[θα είμαι ολόκληρος μία πικρή ανάμνησις·
30/10/2025 § Σχολιάστε

Κώστας Καρυωτάκης (1896-1928)
γεννήθηκε σαν σήμερα στις 30 Ὀκτωβρίου του 1896 στην Τρίπολη
Ο κήπος της αχαριστίας
Θὰ καλλιεργήσω τὸ ὡραιότερο ἄνθος. Στὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων θὰ φυτέψω τὴν Ἀχαριστία. Εὐνοϊκοὶ εἶναι οἱ καιροί, κατάλληλος ὁ τόπος. Ὁ ἄνεμος τσακίζει τὰ δέντρα. Στὴ νοσηρὴ ἀτμόσφαιρα ὀρθώνονται φίδια. Οἱ ἐγκέφαλοι, ἐργαστήρια κιβδηλοποιῶν. Τερατώδη νήπια τὰ ἔργα, ὑπάρχουν στὶς γυάλες. Καὶ μέσα σὲ δάσος ἀπὸ μάσκες, ζήτησε νὰ ζήσεις. Ἐγὼ θὰ καλλιεργήσω τὴν Ἀχαριστία.
Ὅταν ἔρθει ἡ τελευταία ἄνοιξις, ὁ κῆπος μου θά ῾ναι γεμάτος ἀπὸ θεσπέσια δείγματα τοῦ εἴδους. Τὰ σεληνοφώτιστα βράδια, μονάχος θὰ περπατῶ στοὺς καμπυλωτοὺς δρόμους, μετρώντας αὐτὰ τὰ λουλούδια. Πλησιάζοντας μὲ κλειστὰ μάτια τὴ βελούδινη, σκοτεινὴ στεφάνη τους, θὰ νιώθω στὸ ἀπρόσωπο τοὺς αἰχμηρούς των στημόνες καὶ θ᾿ ἀναπνέω τ᾿ ἄρωμά τους.
Οἱ ὧρες θὰ περνοῦν, θὰ γυρίζουν τ᾿ ἄστρα, καὶ οἱ αὖρες θὰ πνέουν, ἀλλὰ ἐγώ, γέρνοντας ὁλοένα περσότερο, θὰ θυμᾶμαι.
Θὰ θυμᾶμαι τὶς σφιγμένες γροθιές, τὰ παραπλανητικὰ χαμόγελα καὶ τὴν προδοτικὴ ἀδιαφορία.
Θὰ μένω ἀκίνητος ἡμέρες καὶ χρόνια, χωρὶς νὰ σκέπτομαι, χωρὶς νὰ βλέπω, χωρὶς νὰ ἐκφράζω τίποτε ἄλλο. Θὰ εἶμαι ὁλόκληρος μία πικρὴ ἀνάμνησις, ἕνα ἄγαλμα ποὺ γύρω του θὰ μεγαλώνουν τροπικὰ φυτά, θὰ πυκνώνουν, θὰ μπερδεύονται μεταξύ τους, θὰ κερδίζουν τὴ γῆ καὶ τὸν ἀέρα. Σιγὰ σιγὰ οἱ κλῶνοι τους θὰ περισφίγγουν τὸ λαιμό μου, θὰ πλέκονται στὰ μαλλιά μου, θὰ μὲ τυλίγουν μὲ ἀνθρώπινη περίσκεψη.
Κάτου ἀπὸ τὴ σταθερή τους ὤθηση, θὰ βυθίζομαι στὸ χῶμα.
Καὶ ὁ κῆπος μου θὰ εἶναι ὁ κῆπος τῆς Ἀχαριστίας.
◉
[Νεράιδες περδικόστηθες στητές και μαρμαροτραχήλες·
29/10/2025 § Σχολιάστε

Ἰωάννης Γρυπάρης (1870-1942)
Ὁ πραματευτής
Ἦρθε ἀπ᾿ τὴ Πόλη νιὸς πραματευτὴς
μὲ διαλεχτὴ πραμάτεια,
μ᾿ ἀσημικὰ καὶ χρυσικὰ
καὶ μὲ γλυκὰ τὰ μαῦρα μάτια.
Κι οἱ νιὲς ποθοπλαντάζουν τοῦ χωριοῦ
στὶς πόρτες καὶ στὰ παρεθύρια,
κι οἱ παντρεμμένες ξενυχτᾶν
γιὰ τὰ σμιχτὰ γραφτά του φρύδια.
Τρίζωστη ζώνη ὁλόχρυση φορεῖ
σὲ δαχτυλίδι-μέση,
καὶ πιὰ ἡ ὡραία χήρα δὲ βαστᾷ:
– «Πραματευτή, πολὺ μ᾿ ἀρέσει
ἡ ζώνη ποὺ φορεῖς κι ὅ,τι νὰ πεῖς
σοῦ τάζω κι ἄλλα τόσα…»
– «Δὲ τὴν πουλῶ μ᾿ οὐδὲ φλουριὰ
μ᾿ οὐδ᾿ ὅσα κι ἄλλα τόσα γρόσα.
Ἔτσι ὡραία, -ὡραία πῶς νὰ σὲ πῶ,
ρόδο ἢ κρίνο;-
ἕνα μοῦ κόστισε φιλὶ
κι ὅπου βρῶ δύο τὴ δίνω…»
– «Σύρε ταχιὰ στὴν Ὥρια τὴ σπηλιά,
πραματευτὴ μὲ τὰ ὡραῖα μάτια,
καὶ ῾κεῖ σοῦ φέρνω τὴ τιμὴ
καὶ παίρνω τὴ πραμάτεια».
Τραβᾶ ταχιὰ στὴν Ὥρια τὴ σπηλιὰ
καὶ στοῦ μεσημεριοῦ τὴ ντάλα
φτάνει στὴν Ὥρια τὴ σπηλιὰ
σὲ μούλα χρυσοκάπουλη καβάλλα.
Δένει τὴ μούλα στὴ ξυνομηλιὰ
ποὺ σκιώνει μπρὸς στὸ σπήλιο,
στὰ μάτια του ποὺ τὸν πλανᾶν
βάζει συχνὰ τὸ χέρι ἀντήλιο
καὶ τρώει καὶ τρώει τὴ στράτα τοῦ χωριοῦ,
δὲ φαίνεται κι οὐδὲ γρικιέται
καὶ μπαίνει μέσα στὴ σπηλιὰ
κι ἀποκοιμιέται…
Μέσα στὴ στοιχειωμένη τὴ σπηλιὰ
ποὺ ἀποσταμένος γέρνει,
ὕπνος τὶς φέρνει, ὕπνος τὶς παίρνει:
Νεράιδες περδικόστηθες στητὲς
καὶ μαρμαροτραχῆλες,
ἀνίσκιωτα κορμιὰ ἀδειανά,
διανέματα κι ἀνατριχίλες,
στὶς κομπωτὲς πλεξοῦδες των φοροῦν
νεραϊδογνέματα καὶ πολυτρίχια
κι ἔχουνε κρίνους δάχτυλα
ῥοδόφυλλα γιὰ νύχια
καὶ χρυσομέταξα μαλλιὰ
κι ἐλιόμαυρες λαμπῆθρες
-τέτοιες μὲ μέλι σύγκαιρο μεστὲς
οἱ Ὑβλαῖες κερῆθρες.
Καὶ μία, ἡ Ἐξωτέρα, ἡ Παγανή,
παγάνα τοῦ θανάτου,
χτυπᾷ τὸν νιὸ πραματευτὴ
καὶ παίρνει τὰ συλλοϊκά του.
Τώρα στὴ χώρα ὁ νιὸς πραματευτὴς
κλαίει καὶ λέει πάλι κεῖνο:
– «Ἕνα μοῦ κόστισε φιλὶ
κι ὅπου βρῶ δύο τὴ δίνω,
τὴ ζώνη πὄπλεξε ἡ καλὴ -ὢ ἕνα φιλί,
ἡ ἀρρεβωνιαστικιά μου-
μὲ πλάνεσε μιὰ ξωτικιὰ στὴ ξενητειὰ
καὶ πῆρε τὰ συλλοϊκά μου!»
◉
[περί των σήμερον Ελλήνων·
28/10/2025 § Σχολιάστε

Εμμανουήλ Ροΐδης (1836 – 1904)
Κατὰ τὰς ἡμέρας τῶν στηλιτικῶν ἤκουσα ξένον γηράσαντα πάρ᾿ ἡμῖν νὰ ἐκφράζῃ τὴν ἀκόλουθον γνώμην. «Ἕκαστος τόπος ἔχει τὴν πληγήν του, ἡ Ἀγγλία τὴν ὁμίχλην, ἡ Βλαχία τὴν ἀκρίδα, ἡ Αἴγυπτος τὰς ὀφθαλμὰς καὶ ἡ Ἑλλὰς τοὺς Ἕλληνας».
Διπλωμάτης γυναικοθήρας, πλήστης τυχῶν ἐν Ἀθήναις ἐκτιμήσεως, περετήρει μετὰ συγχωρητῆς εἰς ξένον ἀπορίας ὅτι κατὰ τοῦτο διαφέρει τῶν ἀλλαχοῦ γυναικῶν ἡ Ἑλληνίς, ὅτι πολὺ περισσότερον τοῦ ἐραστοῦ ἀγαπᾷ πάντοτε τὸν σύζυγον αὐτῆς.
Ἕκαστον ἔθνος ἔχει Ζῷόν τι, τὸ ὁποῖον θεωρεῖ ὡς ἀκάθαρτον. Οἱ Τοῦρκοι βδελύσσονται τοὺς κύονας, οἱ Ἰταλοὶ λέγουσιν «ὁ χοῖρος μὲ τὸ συμπάθειον», ἐν Ἑλλάδι δὲ ἤκουσα πολλάκος χωρικοὺς λέγοντας «ἡ γυναῖκα μου μὲ τὸ συμπάθειον».
*
[Πάρεργα / Ἐρανίσματα ἐξ ἀνεκδότου ἔργου «περὶ τῶν σήμερον Ἑλλήνων»
◉
[και οι εραστές καπνίζουν σιωπηλοί πράσινα φύλλα·
26/10/2025 § Σχολιάστε

Paul Klee, aquarelle
Στίχοι: Μάνος Χατζιδάκις / Μουσική: Νότης Μαυρουδής
Ερωτικό ( Σαραμπάντα ), 1977
Κι αν γεννηθείς κάποια στιγμή,
μιαν άλλη που δε θα υπάρχω,
μη φοβηθείς
και θα με βρεις είτε σαν άστρο,
όταν μονάχος περπατάς στην παγωμένη νύχτα,
είτε στο βλέμμα ενός παιδιού που θα σε προσπεράσει,
είτε στη φλόγα ενός κεριού που θα κρατάς
διαβαίνοντας το σκοτεινό το δάσος.
Γιατί ψηλά στον ουρανό που κατοικούνε τ’ άστρα
μαζεύονται όλοι οι ποιητές
και οι εραστές καπνίζουν σιωπηλοί πράσινα φύλλα,
μασάν χρυσόσκονη, πηδάνε τα ποτάμια
και περιμένουν
να λιγωθούν οι αστερισμοί και να λιγοθυμήσουν,
να πέσουν μεσ’ στον ύπνο σου,
να γίνουν αναστεναγμός στην άκρη των χειλιών σου,
να σε ξυπνήσουν και να δεις απ’ το παραθυρό σου
το προσωπό μου φωτεινό
να σχηματίζει αστερισμό,
να σου χαμογελάει
και να σου ψιθυρίζει
καληνύχτα…







