[έχουμε γίνει μάλλον μια διακόσμηση πυθμένος ·
28/05/2022 § Σχολιάστε
Γιάννης Βαρβέρης (1955-2011)

Πιάνο Βυθού
Αυτές οι νότες
που σας στέλνω με την άνωση
δεν έχουν πια κανένα μουσικό ενδιαφέρον.
Απ’ τον καιρό του ναυαγίου
που αργά μας σώριασε τους δυo
ως κάτω στον βυθό
σαν βάρος έκπληκτο
το πιάνο του ολόφωτου υπερωκεανίου κι εγώ
έχουμε γίνει μάλλον μια διακόσμηση πυθμένος
μια υπόκωφη επίπλωση βυθού
ένα λουλούδι εξωτικό
ή ένα τεράστιο όστρακο
φωλιά ιπποκάμπων
διάδρομος ψαριών που όλο απορούν
μπρος στην ασπρόμαυρη αυτή μνήμη
του παπιγιόν των πλήκτρων του κολάρου.
Κι αν σε καμιά βαρκάδα σας
διακρίνετε στην ήρεμη επιφάνεια
τρεις πέντε δέκα φυσαλίδες
σαν ντο και σολ και μι
μη φανταστείτε μουσική
είναι λίγη σκουριά που όταν θυμάται
πιέζει κι ανεβαίνει.
Γι’ αυτό να μην ανησυχείτε.
το πιάνο μου κι εγώ
είμαστ’ εδώ πολύ καλά
εκπνέοντας ίσως πότε πότε νότες άσχετες
αλλά μες στην ασφάλεια πλήρους ναυαγίου
και ιδίως
μακριά επιτέλους
από κάθε προοπτική πνιγμού.
*
[Γιάννης Βαρβέρης, από τη συλλογή »Πιάνο βυθού »(1991)
◉
Στέφανος Ροζάνης, αύριο ίσως να βρέξει και τότε πια να μη φοβάσαι ·
25/05/2022 § Σχολιάστε

ΑΠΟΓΡΑΦΗ
(Τρία σχέδια για ένα γράμμα)
Ι
Σε μας ο κόσμος δεν κυκλοφορεί πολύ στους δρόμους.
Οι περισσότεροι μένουν στα σπίτια τους. Ανάβουν μόνοι τους φωτιά
παίζουν με τα παιδιά ή τους γέρους και γράφουν γράμματα.
Έτσι πιστεύουν. Πως έχουν ακόμη φίλους, πως έχουν κάποιον που θα τα λάβει.
Είναι περίεργο, όμως θυμούνται.
Καμιά φορά βλέπεις αφρόντιστους τους κήπους.
Τότε γίνονται περισσότερα τα ερειπωμένα σπίτια κι ούτε που ξεχωρίζεις τα παράθυρα.
Μόνο τις πόρτες που χτυπάνε και τα ρολόγια που σταμάτησαν ή πάνε πίσω.
Είναι δυσάρεστες αυτές οι εποχές, θαρρώ πως με καταλαβαίνεις.
Δεν έχεις τι να κάνεις. Οι άνθρωποι γίνονται ασυνήθιστοι, ούτε γυρίζουν να σε κοιτάξουν. Εύχεσαι να περάσει ο καιρός δίχως να σκέφτεσαι τι θα ‘ρθει έπειτα.
Στο κάτω-κάτω κανείς δεν πεθαίνει περιμένοντας…
ΙΙ
Όταν η μέρα είναι καλή βγαίνουν σεριάνι.
Αλήθεια στο λέω, τρομάζεις που τους βλέπεις. Τόσο γερνάνε εύκολα.
Δεν κάνουνε παρέες κι ακόμη δεν μπορείς με βεβαιότητα να πεις αν περπατάνε.
Κάποτε παίζουν σαν τα μικρά παιδιά. Χτυπούν τα χέρια τους, φωνάζουν.
Κάποιοι κλαίνε κι ούτε που ξέρεις αν είναι θυμωμένοι ή έτσι το κάνουν, από συνήθεια.
Ανάμεσά τους υπάρχουνε πολλοί τυφλοί. Άνθρωποι που πέτυχαν κι άλλοι που δεν προσπάθησαν ποτέ.
Κι είναι μικρός, μικρός ο τόπος τους. Μπορείς να τον μετρήσεις με τις παλάμες σου.
Το βράδυ ρημαγμένοι δρόμοι.
Κι αύριο ίσως να βρέξει και τότε πια να μη φοβάσαι.
Οι περισσότεροι μένουν στα σπίτια τους κι ανάβουν μόνοι τους φωτιά και γράφουν γράμματα…
ΙΙΙ
Λοιπόν έτσι στα λέω, να παρηγορηθώ να βρω μια δικαιολογία τέλος πάντων, αν θες να κάνω κάτι.
Αυτή η σιγουριά πως θα με καταλάβεις είναι το μόνο όφελος.
Το μόνο κέρδος μου, κι είναι καιρός που τίποτε δεν κέρδισα.
Μα ήταν ο πόλεμος που θέλησα κ’ η νίκη να καραδοκεί πάνω στους τοίχους όταν κανείς δεν την περίμενε, η νίκη που δεν μπόρεσε ν’ αντέξει στο καθημερινό μαρτύριο…
Ώσπου στο τέλος έγινα προληπτικός: «Αφού δεν ξέρεις να πατάς τι προχωράς, τι σέρνεσαι».
Μα ήταν ο πόλεμος που διάλεξα χωμένος μες στα ξύλα δίχως ναυάγιο κανένα, χωρίς μιαν αφορμή.
Τώρα πια δεν θα μπορείς να πεις πως έφταιξα, πως θα ‘πρεπε ν’ ακολουθήσω άλλον δρόμο.
Γιατί δεν ξέρω. δεν ξέρω τι ‘ν’ αυτό που με πληγώνει περισσότερο.
Γιατί στο τέλος κανείς δεν θα πεθάνει περιμένοντας…
*
[Α’ δημοσίευση: Επιθεώρηση Τέχνης τ. 135, Μάρτης 1966, σελ. 264









