[δοντοβότανο·

04/05/2019 § Σχολιάστε

Ούτως ή «βοτάνι της αγάπης» ονομάζεται εις τίνα μέρη το τεύκριον το πόλιον, το οποίον θεωρείται από τον λαόν αποτελεσματικόν φάρμακον κατά των οδονταλγίων και φίλτρον του έρωτος, φέρον, όπου δεν υπάρχει, την αμοιβαιότητα.

Παρεμπιπτόντως:

Το «βοτάνι της αγάπης»

Στίχοι: Ναπολέων Ελευθερίου
Μουσική: Γιώργος Ζαμπέτας
Πρώτη εκτέλεση: Χορωδία

Τρεις μάγισσες ένα πρωί
μακριά σε ξένους τόπους
σε δάση ψάχναν και βουνά
να βρουν βοτάνι που περνά
ο πόνος στους, ο πόνος στους ανθρώπους

Συμφώνησαν στου χωρισμού,
του Χάρου τον γελάνε,
της φυλακής τον δένουνε
μα είναι κάτι που πονά
κι όπου σταθούν, κι όπου σταθούν ρωτάνε

Σαράντα νύχτες μετρούν
στα κύματα και στ’ άστρα,
φωτιά το λένε και χαμό
μα είναι η αγάπη, είναι καημός
που ξεριζώ που ξεριζώνει κάστρα

[Η φιλοσοφία ως κριτική της θεολογικής αποξένωσης·

02/05/2019 § Σχολιάστε

Ludwig Feuerbach (1804-1872)

Λούντβιχ Φώυερμπαχ (Ludwig Feuerbach)
Παραδόσεις για την ουσία της θρησκείας, μτφρ.-επιμ.: Γιάννης Καραπαπάς
εκδόσεις Τροπή, σ. 489.

«Η θρησκεία είναι […] η παιδική ουσία του ανθρώπου. Ή: στη θρησκεία ο άνθρωπος είναι ένα παιδί. Το παιδί δεν μπορεί να πραγματοποιήσει τις επιθυμίες του μέσω της δικής του δύναμης, μέσω αυτενέργειας, αλλά στρέφεται με παρακλήσεις στα όντα από τα οποία αισθάνεται και ξέρει ότι εξαρτάται, στους γονείς του, προκειμένου μέσω αυτών να λάβει ό,τι επιθυμεί. Η θρησκεία έχει την καταγωγή της, την αληθινή της θέση και σημασία μονάχα στην περίοδο της παιδικής ηλικίας της ανθρωπότητας, όμως η περίοδος της παιδικής ηλικίας είναι επίσης η περίοδος της άγνοιας, της απειρίας» (σελ. 289) και «ο Θεός εν γένει μπορεί να χαρακτηριστεί ως η ικανοποιημένη μέσα στη φαντασία επιθυμία [Wunsch] του ανθρώπου για ευδαιμονία» (σελ. 346): προαναγγέλεται εδώ, σχεδόν με τις ίδιες λέξεις, η θέση του Φρόυντ για τη θρησκευτική πίστη, όμως το απόσπασμα ανήκει στον Λουδοβίκο Φώυερμπαχ και χρονολογείται 80 χρόνια πριν από τη δημοσίευση του Μέλλοντος μιας αυταπάτης. Προέρχεται από μία σειρά τριάντα διαλέξεων που έδωσε ο Φώυερμπαχ την επαναστατική χρονιά του 1848, προσκεκλημένος από μιαν αντιπροσωπεία φοιτητών, στο δημαρχείο της Χαϊδελβέργης, και τις οποίες σήμερα -160 χρόνια μετά- μας παρουσιάζει στα ελληνικά, στην πρώτη πραγματικά αξιόπιστη μετάφραση του φιλοσόφου [*], ο Γιάννης Καραπαπάς.

Η σκληρή κριτική του Ενγκελς έχει οπωσδήποτε ζημιώσει τη φήμη του Φώυερμπαχ, σε ορισμένους τουλάχιστον κύκλους διανοουμένων, και συχνά το Λουδοβίκος Φώυερμπαχ και το τέλος της κλασικής γερμανικής φιλοσοφίας έχει λειτουργήσει ως υποκατάσταστο της ανάγνωσης του ίδιου τού Φώυερμπαχ. Δεν πρόκειται όμως γι έναν ελάσσονα φιλόσοφο αλλά για ένα από τα πιο διεισδυτικά πνεύματα που απάρτισαν τον κύκλο των λεγόμενων «αριστερών εγελιανών» -μαζί με τον Μαρξ, τον Ρούγκε, τον Μπρούνο Μπάουερ, τον Νταβίντ Στράους και τον Στίρνερ-, συμβάλλοντας στη δραματικότερη φιλοσοφική μεταπολίτευση της αρχόμενης νεωτερικότητας. Μαθητές του Χέγκελ και ακροατές των περίφημων παραδόσεων του Σέλινγκ στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου το 1841 (ο Κίρκεγκορ ήταν επίσης ανάμεσά τους), έδωσαν τη χαριστική βολή στο φιλοσοφικό σύστημα κι έκαναν σκοπό της ζωής τους την καταστροφή του ιδεαλισμού: να ξαναστήσουν στα πόδια του τον «αντεστραμμένο κόσμο» του Χέγκελ, να παραγάγουν τον Λόγο από την υλική προΰπαρξη της φύσης, ποτέ εννοιακά εξαντλήσιμης, και όχι πλέον τη φύση από τη φετιχισμένη μορφή του Λόγου ή της Εννοιας. Απόβλητοι του Πανεπιστημίου, πολιτικώς ύποπτοι, ελεύθεροι συγγραφείς εξαρτώμενοι από εκδότες, χρηματοδότες και λογοκριτές, στάθηκαν το αρχέτυπο του μοντέρνου «στρατευμένου διανοούμενου» σε διαρκή κλεφτοπόλεμο με το πρωσικό κράτος.

Το φιλοσοφικό αριστούργημα του Φώυερμπαχ είναι ασφαλώς Η ουσία του Χριστιανισμού (1843). Εχθρός προπαντός του γενικού και της άσαρκης αφαίρεσης, ο Φώυερμπαχ θα ριζοτομήσει τα θεολογικά θεμέλια της εγελιανής φιλοσοφίας όχι μόνο καταδεικνύοντας την αυταπάτη τού να εκλαμβάνεται ως οντολογική αρχή η αφηρημένη Ιδέα, αλλά και χρησιμοποιώντας δεξιοτεχνικά τη διαλεκτική της αποξένωσης/αλλοτρίωσης εναντίον του εμπνευστή της: δεν μπορεί να εννοείται η φύση ως αποξενωμένη αντιστροφή της Ιδέας αλλά, προφανώς, η Ιδέα ως αποξενωμένη αντιστροφή της φύσης· και αν η Ιδέα ως οντολογική αρχή δεν είναι παρά η εκκοσμικευμένη παράσταση του πνευματικού Θεού των μονοθεϊστικών πίστεων, αυτός ο «Θεός» πρέπει στο εξής να νοείται ως αποξένωση της διανθρώπινης σχέσης – της σχέσης, δηλαδή, μεταξύ αισθητών/υλικών ανθρώπων που ουσία τους είναι η μη αναγώγιμη σωματικότητα, οι πάντοτε ειδικοί καθορισμοί της αισθητηριακότητας και του φύλου (πρώτα είμαι γυναίκα ή άνδρας και ύστερα «άνθρωπος», για τον Φώυερμπαχ). Αναγγέλεται δηλαδή μία έννοια διυποκειμενικότητας χωρίς υπερβατικό εγγυητή, και η -«υπαρξιακή», όπως λέμε σήμερα- προτεραιότητα της αστάθμητης ύπαρξης έναντι της νομικοκανονιστικής ουσίας.

Με τις παραδόσεις αυτές που έχουμε σήμερα στα χέρια μας, ο Φώυερμπαχ επανέρχεται εφτά χρόνια αργότερα για να αναπτύξει την προβληματική του από εκεί που την άφησε στην Ουσία του Χριστιανισμού. Η ηθελημένη του εξορία σε ένα απομακρυσμένο χωριό του Ανσμπαχ, η εκστατική του επαφή με την άγρια φύση (για την οποία έτρεφε πάντα μιαν ανυπόκριτη τρυφερότητα) και η ακαδημαϊκή του αποκοπή που μεσολάβησαν, δίνουν σε αυτές τις διαλέξεις έναν πολύ λιγότερο θεωρησιακό τόνο, μια πολύ μεγαλύτερη εγγύτητα με εμπειρικό υλικό και περιηγητικά διαβάσματα. Καλός γνώστης των ιστορικών, λαογραφικών, εθνολογικών και αρχαιολογικών δεδομένων της εποχής του, έρχεται αποφασισμένος να διευρύνει την έννοια της θρησκείας, πέρ’ από την αθέμιτη ταύτισή της με τον Χριστιανισμό (ή τον μονοθεϊσμό εν γένει). Μολονότι γι’ αυτόν το περιεχόμενο της θρησκείας είναι πάντα η θεοποιημένη (και φετιχισμένη ως τέτοια) ουσία του ανθρώπου, καλείται να σκεφτεί τώρα τη διαφορά της χριστιανικής από την παγανιστική θρησκεία ως διαφορά επιθυμιών και αναγκών ανάμεσα στον χριστιανικό και τον παγανιστικό άνθρωπο. Καθώς αντιλαμβάνεται ως πηγή των θρησκευτικών αισθημάτων εν γένει το αίσθημα εξάρτησης του ανθρώπου από τη φύση, θα πει «η θρησκεία δεν εκφράζει απολύτως τίποτε άλλο παρά το αίσθημα του ανθρώπου για τη συνάφειά του, για την πλήρη σύνδεσή του με τη φύση ή τον κόσμο» και «όπως η φιλοσοφία δεν είναι τελικά τίποτε άλλο παρά η τέχνη τού σκέπτεσθαι, έτσι η θρησκεία δεν είναι τελικά τίποτε άλλο παρά η τέχνη τού ζην, η οποία ως εκ τούτου δεν μας κάνει γνωστό κι εμφανές τίποτε άλλο παρά τις δυνάμεις και τις ορμές που κινούν άμεσα τη ζωή του ανθρώπου» (σελ. 61). Από αυτή τη σκοπιά όμως, η παγανιστική λατρεία της φύσης (ο Φώυερμπαχ χρησιμοποιεί εδώ τον όρο «φυσική θρησκεία», με αυτή τη σημασία και όχι με την ειδική έννοια που του έδωσε ο Διαφωτισμός), η οποία δύσκολα διακρίνεται από την ποίηση και την τέχνη, βρίσκεται πολύ πιο κοντά στην ενόραση -μολονότι όχι συνειδητή- του αληθινού χαρακτήρα της θρησκείας. Ετσι, καταλήγει: «Σκοπός της πραγματείας μου […] δεν είναι άλλος από το ν’ αποδείξω ότι ο Θεός της φύσης ή ο Θεός τον οποίον ο άνθρωπος χωρίζει από την ουσία του και τον προϋποθέτει ως θεμέλιο ή αιτία, δεν είναι τίποτε άλλο από την ίδια τη φύση· ότι όμως ο Θεός του ανθρώπου ή ο πνευματικός Θεός ή ο Θεός, στον οποίον αποδίδει ανθρώπινα κατηγορούμενα, συνείδηση και βούληση, τον οποίον αυτός σκέπτεται ως ένα ον όμοιο με αυτόν […] δεν είναι τίποτε άλλο από τον ίδιο τον άνθρωπο» (σελ. 125).

Για να το πούμε έτσι, το πέρασμα από τη λατρεία των δυνάμεων της φύσης στη λατρεία ενός υπερβατικού Θεού αντιπροσωπεύει μία πρόσθετη σπείρα στον κύκλο της αποξένωσης – σύμφωνα με την άσφαλτη λογική του Φώυερμπαχ ότι ο αυξανόμενος βαθμός αφαίρεσης είναι αυξανόμενος βαθμός αποξένωσης/αλλοτρίωσης. Το σπουδαιότερο είναι όμως ότι ο Φώυερμπαχ αντιλαμβάνεται πλήρως το πολιτικό βάρος αυτής της αλλαγής κοσμοαντιλήψεων, το πραγματικό διακύβευμα της ανθρωποποίησης του θείου. Ιδού μια εκπληκτική διατύπωση: «…Ο οργανισμός είναι μια δημοκρατική κοινότητα από το ότι προέρχεται μονάχα από μια σύμπραξη ισότιμων ουσιών […] Ενας Θεός είναι αντίθετα ένας μονάρχης, και μάλιστα ένα απόλυτος, απεριόριστος μονάρχης, ο οποίος πράττει και κάνει ό,τι θέλει, ο οποίος βρίσκεται πάνω από τον νόμο […], όμως μετατρέπει τις αυθαίρετες εντολές του σε νόμους των υπηκόων, ακόμη και αν αυτές αντιφάσκουν πάρα πολύ στις ανάγκες τους» (σελ. 194)· και τελικά, «όπως η δημοκρατία είναι το ιστορικό καθήκον, ο πρακτικός σκοπός της ανθρωπότητας, έτσι ο θεωρητικός σκοπός του ανθρώπου είναι να αναγνωρίζει το πολίτευμα της φύσης ως δημοκρατικό, να μη θέτει την εξουσία της φύσης έξω από την ίδια αλλά να τη θεωρεί θεμελιωμένη μέσα στη δική της ουσία» (σελ. 147).

Η λεπτομερειακότητα της επιχειρηματολογίας του Φώυερμπαχ, εξοντωτική μερικές φορές, μαρτυρεί τη δύναμη του πολιτικοθεολογικού κατεστημένου με το οποίο αυτός αναμετριέται και το οποίο πασχίζει να κάμψει. Εντυπωσιάζει το εύρος των ανθρωπολογικών γνώσεων που έχει εν τω μεταξύ συσσωρεύσει -και παραθέτει ανελέητα-, όσο και η ρητορική δεινότητα με την οποία συνυφαίνει τον χείμαρρο των παραδειγμάτων του με λεπτές θεολογικοφιλοσοφικές πραγματεύσεις: την απόδειξη ότι τα κατηγορήματα του θείου είναι αισθητές ιδιότητες όντων και ιδιάζουσες όψεις της φύσης· την ανέκκλητη ανασκευή του τελεολογικού και του κοσμολογικού επιχειρήματος· την κατάδειξη του ψυχολογικού -προβολικού, θα λέγαμε σήμερα- περιεχομένου των σωτηριολογικών πεποιθήσεων και της φαντασιώδους φύσεως του «σώματος» στη χριστιανική εσχατολογία, για να καταλήξει σε μια συγκινητική εξύμνηση της περατότητας του ανθρώπου. Μπορεί σήμερα ο πολεμικός του ζήλος να μας φαίνεται κάπως υπερβάλλων, κυρίως λόγω της υποχώρησης των ερεισμάτων ισχύος της θεολογίας στις κοινωνίες μας (και της αντικατάστασής της από νέες θεότητες, όπως η τεχνοεπιστήμη), όμως πρέπει να δούμε καθαρά τη διαύγεια και το βάθος μιας ασυνθηκολόγητης φιλοσοφικής ματιάς που η σύγχρονη ριζοσπαστική σκέψη κουβαλάει συχνά σαν ανεπίγνωστο μέρος τής σκευής της.

______________

[*] Μοναδική μετάφραση του Φώυερμπαχ στα ελληνικά είναι, εδώ και δεκαετίες, Η ουσία του Χριστιανισμού (Αναγνωστίδης χχ.) από τον Γιάννη Βιστάκη, σε επιμέλεια Κ. Μετρινού. Μολονότι όχι από τις χειρότερες αυτής της σειράς, η μετάφραση έχει τουλάχιστον αρκετά προβλήματα. Επιτρέπει ωστόσο να γνωριστεί κάποιος, αν μη τι άλλο, με τη δομή της σκέψης του φιλοσόφου.

*
©Φώτης Τερζάκης, Ελευθεροτυπία, Βιβλιοθήκη, Παρασκευή 31 Ιουλίου 2009

[Το δέντρο·

01/05/2019 § Σχολιάστε

Ζωή Καρέλλη (1901-1998)

Aπλώνω σαν κλαδιά, σα φύλλα,
εντυπώσεις γύρω στο κορμί μου, αναμνήσεις
θρουν, κρούονται, κινούνται
ήσυχα ή σφοδρά.

Mοιάζουν ίδια τα κλαδιά,
όμως ο άνεμος της ζωής
με παιχνίδια και με φώτα,
δείχνει τη διαφορά τους.

Mοιάζουν κι όλες οι μέρες
που περνούν απάνω μου.
Mε τριγυρίζ’ η μέρα,
η νύχτα μ’ αγκαλιάζει.

Λυγούνε τα κλαδιά, τα φύλλα,
οι αναμνήσεις, οι εντυπώσεις μου συγκρούονται
φωλιάζουν μυστικά πουλιά,
φωνές κρυφές, στα πιο πυκνά,
πυκνόφυλλα κλαδιά της φαντασίας.

Σα φτάσει η καταιγίδα
ο στολισμός μου δέρνεται.
Όρθιο το κορμί στυλώνεται,
μένει ακίνητη ψυχή κι αυξαίνει,
σα ν’ αδιαφορεί για την περιβολή μου…

που παρέρχεται και θα ξανάρθει,
μαραίνεται και πέφτει,
για να φουντώσει πάλι η ζωή μου.

[από τα Ποιήματα, Eρμής 1996

plaisir: J’aimerais tant voir Syracuse

30/04/2019 § Σχολιάστε

Henri Salvador (Cayenne, Guyane 1917 – Paris 2008)

 

J‘aimerais tant voir Syracuse
L’île de Pâques et Kairouan
Et les grands oiseaux qui s’amusent
A glisser l’aile sous le vent

Voir les jardins de Babylone
Et le palais du Grand Lama
Rêver des amants de Vérone
Au sommet du Fouzi Yama

Voir le pays du matin calme
Aller pêcher le cormoran
Et m’enivrer de vin de palme
En écoutant chanter le vent

Avant que ma jeunesse s’use
Et que mes printemps soient partis
J’aimerais tant voir Syracuse
Pour m’en souvenir à Paris

*
écrit par: Bernard Dimey / Henri Salvador
Syracuse lyrics ©Premiere Music Group

  • 20 years blogging -official banner

  • agrimologos.com
  • ΚΛΙΚ στην εικόνα για τα εξώφυλλα του Αγριμολόγου
  • ΚΛΙΚ στην εικόνα, δείτε φωτογραφίες
  • Enter your email address to follow this blog and receive notifications of new posts by email.

    Προστεθείτε στους 145 εγγεγραμμένους.
  • staxtes2003.com

    .

  • ΕΝΑ LIKE ΘΕΡΑΠΕΥΕΙ…

  • Μεταστοιχεία

  • a

  • Αρχείο

  • Πρόσφατα άρθρα

  • —