή την ιδεολογία μπορούν ακόμη να αναβιώσουν. Ίσως –ποιος ξέρει;– ο ιός (virus) να βρίσκεται σε νάρκη, προσμένοντας την επόμενη ευκαιρία. Εξάλλου τα όνειρα για μια τέλεια κοινωνία ανήκουν στα ανθεκτικά αποθέματα του πολιτισμού μας.

*

[Μετάφραση ©Χ.Ε. Μαραβέλιας –Athens Review of Books. Τεύχος 119 – ΙΟΥΛΙΟΣ – ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2020

*

Διαβάστε όλα [τα όνειρα καπνός]

[«γιορτή» εμφύλιας αλληλοσφαγής ·

03/08/2020 § Σχολιάστε

Τι κάνουν εκεί στον ΣΥΡΙΖΑ; Βάζουν νεαρές ψυχές να γαλουχούνται από ενενηντάχρονους που θεωρούν ως μέγιστο επίτευγμα της ζωής τους τη συμμετοχή τους σ’ έναν φονικό εμφύλιο; Στον Γράμμο δεν πολέμησαν συμμορίτες και ελευθερωτές από τον ολοκληρωτισμό, ή μοναρχοφασίστες και αγωνιστές της ελευθερίας. Θύματα από τις δυο Ελλάδες πολέμησαν και αλληλοσφάχτηκαν.

Οταν το 2020 η νεολαία του ΣΥΡΙΖΑ επιστρέφει στα μονοπάτια του Γράμμου, τι πρέπει άραγε να κάνουμε; Να κλάψουμε; Η διαδικτυακή πρόσκληση της Νεολαίας του ΣΥΡΙΖΑ για αυγουστιάτικο «εναλλακτικό» camping στο Νεστόριο της Καστοριάς και οι ξεναγήσεις σε σημαδιακές τοποθεσίες του Γράμμου, είναι μια από κάθε άποψη απερίγραπτη πρωτοβουλία.

Τι πάνε εκεί πάνω να κάνουν τα παιδιά; Να κλάψουν την ήττα του 1949; Ας πήγαιναν ως την Κουμουνδούρου να κλάψουν την δεύτερη του 2019, πιο κοντά θα τους έπεφτε. Αφήστε που επειδή στο νοσοκομείο του ΔΣΕ, στην σπηλιά του Ζαχαριάδη και στον Πύργο της Κοτύλης πάει κάθε χρόνο εκδρομές η ΚΝΕ, ενδέχεται να τρακάρουν οι δυο νεολαίες σε κείνες τις ματωμένες πλαγιές και να έχουμε επανάληψη του Εμφυλίου, αυτή την φορά ανάμεσα σε δυο αριστερά στρατεύματα.[*]

‘Αποψή μου
Όταν γιορτάζεις έναν Εμφύλιο στον Γράμμο, γιορτάζεις το αδελφοκτόνο αίμα που χύθηκε, όπου Έλληνες πολέμησαν εναντίον Ελλήνων, όπου ολόκληρες οικογένειες χωρίστηκαν αδυσώπητα στα δυο με μίσος, όπου δυο Ελλάδες αλληλοσφάχτηκαν, τότε είσαι ανάξιος της εμπιστοσύνης του κόσμου. Είσαι είτε συνειδητά ή ασυνείδητα διχαστικός και μισαλλόδοξος, ακόμα κι αν δεν έχεις την κατάλληλη διανοητική ικανότητα, να το καταλάβεις. ―Ντροπή!

[αυτά τα ελάχιστα με πόνο ψυχής κατάθεσα στο fcbk, και σε όποιον αρέσουν 

 

_________
[*] Οι πρώτες τρεις παράγραφοι από το protagon.gr

Where Am I?

You are currently browsing the knowledge category at αγριμολογος.