ένα δάκρυ στις σιωπηλές σου νύχτες

01/04/2010 § Σχολιάστε

Τα κλειδιά του φεγγαροφράχτη χορεύουν στη
ζώνη σου σαν ασημένια ψάρια.

Ε.Χ. Γονατάς

Στην αρχή της αφήγησης τοποθετώ τον ήρωά μου σε ένα ξύλινο κιβώτιο το οποίο φροντίζω να σφραγίσω επαρκώς. Είχε την εντύπωση ότι βρίσκονταν στη ίδια σπηλιά όπου είχε χωθεί κάποτε ο ασκητής Αντώνιος, τότε που έπλαθε μπωντλερικούς πειρασμούς και δαιμόνια κατ’ εικόνα και ομοίωσή του, δαιμόνια γνωστά πλέον τοις πάσι. Πιστεύω• μέσα στο σκοτάδι του κιβωτίου θα βρει επιτέλους την ευτυχία που χρόνια τώρα αναζητά. Το κιβώτιο έχει διαστάσεις ένα και πενήντα πέντε εκατοστά ύψος και εξήντα πλάτος, γεγονός που –όπως ο ίδιος μου ομολόγησε– δυσχεραίνει ευχάριστα τη διαμονή του καθώς το ύψος το δικό του, ξεπερνά το ένα κι ογδόντα εκατοστά, με πλάτες φαρδιές, υπήρξε τακτικός θαμώνας ενός φίτνες κλαμπ.

Ξαναδιαβάζοντας προσεκτικά την προηγούμενη παράγραφο, διαπιστώνω με τρόμο ότι υπάρχουν δυο δικές μου παραλείψεις που χρήζουν άμεσης φροντίδας, ευτυχώς δεν έχουν περάσει παρά μερικές μόνο ώρες από τότε που έκλεισα τον ήρωά μου στον ξύλινο κόσμο του κιβωτίου. Χωρίς την εξασφάλιση των στοιχειωδών φυσικών και κοινωνικών του αναγκών, δεν δύναται να δοθεί ελεύθερα κι απερίσπαστα διά της απαθείας. στην προσπάθειά του να καλλωπίσει την εικόνα με την ομοίωση, διότι –όπως και πάλι ο ίδιος ομολόγησε– η ομοιότητα με τον Θεό μας χαρίζει την ατελεύτητη ζωή, να πλάσει (και να δοκιμαστεί) με βάσει τον χαρακτήρα του, τους προσωπικούς του πειρασμούς και τα δαιμόνια που συνήθως ακολουθούν, πειρασμούς αντάξιους με αυτούς που έπλασε ο ασκητής Αντώνιος.

Πριόνισα προσεκτικά το πλαϊνό μέρος του κιβωτίου δημιουργώντας μια τεράστια ωοειδή τρύπα υπολογίζοντας με ακρίβεια τα επίμαχα σωματικά του σημεία ώστε να καλύπτει με άνεση τις μικρές αλλά και τις μεγάλες φυσικές του ανάγκες. Φρόντισα η τρύπα να βρίσκεται δίπλα από τον μικρό καταρράκτη εξασφαλίζοντάς του ταυτόχρονα την παροχή νερού τόσο για πόση όσο και για πλύση. Εκείνος, βλέποντάς την ανιδιοτελή, σκληρή προσπάθειά μου, τον ιδρώτα του προσώπου μου κάτω από τον καυτό ήλιο, με αντάμειψε με ένα ζεστό χαμόγελο ευγνωμοσύνης, παρά το τραγικό λάθος που διέπραξα, θέλοντας να του αφήσω μερικά ρολά χαρτί υγείας τα οποία με φανερή αμηχανία απέρριψε ευγενικά μεν, ενοχλημένος δε.

Για τις στοιχειώδεις κοινωνικές του ανάγκες, δηλαδή• την επικοινωνία με την οικογένειά του που τον σκέφτονταν κι αγωνιούσε, του προσέφερα -προπληρώνοντας συνδρομή ενός έτους σε γνωστή εταιρεία τηλεφωνίας- ένα σχετικά υψηλής τεχνολογίας κινητό τηλέφωνο. Για την φόρτισή του εγκατέστησα μια ισχυρή κυψέλη φωτοβολταϊκών στο πάνω μέρος του ξύλινου κιβωτίου, κρέμασα ένα καλώδιο με πρίζα την οποία σταθεροποίησα στο ύψος του μέσου της ωοειδής τρύπας. Η ηλιοφάνεια πλέον θα φρόντιζε τα υπόλοιπα.

Η αφήγηση δεν φτάνει στο τέλος της, προέχει η είσπραξη της επιδότησης που νόμιμα δικαιούμαι για την εγκατάσταση των φωτοβολταϊκών.

.

.

topaz

24/02/2010 § Σχολιάστε

τι προσπάθειες κι αυτές του ήλιου να κρυφτεί• κοντά βρίσκεται πια η αλλαγή εποχής. Το χρώμα είτε πράσινο είτε άλλο εμφανίζεται όταν τύχει της προσοχής μας, όπως το κύμα στην υπερβολή του υπόγειου σαρκασμού απλώνεται αντιμέτωπο με τη βοή. Αντιπαραθέσεις ύφους, χώρου, χρόνου, κλίματος, σεμνότητας. υποβάθμιση τόνων, ήχων και πολλών άξιων τεχνασμάτων όπως τα γραπτά απομνημονευμάτων, ένα τραπέζι, ένα καρβέλι ψωμί, μία λέξη.

Τι ονειρεύτηκες χτες ψιθύρισε• φτύνοντας αράδα την αράδα σαν μια αδρή, πυκνή μαρτυρία πολέμου παλαιότερης αφήγησης. Θα τα πω όλα είπα και• θυμήθηκα τη θέρμη του χεριού της τη νύχτα εκείνη, όταν ήμουν Χειμώνας. Τι ονειρεύτηκες χτες. Κοιμόταν κι έδωσα όρκο να μην ξαναρωτήσω αν τα όνειρα διαβρώνουν με τη σκουριά, το λιγοστό φως, τα σκοτεινά  δωμάτια.

Σκοτεινό δωμάτιο. Οδός Υμηττού. Παγκράτι. Η άγνωστη. Ο Μπουτζάτι. Τότε. Όλα, ιστορούν εκείνον τον Χειμώνα.

Ένα μπαλόνι που μέχρι σήμερα, ανάλαφρα αιωρείται.

.

.

θραύσματα ζωής

03/02/2010 § Σχολιάστε

πρωί. Τραβώ την κουρτίνα. Φως και θέα από το παράθυρο. Επιστροφή στο κρεβάτι. Θέλω να την ρωτήσω, τι είναι αυτό που την κάνει να ξυπνά τόσο νωρίς, όμως ο τρόπος που μ’ αγκαλιάζει ωθεί την ερώτηση αυτή, στην αναβολή. Ο ήχος της αναπνοής – ο μόνος ήχος στου δωματίου τη σιγή, θυμίζει μακρινά, ανεπαίσθητα φτερουγίσματα πουλιών, σκέφτομαι τα φτερά τους κινηματογραφικά, σε αργή κίνηση, αφουγκράζομαι την τριβή των φτερών τους στον αέρα, η σκέψη μου προσπαθεί να εστιάσει σε κάθε ένα από αυτά, να καταλάβει την λειτουργία του κάθε φτερού ξεχωριστά, πως και τι οδηγεί στην παραγωγή του παράξενου θορύβου με το σκίσιμο του ανέμου. Επανέρχομαι στην πραγματικότητα του φωτεινού πρωινού, στην αγκαλιά, του παραθύρου. Ταυτίζομαι –το προτιμώ αυτό- με τους σχολαστικούς συλλέκτες παλιών αρωμάτων.

Στο παράθυρο. Ένα σύννεφο μοιάζει να έχει σφηνωθεί στα πελώρια κλαδιά του γειτονικού μας δέντρου, δημιουργούνται οικεία ανθρωπόμορφα σχήματα, τα διακρίνω από τις ανατολίτικες μύτες, προτιμώ να μετατρέπω πρόσωπα σε μύτες, τα σχήματα προσώπων σε βάζουν σε σκέψεις, τρώνε χρόνο κι ωμά ψυχικά αποθέματα. Ήρθε κι έκατσε πλάι μου, το βλέμμα της• συνταξιδιώτης του δικού μου, τα κλαδιά του μεγάλου δέντρου πετάγονταν από την καμπύλη του τραχήλου της καθώς μαζεύει τα μαλλιά στο πλάι.

Το σύννεφο απέκτησε παρέα, κυριαρχεί το γκρίζο. Η δυνατή βροχή δημιουργεί άναρχα τρεχούμενα βιαστικά ρυάκια και φυσαλίδες όλων των μεγεθών, για όλα τα γούστα, διαλέγω μία, ταυτίζομαι μαζί της, την βλέπω, εκρήγνυται αθόρυβα και• νιώθω τη φιγούρα μου γυμνή σε κεντρική λεωφόρο, ανάμεσα σε τεράστια γυάλινα κτίρια, μη-κατανοώντας απολύτως τίποτα.

Πρωινιάτικα μπρος σ’ ένα παράθυρο, τι άλλο θα μπορούσε να περιμένει κανείς.

.

.

photo© Manuel-Alvarez Bravo,1930 (slightly rectified to blog needs…)

.

.

θα σου τηλεφωνώ κάθε μεσημέρι

01/02/2010 § Σχολιάστε

δεν μου είπες την αιτία. Βρισκόμασταν στον διάδρομο, μετά χωριστήκαμε. Ορισμένες φορές έχω την εντύπωση ότι μοιάζουμε. Δεν μιλάς. Θυμάμαι την φράση που μου είπες. Ποια φράση. Δεν θυμάμαι, θυμάμαι όμως το γλυκύτατο ύφος της, τη σημασία της φράσης, την κουβαλούσα μαζί μου καιρό. Περίεργο. Ποιο το περίεργο.

Τελευταία έμπλεξες σε ονειροπολήσεις και λόγω γενναιοδωρίας του χαρακτήρα σου, δεν το παραδέχεσαι. Τι ακριβώς να παραδεχθώ.  Ακόμη να καταλάβεις.

Αλήθεια δεν ξέρω τι εννοείς. Μένω άφωνος, μη μου πεις· ακόμη και τώρα ονειροπολείς εις βάρος και εν μέσω της σημαντικής μας συζήτησης. Εγώ;  Εσύ.

Στο εξής θα σου τηλεφωνώ κάθε μεσημέρι υπενθυμίζοντάς σου την ύπαρξή μου. Η ζωή, σκέφτηκε, όχι τόσο η δική του, αλλά η πνοή της ίδιας της ζωής μέσα στην απροσδιοριστία της, είναι διαφορετική από τη ζωή ενός άψυχου πτώματος.

Όταν φανταζόταν τη ζωή μετά από έναν αποχαιρετισμό, ο χωρισμός ήταν πάντα ευγενής, γλυκός, διακριτικός, δεν μπορούσε να φανταστεί ότι φεύγοντας άφηνε πίσω, έστω κι ένα ασήμαντο κομμάτι του δέρματός του κολλημένο στα μαλλιά της. Η ζωή ήταν μακριά από όλα, ξεχωριστή, πάνω και πέρα απ’ αυτά. Ήταν στιγμές, όταν ο χρόνος περνούσε, εκείνη• καθώς βρίσκονταν σε αμηχανία,  έβγαζε από την τσάντα ένα κομμάτι εφημερίδας, εκεί είχε γραμμένο τον αριθμό του δωματίου και· τον κοιτούσε.

Φοβάμαι ότι, στο τετράδιο των σημειώσεων, θα ανακαλύψω σελίδες κενές. Σκιτσάρω με τη σκέψη σε εκείνη τη φιγούρα στον καφενέ, εννοώ δεν είναι σύνηθες να πιάνεις την ουσία της στιγμής -τώρα που το σκέφτομαι η φιγούρα δεν βρίσκονταν σε καφενέ, πιθανότατα σε στάση του τραμ. Η διστακτικότητα της μνήμης, όπως μετά από ένα ταξίδι επιστροφής. Φοβάμαι ότι ακόμη• δεν απάντησα στην αρχική φράση αυτού του μικρού κειμένου, εννοώ ότι το κάθε τι, κουβαλά την ματαιότητα στο γεγονός ότι πάντα φτάνει το τέλος, όλα τελειώνουν.

Δείξτε λίγη κατανόηση.

.

.

Photo©Erwitt Elliott

.

.

Where Am I?

You are currently browsing the racontes category at αγριμολογος.