[η εξουσία της βίας των μεγάλων, αλλά και των μικρών·
24/05/2025 § Σχολιάστε
Norberto Bobbio (1909-2004)
«[…] στον αιώνα ετούτο, στον αιώνα των δύο παγκοσμίων πολέμων και του ακήρυχτου πόλεμου μεταξύ των δύο ισχυρών που διήρκησε σαράντα χρόνια, μοιάζει να μεγαλώνει και να εκθειάστηκε. Δεν υπάρχει όμως μόνο η επιθυμία εξουσίας των μεγάλων. Υπάρχει και μια επιθυμία εξουσίας των μικρών, εκείνη του μεμονωμένου επιτιθέμενου, της μικροσκοπικής τρομοκρατικής ομάδας, εκείνου που ρίχνει μία βόμβα κάπου είναο συγκεντρωμένο μεγάλο πλήθος ώστε να πεθάνουν όσο περισσότεροι αθώοι γίνεται: σε μια τράπεζα, σ’ ένα συνωστισμένο τρένο, στην αίθουσα αναμονής ενός σταθμού. Πρόκειται για επιθυμία εξουσίας όσων αναγνωρίζουν τον εαυτό τους σε τούτη την αυτο-απολογία: «Εγώ ο μικρός ασήμαντος και ταπεινός άνθρωπος σκοτώνω τον σημαντικό άνθρωπο, έναν πρωταγωνιστή της εποχής μας, και καθώς σκοτώνω με ένα μόνο χτύπημα πολλούς ασήμαντους και ταπεινούς ανθρώπους σαν εμένα, αλλά εντελώς αθώους· το να σκοτώνεις έναν ένοχο είναι και πράξη δικαιοσύνης, το να σκοτώνεις έναν αθώο είναι η υπέρτατη εκδήλωση της επιθυμίας για εξουσία».
Καταλάβετε καλά: ταυτίζω τον πράο με τον μη βίαιο, την πραότητα μα την αποκήρυξη της χρήσης βίας εναντίον του οποιουδήποτε. Επομένως, η πραότητα είναι μη πολιτική αρετή. Και μάλιστα στον κόσμο αυτό που ματώνει από μίση μεγάλων (και μικρών) ισχυρών είναι η αντίθεση της πολιτικής».
✳︎
[Νορμπέρτο Μπόμπιο, Εγκώμιο της πραότητας, και άλλα κείμενα περί ηθικής ―μτφρ. Ηλιοφώτιστη Παπαστεφάνου, εκδόσεις Πατάκη 2007
✳︎
Ο Norberto Bobbio (18 Οκτωβρίου 1909 – 9 Ιανουαρίου 2004) ήταν Ιταλός φιλόσοφος, πολιτειολόγος και πολιτικός. Ανδρώθηκε μέσα στο πολιτικό και πνευματικό κλίμα του μεσοπολέμου. Συμμαθητής, συμφοιτητής και φίλος ανήσυχων ανθρώπων, όπως ο Λεόνε Γκίντσμπουργκ, ο Βιττόριο Φόα, ο Τσέζαρε Παβέζε, ο Μάσσιμο Μίλα, μαθητής καθηγητών όπως ο Αουγκούστιο Μόντι, Φραντσέσκο Ρουφίνι που συνετέλεσαν στην πνευματική του διαμόρφωση και την πολιτική του αφύπνιση, ο Μπόμπιο γίνεται πρώτα συνειδητός αντιφασίστας και έπειτα ενεργό μέλος της αντιφασιστικής ομάδας Δικαιοσύνη και Ελευθερία (Giustizia e Liberta). – el.wikipedia
✳︎
ΥΓ: Μια προσωπικότητα-Φάρος για τον αγριμολόγο
◉
[παγκόσμια μοναδικότητα στα AEI: 50+ χρόνια ανοχή στη βία·
16/05/2025 § Σχολιάστε
Η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα στον κόσμο –στον κόσμο· όχι στην Ευρώπη, όχι στη «Δύση»– όπου στα πανεπιστήμια συνεχίζεται η βίαιη αναρχο-αριστερή δραστηριότητα, η τρομοκρατία, οι βανδαλισμοί και τα τοιαύτα. Κι όπου ένα μέρος του διδακτικού προσωπικού ανέχεται ή ενθαρρύνει τις δυνάμεις του αυταρχισμού, της ανοησίας και της διάλυσης.
της ©Σώτης Τριανταφύλλου, την οποία διαβάζουμε πάντα με προσοχή ―Τα Νέα >>>
ΑΕΙ: 50 χρόνια τα ίδια
Αν κρατούσα αρχείο θα έβρισκα πάνω από εκατό άρθρα γραμμένα τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες, όπου περιγράφω την κατάσταση στην παιδεία και ζητώ αλλαγή πολιτικής. Σε ένα από αυτά, το 1996-7, όταν είχα διαμαρτυρηθεί επειδή 15χρονοι μαθητές μαζί με τους μπαμπαδομαμάδες και τους καθηγητές τους διαδήλωναν κατά του «νόμου Αρσένη» –τον οποίον η αριστερά κατήγγελλε όπως κάθε απόπειρα μεταρρύθμισης– έλαβα επιστολές από εξοργισμένους γονείς που υπερασπίζονταν το «δικαίωμα» των 15χρονων στη χάραξη της εθνικής εκπαιδευτικής πολιτικής. Αυτή ήταν η νοοτροπία στη δεκαετία του 1990. Αν παραμένει ίδια, όπως φαίνεται να πιστεύει η κυβέρνηση εφόσον δεν προχωρεί στις απαραίτητες ανατροπές, είμαστε θλιβερά τελματωμένοι. Πιθανότατα όμως να έχει αλλάξει.
Η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα στον κόσμο –στον κόσμο· όχι στην Ευρώπη, όχι στη «Δύση»– όπου στα πανεπιστήμια συνεχίζεται η βίαιη αναρχο-αριστερή δραστηριότητα, η τρομοκρατία, οι βανδαλισμοί και τα τοιαύτα. Κι όπου ένα μέρος του διδακτικού προσωπικού ανέχεται ή ενθαρρύνει τις δυνάμεις του αυταρχισμού, της ανοησίας και της διάλυσης. Είμαστε η μοναδική χώρα: κάπου κάπου, σπανίως, σημειώνονται βίαια επεισόδια στην Κολομβία· πουθενά αλλού. Ακόμα και στη Γαλλία, οι ασχημίες αποτελούν παρελθόν: σε όλα τα πανεπιστήμια, ακόμα και στα ακροαριστερά όπως το Saint-Denis (πρώην Vincennes) ή στις Sciences Po της Γκρενόμπλ έχει επανέλθει, με τη συναίνεση όλων, η ευταξία που υπήρχε πριν από το 1968. Όπου συναντάμε υπολείμματα της ασχήμιας, κραυγές, πανό και γκραφίτι, η μορφή καθορίζει το περιεχόμενο: οι σχολές έχουν χαμηλές ακαδημαϊκές επιδόσεις· είναι φυτώρια αέργων που ξηλώνουν πεζοδρόμια μέχρι τα βαθιά τους γεράματα. (Η εν λόγω ασθένεια ονομάζεται «ιδεολογική συνέπεια».)
Η παρεξήγηση γύρω από το πανεπιστημιακό άσυλο δεν έχει λυθεί ακόμα. Πάμε λοιπόν πάλι. Το άσυλο είναι η αρχή που προστατεύει την ελεύθερη διακίνηση ιδεών στα πανεπιστήμια· κάτι αυτονόητο εφόσον η διακίνηση των ιδεών είναι ελεύθερη παντού. Η ιδέα είχε νόημα επί χούντας –αλλά, ποιος θυμάται μια σκοτεινή επταετία στα βάθη του 20ού αιώνα; Μόνον όσοι τη χρησιμοποιούν ως επικείμενη απειλή, αναμασώντας το παρελθόν –όταν το έχουν ζήσει– ή φαντασιώνοντάς το, με τερατώδη άγνοια, όταν τους το έχουν αφηγηθεί οι ινστρούχτορες. Επιστρέφω όμως στο «άσυλο»: αφού κατοχυρώθηκε θεσμικά το 1982, εφαρμόστηκε για να νομιμοποιήσει ποινικές πράξεις –καταλήψεις, καταστροφές και βανδαλισμούς– και ταυτίστηκε με την αντίληψη ότι οι πανεπιστημιακοί χώροι είναι άβατο για τις αρχές ανεξαρτήτως περιστάσεων. Η αριστερά άλωσε τα πανεπιστήμια και διέδωσε ευρέως και με επιτυχία την έννοια του ασύλου ως προστασία της δικής της προπαγάνδας και των δικών της παιδιών. Έκτοτε, όπως θα περίμενε κανείς, τα ΑΕΙ φιλοξενούν παραβατικές δραστηριότητες από παρεμπόριο και ναρκωτικά μέχρι κουκουλοφόρους, αναρχικά γκρουπούσκουλα, ακτιβισμό ex cathedra –παρότι η «έδρα» έχει καταργηθεί.
Yποτίθεται ότι το άβατο απονομιμοποιήθηκε το 2011 επί υπουργίας Άννας Διαμαντοπούλου για να επανέλθει με εκδικητικότητα επί ΣΥΡΙΖΑ το 2017. Στη συνέχεια, το 2019, η κυβέρνηση Μητσοτάκη ψήφισε τη δυνατότητα επέμβασης της αστυνομίας χωρίς έγκριση των πρυτανικών αρχών σε περίπτωση αξιόποινων πράξεων: ο νόμος τελεί εν αχρησία. Η πολιτική αγωγή και το αίσθημα δικαίου δεν μπορούν να πληρώσουν τα νομικά κενά: αδυνατούμε να ξεχωρίσουμε τις αξιόποινες από τις μη αξιόποινες πράξεις· το καλό από το κακό, το ωραίο από το άσχημο· κάτι που, φυσιολογικά, μαθαίνουμε στην παιδική μας ηλικία.
Το πρόβλημα των ελληνικών ΑΕΙ έχει απύθμενο βάθος· δεν αντιμετωπίζεται με μικρομεταρρυθμίσεις. Έχει παγιωθεί μια κατάσταση όπου συντελούν αναρίθμητοι αλληλοτροφοδοτούμενοι παράγοντες –κομματικοποίηση καθηγητών και φοιτητών, χαμηλό επίπεδο εισαγομένων που οδηγεί σε χαμηλό επίπεδο διδασκαλίας, κτιριακή εξαθλίωση, απώλεια διδακτικών ωρών, ακτιβιστική υστερία, χειραγώγηση από κομματικές νεολαίες, εκφοβισμός αντιφρονούντων, αντίσταση στην εντατικοποίηση και στην αναβάθμιση του επιπέδου σπουδών· η κατάσταση επιδεινώθηκε από το εξωφρενικό σύστημα της συνδιοίκησης. Όπως συνήθως, οι καλές προθέσεις οδηγούν κατευθείαν στα δόντια της κόλασης: η συμμετοχή των φοιτητών στις γενικές συνελεύσεις σχολών και τμημάτων και στα εκλεκτορικά σώματα (π.χ. για εκλογές καθηγητών) στελέχωσε τα πανεπιστήμια με προσωπικό φιλικό στις κομματικές νεολαίες και απαξίωσε την αυθεντία. Γίναμε όλοι ίσοι και όμοιοι· η γνώση έχασε τη λάμψη και τη χρησιμότητά της. Επί δεκαετίες, η φοιτητική συμμετοχή ελεγχόταν από εξωπανεπιστημιακά κέντρα· και παρότι από το 2011 η συνδιοίκηση περιορίστηκε, οι φοιτητές διατήρησαν τον συμβουλευτικό τους ρόλο, του οποίου καταχρώνται.
Με λίγα λόγια, το κατεστημένο είναι σκληρό: συντίθεται από κακοπληρωμένους καθηγητές, από πελαγωμένους διοικητικούς κι από σπουδαστές που μισούν τις σπουδές, την εργασία, την κοινωνία και τον ίδιο τους τον εαυτό. Δεν πρόκειται για νοσηρότητα που αφορά μόνο τη σημερινή γενιά: τέτοια ήταν η εικόνα όταν πρωτομπήκα στο ΕΚΠΑ το 1975· νέοι άνθρωποι που δεν ενδιαφέρονταν καθόλου για τη γνώση και που σπαταλούσαν τη ζωή τους ουρλιάζοντας υπέρ του Στάλιν και του Μάο. Η στάση των φοιτητών δεν είναι ζήτημα «γενιάς»· είναι απόρροια ιδεολογικής κατήχησης με τις ίδιες και τις ίδιες κοινοτοπίες, με τα ίδια ψέματα που οδηγούν σε ποικίλες μορφές αποκολοκύνθωσης.
Παρ’ όλ’ αυτά, για χάρη όσων νέων ανθρώπων θέλουν να μάθουν και να διαπρέψουν χωρίς να πάνε «στο εξωτερικό», αλλά και της ίδιας της επιβίωσής μας ως χώρας, είναι ανάγκη να εξετάσουμε με επιμέλεια μερικά πρότυπα δημοσίων πανεπιστημίων που λειτουργούν σωστά –π.χ. του Μπέργκεν, του Μάαστριχτ, του Γκρατς ή της Λιουμπλιάνα– και να τα μιμηθούμε. Όλα τα ελληνικά, εξαιρουμένων ίσως εκείνων της Κρήτης και των Ιωαννίνων, πρέπει να επανιδρυθούν. Εκτός αν τα εγκαταλείψουμε στη μελαγχολική τους τύχη με την προοπτική ότι στο μέλλον θα ξεφυτρώσουν (πώς όμως;) πανεπιστήμια κύρους με δίδακτρα και κανόνες. Η καταβολή διδάκτρων αλλάζει νοοτροπίες σαν τις προαναφερθείσες του 1996-97: όταν ο φοιτητής επιβαρύνεται με φοιτητικό δάνειο για να σπουδάσει, δεν βρομίζει το αμφιθέατρο, δεν λερώνει τους τοίχους, δεν βανδαλίζει το ασανσέρ, δεν σχίζει τα συγγράμματα και δεν επιτρέπει τη δράση κουκουλοφόρων και ροπαλοφόρων.
◉
[Μάριος Βάργκας Λιόσα: ο φιλελευθερισμός δεν είναι δογματικός, δεν υπόκειται σε άκαμπτες ιδέες·
12/05/2025 § Σχολιάστε
«Ο φιλελευθερισμός έχει δεχτεί επίθεση και ειρωνικά σχόλια από όλους! Πρέπει να ειπωθεί ότι είναι περίπλοκος. Ο ορισμός του: δεν είναι δογματικός, δεν υπόκειται σε άκαμπτες ιδέες. Δεν είναι ιδεολογικός, αν σκεφτούμε ότι μια ιδεολογία είναι ένα είδος κοσμικής θρησκείας. Επιτρέπει την απόκλιση και την κριτική και δεν ισχυρίζεται ότι έχει την απάντηση σε όλα».
Μάριο Βάργκας Λιόσα: Κορυφαίος διανοούμενος της ελευθερίας
γράφει ο ©Αθανάσιος Χ. Παπανδρόπουλος στην Athens Review of Books >>>
Ο Ισπανοπερουβιανός συγγραφέας, βραβευμένος με Νόμπελ Λογοτεχνίας (2010) και μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας (2023), Μάριο Βάργκας Λιόσα, πέθανε την Κυριακή 13 Απριλίου σε ηλικία 89 ετών στη Λίμα, όπου ζούσε για αρκετούς μήνες, μακριά από τη δημόσια ζωή, ανακοίνωσε η οικογένειά του σε μήνυμά της στα κοινωνικά δίκτυα. «Με βαθιά λύπη ανακοινώνουμε ότι ο πατέρας μας, Μάριο Βάργκας Λιόσα, πέθανε σήμερα στη Λίμα, περιτριγυρισμένος από την οικογένειά του και εν ειρήνη», έγραψε ο μεγαλύτερος γιος του Αλβάρο σε μήνυμα που υπογράφουν επίσης ο αδερφός του Γκονσάλο και η αδελφή του Μοργκάνα.
Τους τελευταίους μήνες οι φήμες για την επιδείνωση της υγείας του συγγραφέα είχαν πολλαπλασιαστεί. «Είναι στο κατώφλι των 90ών γενεθλίων του, μια ηλικία που πρέπει να μειώσει λίγο την ένταση των δραστηριοτήτων του», είπε ο γιος του Αλβάρο τον περασμένο Οκτώβριο, χωρίς να διευκρινίσει την κατάσταση της υγείας του πατέρα του.
Ο Μάριο Βάργκας Λιόσα ήταν ένας από εκείνους τους συγγραφείς που πίστευαν ότι το μυθιστόρημα ήταν ένα σημαντικό είδος, το μόνο ικανό να εκφράσει «με έναν τεράστιο, φιλόδοξο, περίπλοκο τρόπο» ολόκληρο τον φανταστικό κόσμο. Μόνο αυτός «μπορεί να επωφεληθεί από την όλη ανθρώπινη εμπειρία. Μια υποκειμενική μαρτυρία, εκφράζει ταυτόχρονα τι ήταν οι άνθρωποι μιας εποχής και μιας κοινωνίας, αλλά και όλα τα φαντάσματα που τη δημιούργησαν από μια αντικειμενική πραγματικότητα».
Ο μεταφραστής και φίλος του, Αλαίν Μπενσουσάν, έγραψε το 1989 ότι «κάθε εποχή, περιοδικά, βλέπει την ανάδυση του συνολικού συγγραφέα της, που κάνει τη λογοτεχνία απόλυτη, σε μια γλώσσα ικανή να αποκρυπτογραφήσει τα μυστήρια αυτού του κόσμου και να τα ξεπεράσει μέσω του λόγου. Αυτή τη σύγχυση μεταξύ του ανθρώπου και του συγγραφέα, μεταξύ της προσωπικής του ζωής και της μυθοπλασίας του, ο Μάριο Βάργκας Λιόσα τη διατήρησε, μη διαχωρίζοντας ποτέ τη λογοτεχνική του δραστηριότητα από την προσωπική του δέσμευση». Σε πολύ νεαρή ηλικία, έκανε εκστρατεία στο πλευρό των Περουβιανών κομμουνιστών κατά της δικτατορίας του στρατηγού Μανουέλ Οδρία, έγινε δημοσιογράφος για το Radio France, και το Γαλλικό Πρακτορείο Ειδήσεων (AFP).
Η εμπειρία του με το Κομμουνιστικό Κόμμα του Περού, που κατέληξε στη μαοϊκή τρομοκρατική οργάνωση «Φωτεινό Μονοπάτι» του Αμπιμαέλ Γκουζμάν Ρεϊνόσο, οδήγησε τον Μάριο Βάργκας Λιόσα σε μια ριζική αναθεώρηση των θέσεων και απόψεών του και το 1990 έθεσε υποψηφιότητα για την προεδρία του Περού, ως υποψήφιος της φιλελεύθερης κεντροδεξιάς.
Ηττημένος στον δεύτερο γύρο από τον Αλμπέρτο Φουζιμόρι, επέστρεψε στη λογοτεχνία και δημοσίευσε το έργο του Το ψάρι στο νερό το 1993. Σε αυτό το βιβλίο, μια πυρετώδη αφήγηση της μακροχρόνιας εκλογικής του μάχης, «ο Μάριο Βάργκας Λιόσα επέστρεψε στην εφηβεία του, καταπιεσμένος από έναν αυστηρό πατέρα, αλλά και από οδυνηρές εμπειρίες στο Στρατιωτικό Κολλέγιο Leoncio Prado. Κατέληξε δε στο Παρίσι, που καθόρισε για πάντα την κλίση του ως συγγραφέα. Αυτό που εντυπωσιάζει στα έργα του Βάργκας Λιόσια είναι ότι η ενήλικη ζωή του δεν χωρίστηκε ποτέ εντελώς από την παιδική του ηλικία … που πέρασε στην Αρεκίπα, στο νότιο τμήμα του Περού».
Μπορούμε να πούμε έτσι, ότι μέσα από τα βιβλία του ξεπηδούν αρκετοί Μάριο Βάργκας Λιόσα. Από αυτόν της νοσταλγίας που ξύπνησε στο Τα τετράδια του δον Ριγοβέρτο (Los cuadernos de Don Rigoberto) στον ευαίσθητο φιλελεύθερο ο οποίος στο La llamada de la tribu (Το κάλεσμα της φυλής) που εκδόθηκε το 2018 αποτίει φόρο τιμής στους Άνταμ Σμιθ, στον Ρεϋμόν Αρόν, Χοσέ Ορτέγκα υ Γκασέτ, Φρήντριχ Χάγιεκ, Καρλ Πόππερ, Αϊζάια Μπερλίν, και στον καλό του φίλο Ζαν-Φρανσουά Ρεβέλ. Εξάλλου χάρη στη φιλική μου σχέση με τον τελευταίο, το 2005 είχα την ευκαιρία να γνωρίσω στο Παρίσι τον Μάριο Βάργκας Λιόσα.
Επικριτής των ελαττωμάτων και των υπερβολών της κοινωνίας μας, κατήγγελλε ακούραστα τον πολιτισμό του θεάματος, την παρακμή της σύγχρονης τέχνης και την άνοδο του ισλαμισμού στην Ευρώπη, αντιτιθέμενος ακόμη και (δημόσια) στις φιλοδοξίες ανεξαρτησίας των Καταλανών το 2017.
Προσκεκλημένος στο Collège de France από τον Αντουάν Κομπανιόν το 2017, δήλωσε: «Το μεγαλύτερο γεγονός στη ζωή σου ήταν να μάθεις να διαβάζεις σε ηλικία πέντε ετών στο Κολλέγιο Lassalle στην Κοτσαμπάμπα [Βολιβία], με τον αδελφό Γιουστινιάνο. Ανακάλυψα ότι διαβάζοντας, μεταφράζοντας γράμματα, λέξεις, μπορούσε κανείς να ζήσει μια ζωή πολύ πιο πλούσια, πολύ πιο ενδιαφέρουσα από εμένα».
Ο Μάριο Βάργκας Λιόσα, του οποίου τα ομολογημένα πρότυπα ήταν ο Βικτόρ Ουγκώ και ο Γκυστάβ Φλωμπέρ, μετέτρεψε όλα όσα του συνέβησαν σε λογοτεχνία. Έτσι ολόκληρη η ζωή του αφιερώθηκε στο μυθιστόρημα. Άνθρωπος με διαυγή αβεβαιότητα και αναγκαία αμφιβολία, ήξερε ότι όλοι, ανεξαιρέτως, θα μπορούσαν να γίνουν αντικείμενο μιας ιστορίας. Περισσότερο από σύνθημα, αυτό ήταν ένα είδος κανόνα ζωής, μια φιλοσοφική στάση, μια λογοτεχνική θεωρία. Και όταν ρωτήθηκε αν η αντίληψή του για τη λογοτεχνία είχε αλλάξει από την Πόλη και τα σκυλιά, το πρώτο του μυθιστόρημα, απάντησε: «Έχω διαβάσει, έχω δει, έχω ζήσει και αυτό έχει αλλάξει τον συγγραφέα που είμαι», όπως επεσήμανε για τον μεγάλο συγγραφέα ο Τιερύ Κλερμόν του AFP, και σίγουρα έχει δίκιο.
Χαρακτηριστικές από την άποψη αυτή, είναι οι απόψεις του Μάριο Βάργκας Λιόσα, για την ανάγνωση, τη λογοτεχνία και την πολιτική δέσμευση.
«Το να διαβάζεις είναι να διαμαρτύρεσαι για τις ανεπάρκειες της ζωής. Διαβάζεις σημαίνει να βάζεις τον εαυτό σου σε μόνιμη εγρήγορση ενάντια σε κάθε μορφή καταπίεσης και τυραννίας. Σημαίνει να θωρακίζεις τον εαυτό σου απέναντι στη χειραγώγηση εκείνων που θέλουν να πιστεύουμε ότι το να ζεις πίσω από τα κάγκελα σημαίνει να ζεις με ασφάλεια» είχε δηλώσει στο περιοδικό Le Point, το 2011. Πρόσθετε δε ότι όταν διαβάζουμε ένα σπουδαίο μυθιστόρημα –Μόμπυ Ντικ, Οι άθλιοι, Πόλεμος και ειρήνη, Δον Κιχώτης– και μετά επιστρέφουμε στον πραγματικό κόσμο, κάτι έχει αλλάξει μέσα μας: κοιτάμε πιο κριτικά το περιβάλλον μας. Η ανάγνωση ενός καλού μυθιστορήματος σημαίνει να κατοικούμε σε έναν τέλειο, στρογγυλό και καθαρό κόσμο, που χαρακτηρίζεται από ομορφιά, όπου ακόμη και το κακό μετατρέπεται σε κάτι ελκυστικό και λογοτεχνικό. Σε σύγκριση με τη λογοτεχνία, ο πραγματικός κόσμος είναι ατελής, ακατάστατος και χαοτικός. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η ανάγνωση ενός καλού μυθιστορήματος μας κάνει πιο επικριτικούς για το τι μας περιβάλλει, και αυτό είναι εξαιρετικά ανατρεπτικό σε μια κοινωνία που ισχυρίζεται ότι ασκεί απόλυτο έλεγχο στο άτομο, και έχουν δίκιο.
Αναφερόμενος στη λογοτεχνία, στο ίδιο περιοδικό είχε δηλώσει:
«Η λογοτεχνία σε κάνει να επιθυμείς μια άλλη ζωή, που η πραγματική ζωή δεν μπορεί να σου δώσει, και επομένως σφυρηλατεί κριτικά μυαλά, ερωτευμένα με ιδανικά, ενώ ο εξαιρετικός οπτικοακουστικός μηχανισμός είναι εκεί για να μας διασκεδάσει και να δημιουργήσει παθητικά και κομφορμιστικά θέματα. Ένας κόσμος χωρίς λογοτεχνία θα ήταν ένας κόσμος χωρίς αυθάδεια…»
«Από όλα τα επιτεύγματα της φαντασίας, η λογοτεχνία είναι το όργανο που φέρνει καλύτερα την πραγματική κοινωνία πιο κοντά σε αυτήν που ονειρευόμαστε, γιατί δημιουργεί υποκατάστατους κόσμους που μας επιτρέπουν να επισημάνουμε τι δεν πάει καλά με τους δικούς μας και να σκεφτούμε ποια μπορεί να είναι η πρόοδος. Όσο υπάρχει ζωή σε αυτόν τον κόσμο, θα υπάρχουν όνειρα και είναι η λογοτεχνία που επιτρέπει σε αυτό το όνειρο να υλοποιηθεί».
Σχετικά επίσης με την πολιτική δέσμευση, τον Σεπτέμβριο 2021, ο Μάριο Βάργκας Λιόσα, πάλι στο Le Point, είχε δηλώσει:
«Η μόνη μου λύπη είναι που μπήκα στην πολιτική!». «Δεν ήθελα να είμαι υποψήφιος, ήταν η “δύναμη των περιστάσεων”, όπως λένε, που με έκανε. Είχα συνεργαστεί με τους φίλους μου ενάντια στην εθνικοποίηση των τραπεζών και των ασφαλιστικών εταιρειών, καταφέραμε να το αποτρέψουμε να συμβεί, ήμουν επικεφαλής αυτού του αγώνα και η πίεση ήταν πολύ δυνατή για να υποχωρήσω. Αλλά το επάγγελμά μου είναι συγγραφέας. Η λογοτεχνία υπερισχύει των πάντων για μένα, ακόμα κι αν, στη Λατινική Αμερική, είναι δύσκολο να είσαι απλώς συγγραφέας…».
Τέλος, τον Μάιο 2005, σε συζήτηση με τον Ζαν-Φρανσουά Ρεβέλ και τον υπογράφοντα, ο μεγάλος συγγραφέας, μιλώντας για τον φιλελευθερισμό, είχε πει:
«Ας μη γίνει λάθος: οι φιλελεύθεροι δεν κάνουν εκστρατεία για την κατάργηση του κράτους, για τον αναρχισμό. Θέλουν ένα αποτελεσματικό αλλά όχι παρεμβατικό κράτος, που εγγυάται ελευθερία, ίσες ευκαιρίες, ιδιαίτερα στην εκπαίδευση, σεβασμό του νόμου και του κράτους δικαίου. Βασισμένος στην ανεκτικότητα και τον σεβασμό, την επιθυμία για συνύπαρξη με τους άλλους και την ακλόνητη υπεράσπιση της ελευθερίας ως υπέρτατης αξίας, ο φιλελευθερισμός είναι ο εμπλουτισμός της δημοκρατίας μέσω της ατομικής ελευθερίας».
«Ο φιλελευθερισμός έχει δεχτεί επίθεση και ειρωνικά σχόλια από όλους! Πρέπει να ειπωθεί ότι είναι περίπλοκος. Ο ορισμός του: δεν είναι δογματικός, δεν υπόκειται σε άκαμπτες ιδέες. Δεν είναι ιδεολογικός, αν σκεφτούμε ότι μια ιδεολογία είναι ένα είδος κοσμικής θρησκείας. Επιτρέπει την απόκλιση και την κριτική και δεν ισχυρίζεται ότι έχει την απάντηση σε όλα.
Υπ’ αυτή την έννοια, η φιλελεύθερη σκέψη και αντίληψη είναι αυτή της αναζήτησης, της περιέργειας, της καινοτομικής προδιάθεσης. Ας διαβάσουν κάποιοι τον Ρεϋμόν Αρόν και θα καταλάβουν ότι η φιλελεύθερη σκέψη μπορεί να φθάσει μέχρι την ελευθερία και αυτό είναι καλύτερο από την οργάνωση της κοινωνίας σε φάλαγγες…».
[διανοούμενοι και τύφλωση: η παθολογία της «ιδεολογικής συνέπειας»·
11/05/2025 § 1 σχόλιο

ο Μισέλ Φουκό είδε στους μουλάδες μια «πνευματική εξουσία χωρίς διοικητικό ή εποπτικό ρόλο» και βάλθηκε να επαινεί το Κοράνι…
Γιατί οι διανοούμενοι κάνουν εγκληματικά λάθη
Ανέκαθεν οι ελίτ ενθουσιάζονταν με παραλογισμούς, κυρίως επειδή οι εφαρμογές αυτών των παραλογισμών δεν έχουν άμεσο αντίκτυπο στη ζωή τους
Αποσπάσματα από άρθρο της ©Σώτης Τριανταφύλλου στην Athens Voice >>
«[…] Σε πλήθος περιστάσεων στην ιστορία, ιδιαίτερα σ’ εκείνη του 20ού και 21ου αιώνα, που μας αφορά περισσότερο, οι διαμορφωτές κοινής γνώμης στήριξαν αιμοσταγή καθεστώτα, επέμειναν πεισματικά σε ξοφλημένες ιδεολογίες και προσκολλήθηκαν σε θεωρίες και σε θεωρητικούς που είχαν ήδη διαψευστεί με τον πιο κατάφωρο τρόπο. Πολλά εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας διεπράχθησαν με την πρωτοβουλία μορφωμένων ατόμων — στην Καμπότζη, ανάμεσα στους Ερυθρούς Χμερ, υπεύθυνους για τον βίαιο θάνατο σχεδόν δύο εκατομμυρίων συμπατριωτών τους στη δεκαετία του 1970 ήσαν οκτώ γαλλόφωνοι διανοούμενοι, πέντε εκ των οποίων είχαν σπουδάσει στη Σορβόνη: εκεί είχαν διδαχθεί τις ανοησίες του Ζαν-Πολ Σαρτρ για την επαναστατική βία και για τον καθαγιασμό των μέσων «με καλό σκοπό».
Ο Σαρτρ, αν και σήμερα δεν έχει την επιρροή που είχε πριν από πενήντα χρόνια, είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα παραπλανημένου και φανατικού διανοούμενου που έγινε σύμβολο των απανταχού παραπλανημένων και φανατικών. Αλλά ίσως ο Μπέρτολτ Μπρεχτ να ήταν ακόμα χειρότερος σε ακρισία και σε πολιτική (και προσωπική) εχθροπάθεια· αμφότεροι στήριξαν τις σταλινικές δίκες-φάρσες, τις εκτελέσεις διαφωνούντων ή και μη διαφωνούντων των κομμουνιστικών καθεστώτων, τους δικτάτορες και τους τυράννους. Δεν ήσαν απλώς χρήσιμοι ηλίθιοι, ήσαν ενεργά όργανα προπαγάνδας.
Μπορώ να απαριθμήσω πολλούς από μια μακρά σειρά μελών της ελίτ που προσχώρησαν στον φασισμό, στον ναζισμό ή στον κομμουνισμό: Μαρινέτι, Ντ’ Ανούντσιο, Έζρα Πάουντ, Μάρτιν Χάιντεγκερ, Πολ Ελυάρ, Λουί Αραγκόν, Πάμπλο Νερούντα, Γιάννης Ρίτσος, Καρλ Σμιτ, Λένι Ρίφενσταλ, Λουί Αλτουσέρ, Αντρέ Γκλυξμάν, Νόαμ Τσόμσκι. Σε ολόκληρες γενιές διανοουμένων, λιγοστοί ήσαν όσοι έβλεπαν τι συνέβαινε ολόγυρά τους· κι αυτοί όχι από την αρχή —απλώς, κάποιοι είχαν το στοιχειώδες θάρρος, τη στοιχειώδη εντιμότητα, να παραδεχτούν ότι σε μια περίοδο της ζωής τους έκαναν φρικτά λάθη παρασύροντας σε πλάνες και πολλούς άλλους ανθρώπους. Ο Τζορτζ Όργουελ ήταν ένας απ’ αυτούς: σήμερα, παραδόξως, τον επικαλείται η αριστερά· ίσως αυτή η συχνή αναφορά να οφείλεται σε άγνοια· ο Όργουελ υπήρξε σφοδρός επικριτής της. Όσο για τους διανοουμένους που δεν έπεσαν στην παγίδα της αγελαίας νοοτροπίας —η Άιν Ραντ, ο Ρεϊμόν Αρόν, ο Αλμπέρ Καμύ, ο Τόμας Μαν— αν και το έργο τους αναγνωρίστηκε, οι απόψεις τους λοιδορήθηκαν.
[…]καθώς προχωρούσε ο 20ός αιώνας, η τύφλωση, η αφέλεια, η κακή πίστη έναντι της δημοκρατίας και ο κυνισμός οργίαζαν: […]μεγάλη επιτυχία γνώρισαν ο Τσε Γκεβάρα και ο Φιντέλ Κάστρο, οι οποίοι, ως ρομαντικοί επαναστάτες, δέχονταν επισκέψεις πολλών Ευρωπαίων και Αμερικανών διανοουμένων. Εκτός του ότι η Ανιές Βαρντά γύρισε προπαγανδιστική ταινία όπου συνέκρινε τον Φιντέλ με τον Γκάρυ Κούπερ (ο Σολ Λάνταου επίσης), ο Σαρτρ έγραψε δεκαέξι εγκωμιαστικά άρθρα στην εφημερίδα France-Soir και η Σιμόν ντε Μποβουάρ —ένα έτσι κι αλλιώς μέτριο πνεύμα— τον επαίνεσε ξανά και ξανά σε τηλεοπτικές εκπομπές και στον Nouvel Observateur. Αλλά, το αποκορύφωμα της τύφλωσης δεν ήταν η εκτίμηση για τον Φιντέλ Κάστρο, αλλά εκείνη για τον Μάο τσε Τουνγκ: ο μαοϊσμός των διανοουμένων στη δεκαετία του 1960 και 1970 υπήρξε η πιο τρομακτική διάθλαση της όρασης στον 20ό αιώνα.
Στη Γαλλία, κυρίως στους κύκλους της Ecole Normale, καθώς και στον χώρο του πειραματικού κινηματογράφου, φούντωσε το κίνημα εναντίον της υλιστικής και φιλελεύθερης Δύσης, με παράλληλη ανάπτυξη της φιλοκινεζικής ρητορικής. Προσωπικότητες όπως ο Σαρτρ, η Μποβουάρ, ο Αλτουσέρ, ο Αλέν Μπαντιού, ο Σιλβάν Λαζαρούς, ο Ζαν-Λυκ Γκοντάρ και ο Μισέλ Φουκό χειροκρότησαν την Πολιτιστική Επανάσταση και την αγροτική μεταρρύθμιση στην Κίνα στηλιτεύοντας τον δυτικό «κομφορμισμό» και «ατομισμό». Οι δηλώσεις τους δεν απείχαν πολύ από την προσωπολατρία: η Μποβουάρ εξήρε την «αμίμητη φυσικότητα» του Μεγάλου Τιμονιέρη και το πώς τα πρόσωπα του Μάο και του Τσου Ενλάι «όχι μόνο σαγηνεύουν αλλά και εμπνέουν ένα πολύ σπάνιο συναίσθημα, τον σεβασμό».
Όπως όλοι ξέρουμε, ο Μάο ήταν υπεύθυνος για καμιά 50ριά εκατομμύρια θανάτους, κάτι που τον καθιστά τον χειρότερο κατά συρροή δολοφόνο στην ανθρώπινη ιστορία — αλλά αυτά ήταν ψιλά γράμματα για όσους στοχάζονταν στα καφέ του Σεν Ζερμέν ντε Πρε και στα campuses των αμερικανικών πανεπιστημίων. Ο δε Ρολάν Μπαρτ ταξίδεψε στην Κίνα, τα βρήκε όλα υπέροχα κι έγραψε, μεταξύ άλλων, για την ειρήνη που επικρατούσε στη χώρα, για τη «σύνθετη κουζίνα» της και για τα «παιδιά που δεν κουράζεσαι να κοιτάς τις εκφράσεις τους, τόσο διαφορετικές είναι» (;;;). Τσιμουδιά για τις δύσκολες συνθήκες διαβίωσης των Κινέζων. Αντιθέτως: «Στον δρόμο, στα εργαστήρια, στα σχολεία, στους επαρχιακούς δρόμους, ένας λαός που μέσα σε είκοσι πέντε χρόνια έχει ήδη χτίσει ένα σημαντικό έθνος, μετακινείται, εργάζεται, πίνει το τσάι του ή κάνει τη μοναχική του γυμναστική, χωρίς θέατρο, χωρίς θόρυβο, χωρίς να ποζάρει, με λίγα λόγια χωρίς υστερίες» (Le Monde, Μάιος 1974).
[…] Το 1979, οι τιτάνες της αριστερής σκέψης χειροκρότησαν την επανάσταση των μουλάδων στο Ιράν. Ήδη πριν από την ισλαμική επανάσταση, όταν ο Αγιατολάχ Χομεϊνί ζούσε στη Γαλλία ως δήθεν πιθανό θύμα του καθεστώτος του Σάχη, είχε προσελκύσει το ενδιαφέρον των αριστερών διανοουμένων: ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου. Έτσι, ο Μισέλ Φουκό είδε στους μουλάδες μια «πνευματική εξουσία χωρίς διοικητικό ή εποπτικό ρόλο» και βάλθηκε να επαινεί το Κοράνι, το οποίο υποτίθεται ότι στο εξής θα διείπε την ενάρετη ιρανική ζωή με την αξία της εργασίας, με την κοινοκτημοσύνη των πόρων (νερό, υπέδαφος), με όρια της ελευθερίας που να τηρούνται έτσι ώστε να μη βλάπτουν τους άλλους, με σεβασμό των μειονοτήτων, με ισότητα και αναγνώριση της διαφοράς μεταξύ ανδρών και γυναικών, με λογοδοσία των κυβερνώντων. Αυτά διάβαζε στο Κοράνι ο Φουκό. Σήμερα, αν και έχει μειωθεί ο αριθμός εκείνων που ξεστομίζουν τέτοιες μωρίες, στον χώρο της αριστεράς σ’ αυτές τις μωρίες στηρίζεται η ισλαμοφιλία, όπως και όλα τα φιλο-ολοκληρωτικά ιδεολογήματα. Άλλωστε, τα ινδάλματα των αριστερών διανοουμένων εξακολουθούν να είναι ο Φουκό και ο Έντουαρντ Σαΐντ· όσοι εμπότισαν την αριστερά με μεταφυσικές ιδέες, αυθαιρεσία, ψευδοεπιστήμη, αντιδυτικισμό, οικοφοβία.
[…]ενώ οι πολιτικοί που κάνουν γκάφες συνήθως τιμωρούνται με μη επανεκλογή ή με γελοιοποίηση, οι διανοούμενοι μπορούν να κάνουν τη μια γκάφα πάνω στην άλλη χωρίς να χάνουν το κύρος τους· πάντοτε θα υπάρχει μια ομάδα ανθρώπων που θα τους θαυμάζει και θα τους ακολουθεί. Κι εκτός αυτού, όσο πιο εξωφρενική είναι μια ιδέα, τόσο περισσότερο ερεθίζει το ενδιαφέρον του κοινού, ιδιαίτερα αν συνοδεύεται από περγαμηνές, τίτλους και ύφος χιλίων καρδιναλίων. (δικές μου οι υπογραμμίσεις)
*
Μπορείτε να διαβάσετε Όλο το κείμενο της ©Σώτης Τριανταφύλλου ΕΔΩ >>>


