[διανοούμενοι και τύφλωση: η παθολογία της «ιδεολογικής συνέπειας»·

11/05/2025 § 1 σχόλιο

ο Μισέλ Φουκό είδε στους μουλάδες μια «πνευματική εξουσία χωρίς διοικητικό ή εποπτικό ρόλο» και βάλθηκε να επαινεί το Κοράνι…

Γιατί οι διανοούμενοι κάνουν εγκληματικά λάθη
Ανέκαθεν οι ελίτ ενθουσιάζονταν με παραλογισμούς, κυρίως επειδή οι εφαρμογές αυτών των παραλογισμών δεν έχουν άμεσο αντίκτυπο στη ζωή τους

Αποσπάσματα από άρθρο της ©Σώτης Τριανταφύλλου στην Athens Voice >>

«[…] Σε πλήθος περιστάσεων στην ιστορία, ιδιαίτερα σ’ εκείνη του 20ού και 21ου αιώνα, που μας αφορά περισσότερο, οι διαμορφωτές κοινής γνώμης στήριξαν αιμοσταγή καθεστώτα, επέμειναν πεισματικά σε ξοφλημένες ιδεολογίες και προσκολλήθηκαν σε θεωρίες και σε θεωρητικούς που είχαν ήδη διαψευστεί με τον πιο κατάφωρο τρόπο. Πολλά εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας διεπράχθησαν με την πρωτοβουλία μορφωμένων ατόμων — στην Καμπότζη, ανάμεσα στους Ερυθρούς Χμερ, υπεύθυνους για τον βίαιο θάνατο σχεδόν δύο εκατομμυρίων συμπατριωτών τους στη δεκαετία του 1970 ήσαν οκτώ γαλλόφωνοι διανοούμενοι, πέντε εκ των οποίων είχαν σπουδάσει στη Σορβόνη: εκεί είχαν διδαχθεί τις ανοησίες του Ζαν-Πολ Σαρτρ για την επαναστατική βία και για τον καθαγιασμό των μέσων «με καλό σκοπό».

Ο Σαρτρ, αν και σήμερα δεν έχει την επιρροή που είχε πριν από πενήντα χρόνια, είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα παραπλανημένου και φανατικού διανοούμενου που έγινε σύμβολο των απανταχού παραπλανημένων και φανατικών. Αλλά ίσως ο Μπέρτολτ Μπρεχτ να ήταν ακόμα χειρότερος σε ακρισία και σε πολιτική (και προσωπική) εχθροπάθεια· αμφότεροι στήριξαν τις σταλινικές δίκες-φάρσες, τις εκτελέσεις διαφωνούντων ή και μη διαφωνούντων των κομμουνιστικών καθεστώτων, τους δικτάτορες και τους τυράννους. Δεν ήσαν απλώς χρήσιμοι ηλίθιοι, ήσαν ενεργά όργανα προπαγάνδας.

Μπορώ να απαριθμήσω πολλούς από μια μακρά σειρά μελών της ελίτ που προσχώρησαν στον φασισμό, στον ναζισμό ή στον κομμουνισμό: Μαρινέτι, Ντ’ Ανούντσιο, Έζρα Πάουντ, Μάρτιν Χάιντεγκερ, Πολ Ελυάρ, Λουί Αραγκόν, Πάμπλο Νερούντα, Γιάννης Ρίτσος, Καρλ Σμιτ, Λένι Ρίφενσταλ, Λουί Αλτουσέρ, Αντρέ Γκλυξμάν, Νόαμ Τσόμσκι. Σε ολόκληρες γενιές διανοουμένων, λιγοστοί ήσαν όσοι έβλεπαν τι συνέβαινε ολόγυρά τους· κι αυτοί όχι από την αρχή —απλώς, κάποιοι είχαν το στοιχειώδες θάρρος, τη στοιχειώδη εντιμότητα, να παραδεχτούν ότι σε μια περίοδο της ζωής τους έκαναν φρικτά λάθη παρασύροντας σε πλάνες και πολλούς άλλους ανθρώπους. Ο Τζορτζ Όργουελ ήταν ένας απ’ αυτούς: σήμερα, παραδόξως, τον επικαλείται η αριστερά· ίσως αυτή η συχνή αναφορά να οφείλεται σε άγνοια· ο Όργουελ υπήρξε σφοδρός επικριτής της. Όσο για τους διανοουμένους που δεν έπεσαν στην παγίδα της αγελαίας νοοτροπίας —η Άιν Ραντ, ο Ρεϊμόν Αρόν, ο Αλμπέρ Καμύ, ο Τόμας Μαν— αν και το έργο τους αναγνωρίστηκε, οι απόψεις τους λοιδορήθηκαν.

[…]καθώς προχωρούσε ο 20ός αιώνας, η τύφλωση, η αφέλεια, η κακή πίστη έναντι της δημοκρατίας και ο κυνισμός οργίαζαν: […]μεγάλη επιτυχία γνώρισαν ο Τσε Γκεβάρα και ο Φιντέλ Κάστρο, οι οποίοι, ως ρομαντικοί επαναστάτες, δέχονταν επισκέψεις πολλών Ευρωπαίων και Αμερικανών διανοουμένων. Εκτός του ότι η Ανιές Βαρντά γύρισε προπαγανδιστική ταινία όπου συνέκρινε τον Φιντέλ με τον Γκάρυ Κούπερ (ο Σολ Λάνταου επίσης), ο Σαρτρ έγραψε δεκαέξι εγκωμιαστικά άρθρα στην εφημερίδα France-Soir και η Σιμόν ντε Μποβουάρ —ένα έτσι κι αλλιώς μέτριο πνεύμα— τον επαίνεσε ξανά και ξανά σε τηλεοπτικές εκπομπές και στον Nouvel Observateur. Αλλά, το αποκορύφωμα της τύφλωσης δεν ήταν η εκτίμηση για τον Φιντέλ Κάστρο, αλλά εκείνη για τον Μάο τσε Τουνγκ: ο μαοϊσμός των διανοουμένων στη δεκαετία του 1960 και 1970 υπήρξε η πιο τρομακτική διάθλαση της όρασης στον 20ό αιώνα.

Στη Γαλλία, κυρίως στους κύκλους της Ecole Normale, καθώς και στον χώρο του πειραματικού κινηματογράφου, φούντωσε το κίνημα εναντίον της υλιστικής και φιλελεύθερης Δύσης, με παράλληλη ανάπτυξη της φιλοκινεζικής ρητορικής. Προσωπικότητες όπως ο Σαρτρ, η Μποβουάρ, ο Αλτουσέρ, ο Αλέν Μπαντιού, ο Σιλβάν Λαζαρούς, ο Ζαν-Λυκ Γκοντάρ και ο Μισέλ Φουκό χειροκρότησαν την Πολιτιστική Επανάσταση και την αγροτική μεταρρύθμιση στην Κίνα στηλιτεύοντας τον δυτικό «κομφορμισμό» και «ατομισμό». Οι δηλώσεις τους δεν απείχαν πολύ από την προσωπολατρία: η Μποβουάρ εξήρε την «αμίμητη φυσικότητα» του Μεγάλου Τιμονιέρη και το πώς τα πρόσωπα του Μάο και του Τσου Ενλάι «όχι μόνο σαγηνεύουν αλλά και εμπνέουν ένα πολύ σπάνιο συναίσθημα, τον σεβασμό».

Όπως όλοι ξέρουμε, ο Μάο ήταν υπεύθυνος για καμιά 50ριά εκατομμύρια θανάτους, κάτι που τον καθιστά τον χειρότερο κατά συρροή δολοφόνο στην ανθρώπινη ιστορία — αλλά αυτά ήταν ψιλά γράμματα για όσους στοχάζονταν στα καφέ του Σεν Ζερμέν ντε Πρε και στα campuses των αμερικανικών πανεπιστημίων. Ο δε Ρολάν Μπαρτ ταξίδεψε στην Κίνα, τα βρήκε όλα υπέροχα κι έγραψε, μεταξύ άλλων, για την ειρήνη που επικρατούσε στη χώρα, για τη «σύνθετη κουζίνα» της και για τα «παιδιά που δεν κουράζεσαι να κοιτάς τις εκφράσεις τους, τόσο διαφορετικές είναι» (;;;). Τσιμουδιά για τις δύσκολες συνθήκες διαβίωσης των Κινέζων. Αντιθέτως: «Στον δρόμο, στα εργαστήρια, στα σχολεία, στους επαρχιακούς δρόμους, ένας λαός που μέσα σε είκοσι πέντε χρόνια έχει ήδη χτίσει ένα σημαντικό έθνος, μετακινείται, εργάζεται, πίνει το τσάι του ή κάνει τη μοναχική του γυμναστική, χωρίς θέατρο, χωρίς θόρυβο, χωρίς να ποζάρει, με λίγα λόγια χωρίς υστερίες» (Le Monde, Μάιος 1974).

[…] Το 1979, οι τιτάνες της αριστερής σκέψης χειροκρότησαν την επανάσταση των μουλάδων στο Ιράν. Ήδη πριν από την ισλαμική επανάσταση, όταν ο Αγιατολάχ Χομεϊνί ζούσε στη Γαλλία ως δήθεν πιθανό θύμα του καθεστώτος του Σάχη, είχε προσελκύσει το ενδιαφέρον των αριστερών διανοουμένων: ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου. Έτσι, ο Μισέλ Φουκό είδε στους μουλάδες μια «πνευματική εξουσία χωρίς διοικητικό ή εποπτικό ρόλο» και βάλθηκε να επαινεί το Κοράνι, το οποίο υποτίθεται ότι στο εξής θα διείπε την ενάρετη ιρανική ζωή με την αξία της εργασίας, με την κοινοκτημοσύνη των πόρων (νερό, υπέδαφος), με όρια της ελευθερίας που να τηρούνται έτσι ώστε να μη βλάπτουν τους άλλους, με σεβασμό των μειονοτήτων, με ισότητα και αναγνώριση της διαφοράς μεταξύ ανδρών και γυναικών, με λογοδοσία των κυβερνώντων. Αυτά διάβαζε στο Κοράνι ο Φουκό. Σήμερα, αν και έχει μειωθεί ο αριθμός εκείνων που ξεστομίζουν τέτοιες μωρίες, στον χώρο της αριστεράς σ’ αυτές τις μωρίες στηρίζεται η ισλαμοφιλία, όπως και όλα τα φιλο-ολοκληρωτικά ιδεολογήματα. Άλλωστε, τα ινδάλματα των αριστερών διανοουμένων εξακολουθούν να είναι ο Φουκό και ο Έντουαρντ Σαΐντ· όσοι εμπότισαν την αριστερά με μεταφυσικές ιδέες, αυθαιρεσία, ψευδοεπιστήμη, αντιδυτικισμό, οικοφοβία.

[…]ενώ οι πολιτικοί που κάνουν γκάφες συνήθως τιμωρούνται με μη επανεκλογή ή με γελοιοποίηση, οι διανοούμενοι μπορούν να κάνουν τη μια γκάφα πάνω στην άλλη χωρίς να χάνουν το κύρος τους· πάντοτε θα υπάρχει μια ομάδα ανθρώπων που θα τους θαυμάζει και θα τους ακολουθεί. Κι εκτός αυτού, όσο πιο εξωφρενική είναι μια ιδέα, τόσο περισσότερο ερεθίζει το ενδιαφέρον του κοινού, ιδιαίτερα αν συνοδεύεται από περγαμηνές, τίτλους και ύφος χιλίων καρδιναλίων. (δικές μου οι υπογραμμίσεις)

*

Μπορείτε να διαβάσετε Όλο το κείμενο της ©Σώτης Τριανταφύλλου ΕΔΩ >>>

[Πού είσαι, αντισύστημα;

03/05/2025 § Σχολιάστε

Julius Bissier(1893-1965), from the «Brush Drawings» series

Ο πραγματικός κόσμος είναι φτιαγμένος από ύλη και οργανωμένος σε συστήματα. Mεταρρυθμίζουμε μόνο ορισμένους κανόνες, ανάλογα με τις εξελίξεις. Η μαγγανεία του αντισυστημισμού πατάει στην αφέλεια της αγέλης των οπαδών και κρύβει την πονηρή δίψα των δημαγωγών για εξουσία.

Η πραγματικότητα του Σύμπαντος είναι συστήματα. Αναρίθμητα παραδείγματα: σύστημα ηλιακό, περιοδικό, βιολογικό, οικονομικό, θρησκευτικό, ασφαλιστικό κ.λπ. Ό,τι χαρακτηρίζεται από τάξη και οργάνωση λέγεται συστηματικό, συστημική είναι η υπαγωγή σε σύστημα, αντισυστημική η ιδεολογία άρνησης της πραγματικότητας των συστημάτων.

Γενικώς κάθε σύστημα είναι σύνολο διαφορών που μπορούν να θεωρηθούν μια ολότητα.  Στις διαφορές ενυπάρχουν ανισότητες. Η θετική γόνιμη ματιά, όμως, θα εστιάσει στην σύνθεση των διαφορετικών στοιχείων που συγκροτούν την ολότητα. Έτσι, η συνθετική έννοια του συστήματος είναι χρήσιμη και έχει επιτυχία στα ανθρώπινα πράγματα. Χαρακτηριστικά, ξεκινώντας από την φύση, ο όρος οικοσύστημα χρησιμοποιείται πλέον και σε οικονομικές ή άλλες εφαρμογές.

Ήταν αντισυστημικές οι ιστορικές επαναστάσεις; Όχι, απλώς μετασχημάτισαν συγκεκριμένα κοινωνικά συστήματα. Ουσιαστικά επιτέθηκαν σε προ-νόμια, δηλαδή στα πλεονεκτήματα κάποιων προνομιούχων που θεωρήθηκαν άδικα, καθότι ασύμβατα με τα δικαιώματα των υπολοίπων. Η Γαλλική Επανάσταση κατεδάφισε τα προνόμια των αριστοκρατών. Οι μαρξιστικές επαναστάσεις αφαίρεσαν προνόμια των κατεχόντων τα μέσα παραγωγής. Οι επαναστάσεις της δεκαετίας του ’60 αμφισβήτησαν προαιώνια προνόμια, διεκδικώντας δικαιώματα και ελευθερίες για γυναίκες, νέους, μειονότητες κ.λπ. Η κατάργηση προνομίων στο εσωτερικό ενός συστήματος οδηγεί σε δικαιότερους νόμους και ρυθμίσεις, άρα σε τροποποίηση σχέσεων μεταξύ των στοιχείων του. Ο αντισυστημισμός, αντίθετα, δεν τροποποιεί κανόνες αλλά απορρίπτει τελείως την οντότητα του οργανωμένου συστήματος.

Το ρομαντικό ρεύμα φέρνει στην επιφάνεια ένα θολό αρνητισμό, ανέκαθεν διαδεδομένο και ίσως αυξανόμενο στην εποχή μας. Φαντασιώνεται αναρχικά όνειρα, με ζωή χωρίς ρυθμίσεις, με συντροφικότητα και αλληλεγγύη μεταξύ των όντων, σε πλαίσιο κάποιας βιωματικής σχέσης με την φύση. Ωστόσο, αυτός ο ειδυλλιακός κόσμος της Αρκαδίας, όπου όλα ζούσαν ιδανικά, δεν υπήρξε ποτέ. Πολλοί άνθρωποι τείνουν να υποκαθιστούν το δύσκολο ζήτημα της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης με κάτι που επιδέχεται πιο εύκολες απαντήσεις. Η αγανάκτηση αναζητά στο συναίσθημα λύσεις, όπως «μην εμπιστευθείτε την λογική, εμπιστευθείτε αυτό που βγαίνει από μέσα σας». Διαισθητικά, προσπαθεί να ερμηνεύσει το πολύπλοκο γίγνεσθαι με απλό, αυτόματο τρόπο. Ωστόσο, τα πράγματα δεν είναι όπως «τα πιάνουμε με μια ματιά». Η επιστήμη ξέρει σήμερα ότι η διαίσθηση οδηγεί σε αυταπάτες. Τις έχει κυρίως το μικρό παιδί για την αντίληψη των πραγμάτων, αλλά συχνά και ο νεαρός, ακόμα και ο ενήλικος άνθρωπος. Αναγκαίος όρος γόνιμης κοινωνικής συνύπαρξης και προόδου είναι το προβάδισμα της λογικής σκέψης έναντι διαισθητικών προσεγγίσεων. Οι δυσλειτουργικές κοινωνίες πέφτουν σε διαδοχικές κρίσεις και, για να τις υπερβούν, πρέπει πρώτα να τις καταλάβουν ορθολογικά. Η λογική επιτρέπει την κατανόηση της πραγματικότητας  και επιτυγχάνει τιθάσευση των ακατάστατων συναισθημάτων.

Μα, πολλοί στον κόσμο μας ασφυκτιούν, αισθάνονται ότι δεν πάει άλλο! Θεωρούν ότι η σύγχρονη δυτική ζωή είναι ό,τι χειρότερο. Τους εκφράζει η δήλωση ΒΑΣΑΝΙΖΟΜΑΙ, που συχνά αναγράφεται σε δημόσιους τοίχους. Η άμεση πίεση από αρνητικά φαινόμενα της εποχής συνδυάζεται με αμνησία ή άγνοια για αρνητικά του παρελθόντος: δουλεία, πολέμους και κατοχές, δικτατορίες, καταπίεση γυναικών, πείνα, αμάθεια, υψηλό πληθωρισμό, αρρώστιες, παιδική θνησιμότητα, κάπνισμα στα νοσοκομεία. Η κατάθλιψη του ΒΑΣΑΝΙΖΟΜΑΙ δεν έχει προς το παρόν εξηγηθεί ικανοποιητικά. Παίζουν πιθανώς ρόλο η πανταχού παρουσία της τεχνολογίας, η αποτυχία της εκπαίδευσης, η απομάγευση του κόσμου, το βάρος της ατομικής ευθύνης, η κυριαρχία της εικόνας, η οικογενειακή υπερπροστασία κ.α.

Αντισύστημα, πάντως, δεν υπάρχει. Ο πραγματικός κόσμος είναι φτιαγμένος από ύλη και οργανωμένος σε συστήματα. Mεταρρυθμίζουμε μόνο ορισμένους κανόνες, ανάλογα με τις εξελίξεις. Η μαγγανεία του αντισυστημισμού πατάει στην αφέλεια της αγέλης των οπαδών και κρύβει την πονηρή δίψα των δημαγωγών για εξουσία.

*

[Ο καθηγητής ΕΜΠ ©Κίμων Χατζημπίρος, εφημ., Τα Νέα 22 Μαρτίου 2025

[στολισμένες «φιλοσοφικά» άποψεις που… δικαιολογούν τη βία κατά της ελεύθερης έκφρασης·

01/05/2025 § Σχολιάστε

Ζητήματα ελευθερίας

φωτο: polilegal.com/

Ένας γνωστός, από αυτούς που αρέσκονται να λένε με δέκα λέξεις,[*] ό,τι μπορεί να ειπωθεί με δύο, αναμορφώνει αισθητικά το επιχείρημα του Νίκου Μπίστη – περί γέρων που μισούν τη νιότη τους – για να καταφερθεί εναντίον όσων αντέδρασαν στην αχρειότητα που συνέβη στον «Ιανό».

Κι αφού χλευάσει τους «γέροντες που συνασπίστηκαν κατά της εικόνας της νιότης τους», διαπιστώνει ότι: «απείρως πιο βίαιη και “φανατική” ήταν η πολιτικοποιημένη νεολαία πριν σαράντα πενήντα χρόνια».

Και «πριν στεγνώσει το μελάνι» της εξυπνάδας του – η οποία θα μπορούσε να συνοψιστεί σε τέσσερις λέξεις: «Μπράβο παιδιά, πάντα τέτοια!», ένα νέο περιστατικό επιβεβαίωσε τις «ομορφιές» στις οποίες επιδίδονται οι τραμπούκοι τους οποίους υπερασπίζεται:

Χτες ένας μεταπτυχιακός φοιτητής που αντιστάθηκε, στην εισβολή κρανοφόρων ΑΝΤΙΦΑ στη Νομική, διακομίστηκε στο νοσοκομείο, με τραύματα στο κεφάλι …

Ένας ακόμη κρίκος στη μακρά αλυσίδα αυταρχικότητας και τρομοκρατίας με την οποία οι νταήδες καταλύουν για δεκαετίες την ακαδημαϊκή ελευθερία, χτίζοντας καθηγητές στο γραφείο τους, διαπομπεύοντας πρυτάνεις, απαγορεύοντας την είσοδο στο Παν/μιο ομιλητών που δεν εγκρίνουν, και βανδαλίζοντας ή παραδίδοντας στις φλόγες ιστορικά κτίρια, όπως του ΕΜΠ.

Και καλά, ο συντάκτης- που είναι γνωστό ότι παρασύρεται από τον οίστρο της ωραιοπαθούς κενολογίας του – οι φίλοι μου που τον επιδοκίμασαν, αντιλαμβάνονται σε ποια ασχήμια συναίνεσαν; [©Θάνος Χ. Καψάλης στο fcbk >>]

______________

[*]  η απάντησή μου στον σεβαστό κύριο καθηγητή: «πάντως δεν δικαιολογούνται τα «ντού» προκειμένου να εμποδιστεί η (οποια) ελεύθερη άποψη, με ό,τι κι αν στολίσουμε με λέξεις για να δώσουμε νόημα σε πράξεις που χαρακτηρίζονται από ολοκληρωτική νοοτροπία».

[πίστη ·

27/04/2025 § Σχολιάστε

Bertrand Russell (1872-1970)

Wikipedia Commons

«Όλες οι θρησκείες κάνουν κακό. Μπορούμε να ορίσουμε την ‘πίστη’ ως μια σταθερή πίστη σε κάτι για το οποίο δεν υπάρχουν αποδείξεις. Όπου υπάρχουν αποδείξεις, κανείς δεν μιλάει για ‘πίστη’. Δεν μιλάμε για πίστη ότι δύο και δύο ίσον τέσσερα ή ότι η γη είναι στρογγυλή. Μιλάμε για πίστη μόνο όταν θέλουμε να αντικαταστήσουμε το συναίσθημα με την απόδειξη. Και η αντικατάσταση του συναισθήματος με αποδεικτικά στοιχεία μπορεί να οδηγήσει σε διαμάχες, αφού διαφορετικές ομάδες αντικαθιστούν διαφορετικά συναισθήματα».

Bertrand Russell, Human Society in Ethics and Politics (1954), Ch. VIl: Can Religion Cure Our Troubles?, p. 213. (μπορείτε να το βρείτε εδώ >>)

Ο Russell συνεχίζει με χιούμορ —στο “The Faithful”

«Θαυμάζω ιδιαίτερα μια προφήτισσα που ζούσε δίπλα σε μια λίμνη στη Βόρεια Πολιτεία της Νέας Υόρκης περί του έτους 1820. Ανήγγειλε στους πολυάριθμους οπαδούς της ότι είχε τη δύναμη να περπατά στο νερό και ότι πρότεινε να το κάνει στις 11 η ώρα ένα συγκεκριμένο πρωί. Την αναφερόμενη ώρα, οι πιστοί συγκεντρώθηκαν κατά χιλιάδες δίπλα στη λίμνη. Του μίλησε λέγοντάς τους:

«Είστε όλοι απόλυτα πεπεισμένοι ότι μπορώ να περπατήσω στο νερό;»

Όλοι με μια φωνή της απάντησαν: «Είμαστε».

«Τότε, σε αυτή την περίπτωση»,  ανακοίνωσε, «δεν χρειάζεται να το κάνω».

Και όλοι αποχώρισαν για το σπίτι τους επαρκώς διαφωτισμένοι.

— Bertrand Russell, An Outline of Intellectual Rubbish: A Hilarious Catalogue of Organized and Individual Stupidity (1943) (μπορείτε να το βρείτε εδώ >> )

*

[ελεύθερη απόδοση: Αγριμολόγος

Where Am I?

You are currently browsing the Reason category at αγριμολογος.