[θέλουμε να αλλάξουν τα πράγματα χωρίς να σηκωθούμε από την ξαπλώστρα μας·
07/09/2022 § Σχολιάστε
Ισχύει
και για μένα

Φωτ. INTIME NEWS / ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΙΑΚΟΣ (Επεξεργασμένη δραστικά από τον αγριμολόγο)
Να βάλεις μέσα σε λίγες γραμμές ένα καλοκαίρι είναι πάντα ένα χαμένο στοίχημα. Ιδίως ένα καλοκαίρι που η κούραση του θορύβου από ειδήσεις που κατατρώγουν τη συνείδηση και τα σωθικά πολλούς μάς ακινητοποίησε. Την ώρα που φυσικά άλλοι μιλούν, φωνάζουν, γράφουν, αποφαίνονται, κρίνουν, διαγράφουν, αντιδρούν, γνωρίζουν. Πόσο σημαντικό είναι να αποφαίνεται κάποιος, να είναι σίγουρος για όσα γίνονται, να τίθεται υπέρ της καθαρότητας, υπέρ του δικαίου, υπέρ της αλήθειας και κυρίως να την κατέχει! Και όμως είμαι σίγουρη ότι υπάρχουν και εκείνοι που στέκονται με δέος απέναντι σε όσους λένε ότι κατέχουν την αλήθεια. Διότι γνωρίζουν ότι δεν ορίζουν τίποτε άλλο πέρα από τον εαυτό τους, και αυτό θέλει συζήτηση.
Πηγαίνουν δειλά μέσα στα σκοτάδια, παρατηρώντας, ακούγοντας, διαβάζοντας, με ένα αίσθημα κόπωσης αλλά και διάθεσης όχι να κατακρίνουν, αλλά να καταλάβουν. Χρειάζονται χρόνο. Oμως αυτός ο χρόνος σαν να μην υπάρχει, σαν να πρέπει όλα να αποφασιστούν τώρα, να ξεκαθαρίσει βίαια το τοπίο. Με ποιους θα πάμε και ποιους θα αφήσουμε. Υπάρχει ίσως ένας λόγος γι’ αυτό. Η βιασύνη πηγάζει από τη βαρύτητα της λήθης, όπως αναφωνούμε και κρίνουμε και καταδικάζουμε, άλλο τόσο ξεχνούμε, αποσιωπούμε, αλλάζουμε θέμα. Πεταγόμαστε από μια συνθήκη και πηγαίνουμε σαν τα καγκουρό σε μια άλλη, η επικαιρότητα αλλάζει τόσο γρήγορα τη θεματολογία της. Αν σταματήσουμε άλλωστε τον εξωτερικό θόρυβο διατρέχουμε τον κίνδυνο να παρατηρήσουμε τη βραδύτητα της εσωτερικής μας κίνησης. Η επικαιρότητα τρέχει αντιστρόφως ανάλογα της κίνησης της ψυχικής μας πραγματικότητας. Πόση ανάγκη έχουμε να αλλάξουν πάραυτα τα πράγματα εξωτερικά, την ώρα που εσωτερικά αλλάζουμε αποδεδειγμένα τόσο αργά, που μπορεί να πάρει όχι ένα καλοκαίρι, αλλά μια ζωή.
Φτάσαμε στην κορυφή δίχως να πεινάσουμε καθόλου, / όμως ήταν τα μάτια που ατενίζαμε, όχι η θέα. / Τίποτε άλλο δεν βλέπαμε από εμάς τους ίδιους, ζαβούς, χαμένους / επανελθόντες στην ακτή, το πλούσιο εσωτερικό ακόμη άγνωστο: / ο έρως έδωσε τη δύναμη, μα έκλεψε την επιθυμία.
*
Πηγή: Μαριαλένα Σπυροπούλου στην Καθημερινή
◉
[Άρης Αλεξάνδρου, Οι ποιητές και τα βραβεία ·
06/09/2022 § Σχολιάστε

Ρωτήσαμε την ποιήτρια Καίτη Δρόσου, γυναίκα του Άρη Αλεξάνδρου[*], αν συμφωνεί ή αν ποτέ συμφώνησε με την ύπαρξη λογοτεχνικού βραβείου που να φέρει το όνομα «Άρης Αλεξάνδρου». Αντί άλλης απάντησης η κυρία Δρόσου μας παρέπεμψε και μας έδωσε την άδεια να αναδημοσιεύσουμε το παρακάτω κείμενο που εκφράζει τη γνώμη του ίδιου του Αλεξάνδρου για τα βραβεία.
Ὁ ποιητὴς εἶναι λίγο-πολὺ ἕνα ἄτομο μὴ φυσιολογικό, ἂν δεχτοῦμε βέβαια ὅτι «φυσιολογικοὶ» ἄνθρωποι εἶναι οἱ μπακάληδες καὶ οἱ χωροφύλακες. Ὁ κόσμος λέει συνήθως πὼς οἱ ποιητὲς εἶναι «εὐαίσθητοι», «ἀλαφροΐσκιωτοι», ὁ Σεφέρης λέει κάπου πὼς ὅλη ἡ Ἑλλάδα τὸν πληγώνει, νομίζω ὅμως πὼς οὐσιαστικὰ ὅλος ὁ κόσμος τὸν «πληγώνει», γιατὶ ὁ ποιητὴς αἰσθάνεται ὑπεύθυνο τὸν ἑαυτό του γιὰ κάθε τί ποὺ συμβαίνει γύρω του. Ὁ ποιητής, λέει ὁ Μαγιακόβσκη, μένει πάντοτε χρεώστης ἀπέναντι στὸν κόσμο. Πληρώνει πάντα τόκους καὶ πρόστιμα, γιὰ τὸν πόνο τῶν ἀνθρώπων.
Ὁ ποιητής, ἀπ’ τὴ φύση του, δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ ἐκφράζει τὶς ἀπόψεις τοῦ ἀτόμου. Ἀργὰ ἢ γρήγορα θὰ ἔρθει σὲ σύγκρουση μὲ τὴν κοινωνία ἢ τὴν ὁμάδα καὶ θὰ ἀκολουθήσει (βασικὰ) ἕναν ἀπ’ τοὺς ἑξῆς τρεῖς δρόμους: Ἢ θὰ ἀσκήσει κριτικὴ στὶς κυβερνήσεις καὶ στὶς ἡγεσίες τῶν κομμάτων, ἢ θὰ κλειστεῖ στὸν γυάλινο πύργο του, ἢ θὰ συμβιβαστεῖ καὶ θὰ γίνει ἕνας κομφορμιστής. Στὴ δεύτερη περίπτωση, ὅπως συνέβη μὲ τοὺς ὀπαδοὺς τῆς «Τέχνης γιὰ τὴν Τέχνη» στὴ Γαλλία τὸν 19ο αἰώνα, μπορεῖ νὰ ἀσκήσει μιὰ ἔμμεση κριτική, μιὰ κριτικὴ ποὺ δὲ φτάνει στὴν οὐσία τοῦ ζητήματος, ποὺ ἀποδείχνει ὅμως, ὅπως λέει ὁ Πλεχάνοβ, ὅτι ὑπάρχει διάσταση ἀνάμεσα στοὺς καλλιτέχνες καὶ στὸ κοινωνικὸ περιβάλλον. Γιὰ μένα, γνήσιοι ποιητὲς εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ διαλέγουν τὸν πρῶτο δρόμο. Θά ’φτανα μάλιστα νὰ πῶ ὅτι θεωρῶ δυνάμει ποιητὲς ὅλους ἐκείνους πού, ὅπως περίπου λέει ὁ Κάντ, διαθέτουν ἕνα μυαλὸ καὶ ἔχουν τὴν τόλμη νὰ τὸ μεταχειριστοῦν χωρὶς τὴν καθοδήγηση κανενός.
Ὁ ποιητὴς εἶναι πάντοτε μὲ τὸ μέρος τῆς Ἀντιγόνης καὶ ποτὲ μὲ τὸ μέρος τοῦ Κρέοντα. Εἶναι πάντοτε μὲ τὸ μέρος τοῦ Παστερνὰκ καὶ ποτὲ μὲ τὸ μέρος τῆς Ἑνώσεως Σοβιετικῶν Συγγραφέων – ἄσχετα ἂν ὁ Παστερνὰκ προτίμησε νὰ ὑποκύψει στὴν πίεση τῆς σοβιετικῆς ἐξουσίας. Περιττὸ νὰ προσθέσω ὅτι ὁ ποιητὴς εἶναι πάντοτε μὲ τὸ μέρος τῶν διωκομένων ἀπ’ τὴ Γενικὴ Ἀσφάλεια πνευματικῶν ἀνθρώπων, ἄσχετα ἀπ’ τὶς πολιτικές τους πεποιθήσεις κι ἄσχετα βεβαίως ἀπ’ τὴν ποιότητα τοῦ ἔργου τους.
Οἱ κυβερνήσεις καὶ οἱ ἡγεσίες τῶν κομμάτων καθοδηγοῦνται πάντα ἀπὸ τὴ σκοπιμότητα. Ὁ ποιητὴς βλέπει μακρύτερα ἀπ’ τὶς σκοπιμότητες τῆς πολιτικῆς. Ὁ στίχος μου, λέει ὁ Μαγιακόβσκη στοὺς ἀπόγονους, θὰ φτάσει σ’ ἐσάς, περνώντας πάνω ἀπ’ τὰ κεφάλια τῶν ποιητῶν καὶ τῶν κυβερνήσεων. Ὁ ποιητὴς εἶναι τὸ ἀντίθετο τοῦ πολιτικοῦ, διότι ἀρνεῖται νὰ ὑποταχτεῖ στὴ σκοπιμότητα τῆς πολιτικῆς. Ὁ δρόμος τῆς ποιητικῆς ἀνυποταξίας εἶναι φυσικὰ ὁ δυσκολότερος. Οἱ κυβερνήσεις καὶ οἱ ἡγεσίες τῶν κομμάτων μεταχειρίζονται κάθε μέσο γιὰ νὰ καναλιζάρουν καὶ νὰ ἐλέγξουν τὴν ποιητικὴ δημιουργία. Παντοῦ καὶ πάντα κι ὣς τὶς μέρες μας, σ’ Ἀνατολὴ καὶ Δύση, ἐξάσκησαν καὶ ἐξασκοῦν κάθε μορφὴ βίας γιὰ νὰ ἀναγκάσουν τοὺς ποιητὲς νὰ συμμορφωθοῦν μὲ τὶς ἑκάστοτε σκοπιμότητές τους. Οἱ δυσκολίες πληθαίνουν ἀκόμα περισσότερο ἀπ’ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ ποιητής, ὅπως καὶ κάθε καλλιτέχνης, εἶναι «μάστορης». Γιὰ νὰ ἀποδείξει τὴ μαστοριά του (καὶ γιὰ νὰ κερδίσει χρήματα) δέχεται νὰ γράφει ὠδὲς ἐπὶ πληρωμῇ, δέχεται νὰ γίνει αὐλικὸς στιχοπλόκος, ἀκαδημαϊκὸς ἢ μέλος τῆς Ἑνώσεως Σοβιετικῶν Συγγραφέων. Τὸ γεγονὸς ὅτι ἀρκετὰ ἔργα, γραμμένα «κατὰ παραγγελίαν», εἶναι πράγματι ἀξιόλογα, ἐπιτείνει ἀκόμα περισσότερο τὴ σύγχυση.
Αὐτὴ ἡ ἀνάγκη ποὺ νιώθουν οἱ ποιητὲς νὰ ἀναγνωριστεῖ ἡ μαστοριά τους καὶ γενικὰ ἡ ἀξία τους, ἐξηγεῖ τὴν ὕπαρξη τῶν βραβείων. Ὁμολογῶ ὅτι λυπήθηκα διαβάζοντας τὶς διαμαρτυρίες τῶν νέων ποιητῶν μας γιὰ τὴν πρόσφατη ἀπόφαση τῶν «Δώδεκα» νὰ μὴν ἀπονείμουν τὸ βραβεῖο τους. (Διότι περὶ αὐτοῦ ἀκριβῶς πρόκειται: περὶ τοῦ βραβείου. Ἂν ἕνας ὁποιοσδήποτε κριτικός, ἢ ἔστω καὶ πολλοὶ κριτικοί, διατυπώνανε τὴν ἄποψη ὅτι δὲν ὑπάρχει σήμερα ἀξιόλογη ποίηση, ἀμφιβάλλω ἂν θὰ ἀγανακτοῦσαν τόσο οἱ νέοι ποιητές μας.) Λυπήθηκα διαβάζοντας τὶς διαμαρτυρίες τους, γιατὶ μοῦ δίνουν τὸ δικαίωμα νὰ ὑποθέσω ὅτι δὲν ἔγραψαν τὰ ποιήματά τους ἐπειδὴ αἰσθάνθηκαν τὴν ἀνάγκη νὰ τὰ γράψουν, ἀλλὰ γιατὶ ἀπέβλεπαν σὲ μιὰ «καθιέρωση». Λὲς καὶ ἕνα βραβεῖο θὰ μπορέσει ποτὲ νὰ προσθέσει ἔστω καὶ τὸ ἐλάχιστο στὴν ὅποια ἀξία τοῦ ἔργου τους. Λὲς καὶ δὲν ἔχουνε μάθει ἀκόμα πῶς ἀπονέμονται τὰ βραβεῖα (ὅλα ἀνεξαιρέτως, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν βραβείων Στάλιν, Νόμπελ καὶ Πούλιτζερ). Λὲς καὶ δὲν ὑπέπεσε στὴν ἀντίληψή τους τὸ γεγονὸς ὅτι, ὅταν ἡ ἐπιτροπὴ εἶναι «μικτή», τὸ βραβεῖο μοιράζεται στὰ δυό (Ρίτσος-Δικταῖος, Καραντώνης-Λειβαδίτης).
__________
[*] Ἀπὸ μιὰ συνέντευξη στὸν Ρένο Ἀποστολίδη («Εἰκόνες», 15 Ἰουνίου 1959). Περιλαμβάνεται στο Ἄρης Ἀλεξάνδρου, Ἔξω ἀπ’ τὰ δόντια. Δοκίμια 1937-1975, Ὕψιλον, Ἀθήνα 1982.
[Α’ δημοσίευση: Athens Review of Books 26/08/2015, Tεύχος 64 – ΙΟΥΛΙΟΣ – ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ >
◉
[plaisir ·
05/09/2022 § Σχολιάστε
ART

©Δημήτρης Χαντζόπουλος, Καθημερινή 4.9.2022
η γελοιογραφία της εβδομάδας.
◉
[σαν ένα τραγούδι ·
14/08/2022 § Σχολιάστε
Τάσος Λειβαδίτης (1921-1988)

Antoni Tàpies / Great Painting, 1958 / Mixed media on canvas
Ἀλλὰ τὰ βράδια
Καὶ νὰ ποὺ φτάσαμε ἐδῶ
Χωρὶς ἀποσκευὲς
Μὰ μ᾿ ἕνα τόσο ὡραῖο φεγγάρι
Καὶ ἐγὼ ὀνειρεύτηκα ἕναν καλύτερο κόσμο
Φτωχὴ ἀνθρωπότητα, δὲν μπόρεσες
οὔτε ἕνα κεφαλαῖο νὰ γράψεις ἀκόμα
Σὰ σανίδα ἀπὸ θλιβερὸ ναυάγιο
ταξιδεύει ἡ γηραιά μας ἤπειρος
Ἀλλὰ τὰ βράδια τί ὄμορφα
ποῦ μυρίζει ἡ γῆ
Βέβαια ἀγάπησε
τὰ ἰδανικά της ἀνθρωπότητας,
ἀλλὰ τὰ πουλιὰ
πετοῦσαν πιὸ πέρα
Σκληρός, ἄκαρδος κόσμος,
ποῦ δὲν ἄνοιξε ποτὲ μίαν ὀμπρέλα
πάνω ἀπ᾿ τὸ δέντρο ποὺ βρέχεται
Ἀλλὰ τὰ βράδια τί ὄμορφα
ποῦ μυρίζει ἡ γῆ
Ὕστερα ἀνακάλυψαν τὴν πυξίδα
γιὰ νὰ πεθαίνουν κι ἀλλοῦ
καὶ τὴν ἀπληστία
γιὰ νὰ μένουν νεκροὶ γιὰ πάντα
Ἀλλὰ καθὼς βραδιάζει
ἕνα φλάουτο κάπου
ἢ ἕνα ἄστρο συνηγορεῖ
γιὰ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα
Ἀλλὰ τὰ βράδια τί ὄμορφα
ποῦ μυρίζει ἡ γῆ
Καθὼς μένω στὸ δωμάτιό μου,
μοῦ ᾿ρχονται ἄξαφνα φαεινὲς ἰδέες
Φοράω τὸ σακάκι τοῦ πατέρα
κι ἔτσι εἴμαστε δύο,
κι ἂν κάποτε μ᾿ ἄκουσαν νὰ γαβγίζω
ἦταν γιὰ νὰ δώσω
ἕναν ἀέρα ἐξοχῆς στὸ δωμάτιο
Ἀλλὰ τὰ βράδια τί ὄμορφα
ποῦ μυρίζει ἡ γῆ
Κάποτε θὰ ἀποδίδουμε δικαιοσύνη
μ᾿ ἕνα ἄστρο ἢ μ᾿ ἕνα γιασεμὶ
σὰν ἕνα τραγοῦδι ποὺ καθὼς βρέχει
παίρνει τὸ μέρος τῶν φτωχῶν
Ἀλλὰ τὰ βράδια τί ὄμορφα
ποῦ μυρίζει ἡ γῆ!
Δῶς μου τὸ χέρι σου..
Δῶς μου τὸ χέρι σου







