[Ο (συγκαλυμμένος;) αντιδυτικισμός ως αίτιο λαϊκής συνέγερσης ·
08/02/2018 § Σχολιάστε
Γράφτηκε το 2011 και παραμένει επίκαιρο
Αναπαράγεται με την άδεια του αγαπητού φίλου και συγγραφέα ©Δημήτρη Φύσσα

Τώρα που οι τεράστιες συγκεντρώσεις των αγανακτισμένων μονοπωλούν την επικαιρότητα και οι περισσότεροι σχολιαστές εκστασιάζονται εξ αιτίας τους, θέλω απλώς να επισημάνω ποιες ήταν και γιατί έγιναν οι μεγαλύτερες λαϊκές συγκεντρώσεις της νεότερης εποχής στην Ελλάδα. Ήταν λοιπόν:
1. Οι συγκεντώσεις για το μακεδονικό ζήτημα, που τα τελευταία χρόνια έχει βαφτιστεί «σκοπιανό». Οι συγκεντρωμένοι απειλούσαν την Πρώην Γουγκοσλαβική δημοκρατία της Μακεδονίας με πόλεμο και δήλωναν ότι η Μακεδονία είναι μόνο μία και είναι ελληνική. Τη συνέχεια την ξέρουμε.
2. Οι συγκεντρώσεις για το θρήσκευμα στις ταυτότητες. Οι συγκεντρωμένοι απαιτούσαν να παραμείνει το ΧΟ στις ταυτότητες και απαιτούσαν δημοψήφισμα γι΄αυτό. Χάρη στην αποφασιστικότητα του Σημίτη και του Σταθόπουλου, το θρήσκευμα (και το Χ.Ο.) απαλείφτηκε.
3. Οι τωρινές συγκεντρώσεις. Αν και ετερόκλητοι, οι συγκεντρωμένοι γενικά ζητάνε να φύγει η κυβέρνηση, ν΄ ακυρωθεί το Μνημόνιο, να επιστρέψουμε στη δραχμή, μερικοί μάλιστα απαιτούν και αποχώρηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αν γίνουν αυτά τα τελευταία, το χάος είναι βέβαιο.
Δεν παραγνωρίζω ότι οι τωρινές συγκεντρώσεις δεν έχουν οργανωτή την ορθόδοξη εκκλησία, ούτε δυνάμεις της Δεξιάς και της Άκρας Δεξιάς (όπως οι παλιές) αλλά ετερόκλητο κόσμο. Κατανοώ επίσης ότι πολύς κόσμος φτωχαίνει με τη νέα κατάσταση (κι εγώ μαζί). Δεν μπορώ όμως να μη διαπιστώσω ότι κοινό γνώρισμα όλων αυτών των μεγασυγκεντρώσεων είναι ο αντιδυτικισμός, αντιεκσυγχρονισμός και -φανερά ή καλυμμένα- ο εθνικισμός: απομόνωση στον εαυτό μας, η «μικρά πλην έντιμος Ελλάς των κωνσταντινικών» , το εθνικό μας δίκαιο, το εθνικό μας νόμισμα, η εθνική μας θρησκεία, οι κακοί ξένοι που μας υπονομεύουν, το κακό ΔΝΤ που μια ωραία πρωϊα μάς έκανε πειραματόζωο, η παγκοσμιοποίηση, κι από την άλλη οι ενωμένοι Έλληνες που αντιστέκονται, πέρα από Αριστερά και Δεξιά. Ε, αυτά είναι συνωμοσιολογίες και παραμύθια για μικρά παιδιά.
Δεν έπεται λοιπόν καθόλου διόλου ότι, επειδή πρόκειται για μεγάλες λαϊκές συγκεντρώσεις, έχουν και δίκιο. Δεν πρέπει να μένει κανείς στον ενυπωσιασμό του όγκου, αλλά να κοιτάζει και την κατεύθυνση των αιτημάτων, και το ποιοι δίνουν τον τόνο. Όταν τα αιτήματα είναι τέτοια που είναι κι όταν ηγούνται οι κ. Θεοδωράκης, Κασιμάτης, Μπέης και λοιποί σπίθες που καταγγέλλουν το «Αόρατο Διεθνες Χρηματιστικό Κέντρο» (sic), όταν οι μητροπολίτες καλούν τον κόσμο στους δρόμους, όταν οι Αυτιάδες και οι Λαζόπουλοι σιγοντάρουν, τότε επιτρέψτε μου ν΄ αμφιβάλλω για την ποιότητα του κινήματος.
Ούτε θυμάμαι από πότε έχει να συγκινήσει τον ελληνικό λαό αληθινά προοδευτικό, εκσυγχρονιστικό, φιλελεύθερο αίτημα, που να τον κατεβάσει στο δρόμο- αν συνέβη ποτέ αυτό. Ενώ όταν πρόκειται για εθνικά, θρησκευτικά, απομονωτιστικά, αντιδυτικά ζητήματα, οι άνθρωποι πετάνε τη σκούφια τους. Έτσι γινόταν και παλιά: τα «Ευαγγελιακά», τα «Ορεστειακά» και δε συμμαζεύεται. Αυτά κάνουν τόσοι αιώνες ανορθολογισμού και μηρυκασμού του «ενδόξου παρελθόντος»και του «ανάδελφου έθνους».
Θα μου πείτε ίσως: «Κι εσύ τι λες; Σ΄αρέσει τι Μνημόνιο;». Απαντάω: καθόλου, λειψό είναι και μακάρι να συμπληρωθεί και να διευρυνθεί προς όσους έχει αφήσει απέξω. Αλλά ξέρω πολύ καλά ότι:
1. Και προ Μνημονίου ήμασταν φτωχοί, ζώντας με δανεικά που θα πλήρωναν παιδιά κι εγγόνια, αλλά κάναμε πως δεν το ξέραμε
2. Χωρίς αυτό το κολοβό Μνημόνο, θα είχαμε ήδη χρεοκοπήσει.
3. Αφού μόνοι μας τα κάναμε μπάχαλο, φωνάξαμε τους Φράγκους.
Κι αν είχε επέλθει η χρεοκοπία, ποιοι θα ήταν τα πρώτα θύματα της; Οι εξαρτημένοι από το Δημόσιο, που πολλοί απ΄ αυτούς διαδηλώνουν στο Σύνταγμα ενάντια στο Μνημόνιο, από τα χρήματα του οποίου πληρώνονται ένα χρόνο τώρα!
[Τάσος Λειβαδίτης «Από μέρα σε μέρα»·
07/02/2018 § Σχολιάστε
15 χρόνια Στάχτες
Κάθε Τετάρτη, μια ανάρτηση-αφιέρωμα

Από τον ©Κωνσταντίνο Μάντη
Οι ίδιες ταπεινώσειςπάλι σήμερα, τα ίδια λάθη, οι συμβι-
—βασμοί,
το δουλικό χαμόγελο, μπροστά σε κείνον που περιφρονείς,
το όρθιο μαχαίρι, που σφάζεις μέσα σου κι αυτόν και το χα-
—μόγελό σου,
η μοναξιά, η μεταμέλεια, η οδυνηρή σου ανάγκη για μεγάλες
—πράξεις
που δεν έγιναν ποτέ, τα φαγωμένα σου τακούνια,
το ακαθόριστο αίσθημα μιας τρομερής σου αξίας, μιας δύνα-
—μης αφανέρωτης
που την κρύβεις μ’ επιμέλεια για τη μεγάλη ώρα, και μαζί η
—πικρή υποψία
πως δεν κρύβεις τίποτα, και πως εκείνη η μεγάλη ώρα δε
—θαρθεί ποτέ,
ή ακόμα πιο φριχτό πως πέρασε χωρίς να την αναγνωρίσεις,
η κοπέλλα του αντικρινού σπιτιού που τρέχει βιαστική στο
—ραντεβού της
χωρίς να σου ρίχνει ούτε ένα βλέμμα. Τα όνειρα, α, τα όνει-
—ρα που όσο πιο ακατόρθωτα είναι
τόσο τους δίνεσαι με πιο μεγάλη λύσσα, οι αμαρτίες που φο-
—βάσαι, οι αγνότητες που δεν μπορείς,
η σκέψη, πως, εκεί, να, πίσω από τη γωνιά του δρόμου σε
—προσμένουν
όλα τα ενδεχόμενα, ενώ δε συναντάς παρά το ίδιο γαλακτο-
—πωλείο–
την έμαθες της ζωή σου, χρόνια τώρα.
Έτσι κάθε μέρα ξυπνάς με την πικρή αόριστη απόφαση:
—αν έπεφτα απ’ το παράθυρο;
Και κάθε βράδι κοιμάσαι μ’ έναν θησαυρό: αυτή την πολυ-
—σήμαντη αυριανή σου μέρα.
Η ποίηση του Τάσου Λειβαδίτη διακρίνεται για την αίσθηση πικρίας που τη διατρέχει, μιας και ο ποιητής τείνει να σφυροκοπά τον αναγνώστη με τη γύμνια της ζωής του, αφαιρώντας όλους εκείνους τους εφήμερους περισπασμούς της καθημερινότητας που ενδεχομένως ξεγελούν τον άνθρωπο και τον κάνουν να πιστεύει πως υπάρχει ομορφιά, ίσως και ελπίδα στη ζωή του. Ο ποιητής καταγράφει τα μόνιμα εκείνα στοιχεία του βίου των απλών ανθρώπων που φανερώνουν, αν όχι τη ματαιότητά του, σίγουρα πάντως τις πλείστες δυσκολίες που καθηλώνουν τους ανθρώπους του μόχθου σε μια αέναα επαναλαμβανόμενη κατάσταση απογοήτευσης και διάψευσης των όποιων προσδοκιών τους. Ποίηση δομημένη με τα πλέον λιτά υλικά μιας αφήγησης ή ενός εσωτερικού μονολόγου, που έχει τη γεύση των δακρύων ή και του αίματος∙ με το θύμα να είναι πάντοτε ο ίδιος ο ποιητής -και μέσω αυτού κάθε άλλος άνθρωπος της βιοπάλης-, που βλέπει τη ζωή του να συνθλίβεται υπό την πίεση όλων εκείνων των αναγκών που μόλις και μετά βίας καλύπτονται -όταν και αν καλύπτονται- με τα πενιχρά μέσα του εργάτη, του ανέργου, και κάθε άλλου φτωχού ανθρώπου προορισμένου να αποτελεί εσαεί το εξαθλιωμένο υπόστρωμα μιας κοινωνίας αφιερωμένης στην ευημερία των λίγων προνομιούχων.
«Οι ίδιες ταπεινώσεις πάλι σήμερα, τα ίδια λάθη, οι συμβι-
—βασμοί,
το δουλικό χαμόγελο, μπροστά σε κείνον που περιφρονείς,
το όρθιο μαχαίρι, που σφάζεις μέσα σου κι αυτόν και το χα-
—μόγελό σου»
Με αμείλικτη αυτοκριτική διάθεση ο ποιητής απογυμνώνει τον εαυτό του, έστω κι αν η χρήση του β΄ προσώπου δημιουργεί την αίσθηση πως απευθύνει το λόγο σε κάποιον άλλον. Πρόκειται για έναν εσωτερικό μονόλογο, που επιτρέπει ωστόσο στον αναγνώστη να ταυτιστεί με τις διαπιστώσεις και τις παραδοχές του ποιητή.
Οι καθημερινές ταπεινώσεις αποτελούν σταθερό μοτίβο στη ζωή των ανθρώπων που μη έχοντας επαρκείς οικονομικές δυνατότητες νιώθουν αναγκασμένοι να υπομένουν και να ανέχονται την αλαζονεία των ισχυρών και των εξασφαλισμένων. Καταπιέζουν τον εαυτό τους και δεν υψώνουν τη φωνή τους απέναντι στην προφανή αδικία, επαναλαμβάνοντας έτσι μοιραία το ίδιο λάθος, αφού αποδέχονται τη θέση του κατώτερου πολίτη που τους έχει ατύπως αποδοθεί, και μένουν σταθερά σιωπηλοί απέναντι στην έπαρση και το θράσος των άλλων. Οι υποχωρήσεις διαδέχονται αδιάκοπα η μία την άλλη κι οι συμβιβασμοί γίνονται κατ’ ανάγκη τρόπος ζωής για τους ανθρώπους εκείνους που δεν έχουν μήτε τη δύναμη, μα μήτε και τη δυνατότητα να θέσουν τέρμα στη διαρκή αυτή υποτίμησή τους.
Η επώδυνη αίσθηση πως η ζωή τους εξαρτάται ουσιαστικά από τις διαθέσεις του άλλου, αφού ο «άλλος» μπορεί να τους στερήσει την εργασία τους ή να τους δημιουργήσει όποια άλλη πιθανή δυσκολία, μιας και βρίσκεται σε θέση ισχύος, οδηγεί πολλούς ανθρώπους καθημερινά -όπως και τον ποιητή άλλωστε-, στο να καταφεύγουν στη δουλοπρέπεια. Υποτάσσονται στην υπερέχουσα θέση του άλλου μ’ ένα δουλικό χαμόγελο, έστω κι αν τον περιφρονούν βαθιά, έστω κι αν γνωρίζουν πως εκείνος δεν έχει στην πραγματικότητα καμία άλλη αξία πέραν από το γεγονός ότι κατέχει κάποια θέση που του επιτρέπει να ασκεί εξουσία.
Μια εξαναγκαστική δουλοπρέπεια που γεννά μίσος στην ψυχή του ανθρώπου τόσο για τον άλλο, που αν και πιθανώς είναι ασήμαντος και μικροπρεπής, διαθέτει ωστόσο τη δύναμη που του επιτρέπει να λειτουργεί εκφοβιστικά για τους γύρω του, όσο και για τον ίδιο του τον εαυτό που καταδέχεται να καταφεύγει σε μια τόσο ταπεινωτική και ανειλικρινή συμπεριφορά. Μίσος τέτοιας έντασης, μάλιστα, που τον ωθεί να σκέφτεται πως θα ήθελε ακόμη και να σφάξει κι εκείνον που τον φέρνει σ’ αυτή την εξευτελιστική θέση, μα και το ίδιο του το δουλικό χαμόγελο, που σηματοδοτεί τη συναίνεση στην καθημερινή του ταπείνωση.
«η μοναξιά, η μεταμέλεια, η οδυνηρή σου ανάγκη για μεγάλες
—πράξεις
που δεν έγιναν ποτέ, τα φαγωμένα σου τακούνια»
Ο άνθρωπος του μόχθου -σωματικού και πνευματικού- που δεν έχει κατορθώσει να βρει τη δικαίωση των προσπαθειών του αισθάνεται μόνος, αισθάνεται πως δεν υπάρχουν γύρω του εκείνοι που θα αντιληφθούν πραγματικά πώς βιώνει και πόσο τον εξαθλιώνει η διαρκής αποτυχία που συνοδεύει τη ζωή του. Ο άνθρωπος αυτός μετανιώνει για κάθε πράξη, μα και για κάθε παράλειψη που θεωρεί εκ των υστέρων πως του στέρησαν τη δυνατότητα να πετύχει κάτι το ουσιαστικό. Κι είναι, άλλωστε, αυτή η βαθιά του ανάγκη να κάνει κάτι το σπουδαίο στη ζωή του, που του προκαλεί την πιο επώδυνη απογοήτευση, αφού όσο κι αν προσπάθησε, όσο κι αν έχει ταλαιπωρηθεί, δεν έχει κατορθώσει εντούτοις να φτάσει έστω και σε μία επιθυμητή επίτευξη. Ένα αίσθημα διαρκούς απογοήτευσης που φθείρει την ψυχή του, αφού βλέπει τον εαυτό του καθηλωμένο στο τίποτα και στην αφάνεια.
«το ακαθόριστο αίσθημα μιας τρομερής σου αξίας, μιας δύνα-
—μης αφανέρωτης
που την κρύβεις μ’ επιμέλεια για τη μεγάλη ώρα, και μαζί η
—πικρή υποψία
πως δεν κρύβεις τίποτα, και πως εκείνη η μεγάλη ώρα δε
—θαρθεί ποτέ»
Ο άνθρωπος αυτός μέσα του νιώθει πως όχι μόνο δεν είναι ασήμαντος -έστω κι αν έτσι τον αντιμετωπίζουν οι άλλοι-, αλλά πως έχει πολύ μεγάλη αξία, κι ακόμη περισσότερο πως έχει τη δύναμη να επιτύχει πολύ σημαντικά πράγματα, αρκεί να του δοθεί η ευκαιρία∙ αρκεί να έρθει εκείνη η μεγάλη ώρα που θα του επιτρέψει να αναδείξει πλήρως όλες εκείνες τις πτυχές της προσωπικότητάς του, που μέχρι τώρα αναγκάζεται να κρύβει επιμελώς, προκειμένου να μη δώσει την εντύπωση ανθρώπου φαντασμένου και αιθεροβάμονος, βιώνει μια μεγάλη αντίφαση. Την ώρα ακριβώς που αισθάνεται μέσα του να αναδεύεται η πίστη του σ’ αυτή τη μεγάλη αξία του εαυτού του, νιώθει συνάμα και την πικρή υποψία πως ίσως τελικά δεν κρύβει απολύτως τίποτα∙ πως ίσως δεν έχει καμία ψυχική ή άλλη δύναμη, και πως εκείνη η μεγάλη ώρα που θα του επέτρεπε να αναδείξει την αξία του, δεν θα έρθει ποτέ.
Η διαρκής αποτυχία που συνοδεύει τις προσπάθειές του έχει φέρει την αμφιβολία και την αμφισβήτηση∙ τον έχει οδηγήσει να αμφισβητεί ακόμη κι ο ίδιος την προσωπική του αξία και τις ικανότητές του, προκαλώντας ένα ισχυρό εσωτερικό ρήγμα που θα υπονομεύσει ακόμη περισσότερο τη μελλοντική του στάση απέναντι στα πράγματα.
«ή ακόμα πιο φριχτό πως πέρασε χωρίς να την αναγνωρίσεις,
η κοπέλλα του αντικρινού σπιτιού που τρέχει βιαστική στο
—ραντεβού της
χωρίς να σου ρίχνει ούτε ένα βλέμμα.»
Η υποψία πως δεν θα έρθει ποτέ η μεγάλη εκείνη ώρα που θα του έδινε την ευκαιρία να αναδείξει τις δυνατότητές του, εναλλάσσεται με την ακόμη φρικτότερη σκέψη πως ίσως εκείνη η ώρα πέρασε ήδη χωρίς ο ίδιος να την αντιληφθεί∙ πως ήρθε και παρήλθε χωρίς εκείνος να το καταλάβει καν, αφήνοντάς τον πλέον με την επίγνωση πως δεν θα έχει πια μια δεύτερη ευκαιρία στη ζωή του και πως το μόνο που του απομένει είναι να βλέπει τον εαυτό του να οδηγείται στην αναπόφευκτη παρακμή. Όλες του οι δυνατότητες θα απομείνουν ανεκμετάλλευτες και σταδιακά θα χαθούν, όπως θα χαθεί κι ο ίδιος, έχοντας όμως μέχρι τέλους ως συνοδό την επώδυνη σκέψη πως παρέμεινε αδίκως στην αφάνεια, ενώ είχε τόσα να προσφέρει.
Η ασημαντότητά του, ωστόσο, την οποία υποψιάζεται αλλά δεν θέλει να την αποδεχτεί, πιστοποιείται κι από το γεγονός ότι η κοπέλα του αντικρινού σπιτιού -που προφανώς έχει τραβήξει τη δική του προσοχή- περνά από δίπλα του, χωρίς να του ρίχνει ούτε ένα βλέμμα, σαν να του επισημαίνει πως δεν υπήρξε και πως δεν θα γίνει ποτέ άξιος προσοχής.
«Τα όνειρα, α, τα όνει-
ρα που όσο πιο ακατόρθωτα είναι
τόσο τους δίνεσαι με πιο μεγάλη λύσσα, οι αμαρτίες που φο-
βάσαι, οι αγνότητες που δεν μπορείς»
Πλάι στις άλλες του απογοητεύσεις ο άνθρωπος που αναγκάζεται να ζει γνωρίζοντας πως απέτυχε να αποκτήσει οικονομική ισχύ και πως απέτυχε να αξιοποιήσει τις δυνατότητές του, έχει να αντιμετωπίσει και τα εγγενή εκείνα ελαττώματά του που του προκαλούν επιπλέον ταλαιπωρίες, καθώς τον οδηγούν σε ανώφελες δράσεις ή τον αποτρέπουν από άλλες επιθυμητές. Έτσι, ενώ μοιάζει να δίνεται με λύσσα στο κυνήγι ονείρων που είναι εμφανώς ανεπίτευκτα, φοβάται να ενδώσει σ’ εκείνες τις αμαρτίες που επιθυμεί περισσότερο. Σπαταλά τις δυνάμεις του σε όνειρα που αδυνατεί να επιτύχει, μα συνάμα κρατιέται μακριά από εκείνες τις ένοχες απολαύσεις ή εκείνες τις -άνομες ίσως- πράξεις που του είναι ωστόσο τόσο επιθυμητές. Κι ενώ φαίνεται να τον φοβίζουν ορισμένες αμαρτίες, δεν παύει -εντελώς αντιφατικά αλλά απολύτως ανθρώπινα- να μην είναι σε θέση να τηρήσει κάποιες αγνότητες.
«η σκέψη, πως, εκεί, να, πίσω από τη γωνιά του δρόμου σε
προσμένουν
όλα τα ενδεχόμενα, ενώ δε συναντάς παρά το ίδιο γαλακτο-
πωλείο–
την έμαθες της ζωή σου, χρόνια τώρα.»
Ό,τι διατρέχει, άλλωστε, σταθερά τη ζωή του, και της δίνει εντέλει κάποιο νόημα, είναι η σταθερή πεποίθηση πως από στιγμή σε στιγμή, «από μέρα σε μέρα», θα του αποκαλυφθούν και θα καταστούν εφικτά όλα εκείνα τα θελκτικά ενδεχόμενα που κρύβει ο ανθρώπινος βίος. Συνεχίζει επίμονα να ελπίζει πως η προσδοκώμενη ευτυχία δεν είναι -δεν μπορεί να είναι- πολύ μακριά ακόμη. Ίσως, μάλιστα, να τον περιμένει πίσω από τη γωνία του δρόμου∙ έστω κι αν τελικά το μόνο που συναντά σ’ εκείνη τη γωνία δεν είναι τίποτε περισσότερο από το ίδιο γαλακτοπωλείο.
Η ίδια ελπίδα, η ίδια ακατάλυτη προσδοκία πως η ζωή θα ενδώσει τελικά στην τόσο έντονη επιθυμία του και θα του προσφέρει μια ευκαιρία και μιαν ανέλπιστη δικαίωση. Μια ελπίδα, όμως, που επιμένει να συντηρείται παρά το πλήθος των ενδείξεων πως είναι τελείως ουτοπική, αφού ήδη χρόνια τώρα το μόνο που του προσφέρει η ζωή -και μάλιστα αφειδώς- είναι διαψεύσεις και απογοητεύσεις.
Έτσι κάθε μέρα ξυπνάς με την πικρή αόριστη απόφαση:
αν έπεφτα απ’ το παράθυρο;
Και κάθε βράδι κοιμάσαι μ’ έναν θησαυρό: αυτή την πολυ-
σήμαντη αυριανή σου μέρα.
Η απογοήτευση έχει εύλογα εισέλθει βαθιά στην ψυχή του, γι’ αυτό και η πρώτη σκέψη κάθε μέρα που ξυπνά είναι πως ίσως η απάντηση στις συνεχιζόμενες διαψεύσεις που βιώνει είναι να θέσει ο ίδιος τέρμα στη ζωή του και να απαλλαγεί έτσι διαμιάς από το βάρος των αποτυχιών του. Σκέψη θεμιτή αφού κατά βάθος γνωρίζει καλά πως όσο κι αν ελπίζει, το μόνο που τον περιμένει είναι ακόμη περισσότερες πίκρες κι ακόμη περισσότερες αρνήσεις σε όσα προσδοκά. Ωστόσο, σε πείσμα της πραγματικότητας που ζει καθημερινά, κάθε βράδυ πέφτει για ύπνο με έναν πολύτιμο θησαυρό στην ψυχή του∙ την πολυσήμαντη αυριανή μέρα, που ίσως να του προσφέρει τελικά κάτι από εκείνα που επιθυμεί: μια ευκαιρία, ένα κατόρθωμα -έστω και ασήμαντο, μια ελάχιστη ένδειξη πως βρίσκεται κάπως πιο κοντά στην πραγμάτωση ενός του ονείρου.
Μοιάζει παράδοξο το πώς ένας άνθρωπος επιμένει να ελπίζει, ακόμη κι όταν είναι απολύτως σαφές πως δεν υπάρχει κανένα περιθώριο βελτίωσης των συνθηκών της ζωής του, μα είναι εν τέλει αυτή ακριβώς η προσδοκία του ανέλπιστου που επιτρέπει σε πολλούς ανθρώπους να αντέχουν ακόμη.
[Τάσος Λειβαδίτης, Ποίηση, Τόμος Πρώτος, Εκδόσεις Κέδρος]
*
©Κωνσταντίνος Μάντης, Στάχτες 29.02.2016
[ορθολογισμός ·
05/02/2018 § 1 σχόλιο
Ο ορθολογισμός του Immanuel Kant (1724-1724)

«Η επανάσταση ενός πνευματικού λαού της οποίας στις ημέρες μας γινόμαστε μάρτυρες, μπορεί να επιτύχει ή να αποτύχει, μπορεί να παρεκτραπεί σ΄αθλιότητα και εγκλήματα, ώστε κάθε καλόπιστος άνθρωπος, έαν εσκόπευε να την επαναλάβει γι΄άλλη μια φορά, δεν θα τολμούσε υπ΄αυτές τις συνθήκες να επιχειρήσει εκ νέου αυτό το πείραμα. Αυτή η επανάσταση λέγω, εμπνέει σε όλους τους θεατές, που δεν λαμβάνουν ενεργώς μέρος, ένα αίσθημα συμμετοχής που δημιουργεί ο ενθουσιασμός που προέρχεται από την ηθική και μόνο φύση του ανθρωπίνου γένους.» [Immanuel Kant:«Περί της διαμάχης των σχολών» -‘Der Streit der Facultäten’- 1793]
Ο ορθολογισμός (ή ρασιοναλισμός) είναι η συνολική φιλοσοφική κατεύθυνση που αποδέχεται ως γνώμονα και αφετηρία της γνώσεως τη λογική σκέψη. Από την περίοδο του Διαφωτισμού ο ορθολογισμός συνδέεται συνήθως με την εισαγωγή των μαθηματικών μεθόδων στη φιλοσοφία, αρχικά με το έργο των Ντεκάρτ, Λάιμπνιτς και Σπινόζα.
Ο ορθολογισμός συχνά έρχεται σε αντιπαράθεση με τον εμπειρισμό. Στη πράξη οι απόψεις αυτές δεν αποκλείονται αμοιβαία, αφού για παράδειγμα η φιλοσοφία της επιστήμης είναι και ορθολογιστική και εμπειρική. Αν τραβηχτεί όμως στα άκρα ο εμπειρισμός θεωρεί ότι όλες οι ιδέες προέρχονται από την εμπειρία, είτε μέσω των πέντε εξωτερικών αισθήσεων, είτε μέσω των εσωτερικών αισθήσεων όπως ο πόνος και η ευχαρίστηση, και επομένως ότι η γνώση βασίζεται ουσιαστικά στην εμπειρία. Αντίστοιχα κάποιες εκδοχές ορθολογισμού υποστηρίζουν ότι ξεκινώντας με βασικές θεμελιώδεις αρχές, όπως τα αξιώματα της γεωμετρίας, θα μπορούσε κανείς να αντλήσει απαγωγικά το σύνολο ολόκληρης της δυνατής γνώσης.
Οι ορθολογιστές του δεκάτου ογδόου αιώνα, με επικεφαλής τον Ιμάνουελ Καντ, (σημείωση: τον θεωρούμε και ως ιδεαλιστή) προέκτειναν τις υποσημειώσεις στον Πλάτωνα ξαναδίνοντας έμφαση στη λογική. Μα εκεί που ο Λοκ θα έλεγε ότι η εμπειρία είναι η μόνη κιμωλία που γράφει πάνω στην «κενή πλάκα», ο Καντ και οι ορθολογιστές συμβαδίζουν με τον Πλάτωνα υποστηρίζοντας ότι και η λογική αφήνει εντυπώσεις στην «πλάκα». Εκεί που οι εμπειριστές επιδιώκουν να δοκιμάσουν κάτι για να δουν αν λειτουργεί και μετά να το βελτιώσουν βασιζόμενοι στα αποτελέσματα, οι ορθολογιστές εξετάζουν το πώς λειτουργούν τα πράγματα εξ αρχής. Πίστευαν ότι η μία μορφή γνώσης οδηγεί στην άλλη και ότι ήταν δυνατό να βρεθεί ένας τρόπος να ενοποιηθεί όλη η γνώση.
Ο Καντ αναγνώριζε ότι και η λογική έχει τα όρια της. Στο διάσημο έργο του Κριτική του Καθαρού Λόγου εξηγούσε τη θεωρία του ότι ο κόσμος είναι χωρισμένος σε φαινομενικό (αυτά που αισθανόμαστε, ο κόσμος όπως παρουσιάζεται σε εμάς) και σε υπεραισθητό (ο κόσμος όπως ακριβώς είναι). Ακούγεται σαν μια ακόμη… υποσημείωση στον Πλάτωνα!
Ο Καντ υποστήριζε ότι τα πράγματα υπάρχουν με ένα συγκεκριμένο, σίγουρο τρόπο, αλλά το μόνο που εμείς μπορούμε να γνωρίζουμε είναι οι εμφανίσεις τους. Ανεξάρτητα από το αν κοιτάς άτομα, βράχους, σχέσεις ή κοινωνίες, μπορείς να τα παρατηρείς από διάφορες οπτικές γωνίες. Για παράδειγμα, κοιτάς έξω από το παράθυρο ένα δέντρο. Τώρα κάνε το ίδιο τα μεσάνυχτα. Δοκίμασε ξανά μια βροχερή ημέρα. Μετά χρησιμοποίησε μια συσκευή υπέρυθρων ακτινών για να το παρατηρήσεις. Φαντάσου πώς φαίνεται σε μια νυχτερίδα ή έναν ελέφαντα ή σε έναν άνθρωπο που πάσχει από αχρωματοψία. Ποια είναι η πραγματική εικόνα του δέντρου; Μία από τις παραπάνω; Καμία από αυτές; Ο Καντ θα υποστήριζε ότι είναι το άθροισμα όλων των πιθανών τρόπων συν τους μη αντιληπτούς τρόπους όπως είναι ο υπεραισθητός τρόπος. Άρα το «πράγμα καθ’ εαυτό», όπως είναι πραγματικά δηλαδή, είναι πολύ πλουσιότερο, βαθύτερο και πληρέστερο από οποιαδήποτε συγκεκριμένη φαινομενική αναπαράσταση του. Η λογική μας μπορεί να μας πληροφορήσει μόνο για τον φαινομενικό κόσμο.
«Η λογική δεν μας διδάσκει βέβαια τίποτα για τα πράγματα καθ’ εαυτά. Μας καθοδηγεί μόνο σε ό,τι αφορά τη δική της πλήρη και υψηλή χρήση στο πεδίο της πιθανής εμπειρίας. Μα αυτό είναι όλο όσο μπορεί να είναι λογικά επιθυμητό στην παρούσα περίσταση και με το οποίο έχουμε λόγους να είμαστε ικανοποιημένοι». – Immanuel Kant
Είναι σημαντικό να έχουμε στο μυαλό μας ότι η παρούσα αντίληψη είναι απλά ένας τρόπος για να βλέπει κανείς τα πράγματα και όσες περισσότερες αντιλήψεις διερευνήσουμε, τόσο θα βελτιωθεί η κατανόηση μας. Το έργο του Καντ μας προειδοποιεί να αποφεύγουμε να ορίζουμε κατηγορίες και να κάνουμε κρίσεις, γιατί είναι δύσκολο να γνωρίζουμε ποια κατηγορία ή κρίση αντιπροσωπεύει πραγματικά το αντικείμενο ή τον τρόπο με τον οποίο το παρατηρούμε. Η Αναΐς Νιν συμπύκνωσε αυτή την ιδέα όταν έγραψε: «Δεν βλέπουμε τα αντικείμενα όπως πραγματικά είναι, τα βλέπουμε όπως είμαστε εμείς».
Ο Καντ και η Ηθική
Η θεωρία του Καντ περί ηθικής είναι επίσης πολύ σημαντική για τη φιλοσοφική συμβουλευτική. Ο Καντ ανήκε στη δεοντολογική (βασισμένη σε κανόνες) σχολή σκέψης, σε αντίθεση με την τελεολογική σχολή ή αλλιώς τη σχολή των συνεπειών, σύμφωνα με την οποία οι πράξεις είναι σωστές ή λανθασμένες κρινόμενες εκ του αποτελέσματος. Για τους οπαδούς της τελεολογίας, ο Ρομπέν των Δασών είναι ήρωας γιατί, στην ουσία, οι σκοποί του (να δίνει στους φτωχούς) αγίαζαν τα μέσα που χρησιμοποιούσε (να κλέβει από τους πλούσιους). Οι οπαδοί της δεοντολογίας, σαν τον Καντ, από την άλλη, πιστεύουν ότι ο νόμος είναι νόμος και η κλοπή είναι κάτι κολάσιμο. Θα έβαζαν τον όποιον Γιάννη Αγιάννη φυλακή επειδή έκλεψε ένα καρβέλι ψωμί, ανεξάρτητα από την πεινασμένη γυναίκα και τα παιδιά του.
Η δύναμη της δεοντολογικής σχολής είναι ότι υπάρχει ένα βιβλίο κανόνων (είτε είναι η Βίβλος, το Κοράνι, το εγχειρίδιο των Προσκόπων είτε είναι το προσωπικό χειρόγραφο του καθενός) για να συμβουλευτείς, εάν προσπαθείς να βρεις τον σωστό δρόμο. Είναι συνήθως εύκολο να συμφωνήσεις στους βασικούς κανόνες. Το μειονέκτημα είναι ότι σ’ ένα καθορισμένο σύνολο κανόνων θα υπάρχουν πάντα οι εξαιρέσεις (η ανθρωποκτονία σε αυτοάμυνα και η θανατική ποινή είναι ευρέως αποδεκτές παρά την εντολή «Ου φονεύσεις»), και δεν είναι ποτέ εύκολο να συμφωνήσεις ποιες είναι οι εξαιρέσεις. Από την άλλη, με την ηθική των συνεπειών, δεν γνωρίζεις ποτέ τι είναι σωστό ή λάθος μέχρι να γνωρίσεις το αποτέλεσμα, κάτι που κάνει τον μελλοντικό προγραμματισμό δύσκολο. Η δύναμη της είναι η ελαστικότητα και η ανεκτικότητα.
Σε ένα επίπεδο, βοηθάει το να γνωρίζουν τα άτομα ποιο είδος ηθικού συστήματος ακολουθούν και ποιο θαυμάζουν. Ο Καντ προχωρεί ένα βήμα παραπέρα από αυτό, προσθέτοντας έναν ασυνήθιστο κανόνα για κάποιον που ασπάζεται τη δεοντολογία. Πίστευε ότι μπορεί κανείς και θα έπρεπε να θέτει σε δοκιμασία τις αποφάσεις του ως προς την αγνότητα και ηθική υγεία τους και περιέγραψε ένα πείραμα σκέψης το οποίο ονόμασε «κατηγορική προσταγή», για να μας βοηθήσει να κάνουμε ακριβώς αυτό. Όταν αναρωτιόμαστε για έναν τρόπο δράσης, ρωτάμε τους εαυτούς μας: «Θα ήθελα όλοι οι άλλοι, εάν ήταν στη θέση μου, να κάνουν το ίδιο πράγμα;»
Εάν η απάντηση είναι ναι, τότε βρισκόμαστε στο σωστό μονοπάτι. Εάν η απάντηση είναι όχι, τότε δεν πρέπει να κάνουμε ούτε εμείς κάτι τέτοιο. Για παράδειγμα, μπορείτε εύκολα να φανταστείτε μια περίσταση κατά την οποία θα είχατε όφελος εάν λέγατε ψέματα, δεν θα θέλατε όμως όλοι να λένε ψέματα, οπότε δεν θα έπρεπε ούτε και εσείς να πείτε ψέματα.
«Δεν θα δράσω με άλλο τρόπο παρά έτσι που να μπορούσα να επηρεάσω ώστε το αξίωμά μου να γίνει καθολικός νόμος».
Immanuel Kant
Πηγές: Πλάτωνας κι όχι Πρόζακ εκδ. Λιβάνη – Wikipedia
[όλος για να υπάρχω μ’ εσένα·
04/02/2018 § Σχολιάστε
Δ.Ι. Αντωνίου (1906-1994)

Ω, πες μου αν δεν πιστεύεις ακόμη τα φαντάσματα!
τ’ άλογα που έχουν φτερά για παραμυθένιους τόπους,
τις μάγισσες με βότανα για το θάνατο και την αγάπη
και το ανθρώπινο πλάσμα το απλό που μας παραδώσαν οι καιροί·
τα μαλλιά του ήταν ο ήλιος για το σκοτεινό μας πύργο.
Mα τί λέω! Eσύ δεν είσαι ξανθή και τώρα
όταν σε κοιτάζω είσαι η νύχτα μου
έτσι για να σου πω απόψε:
Eδώ ‘μαι, αφού το θέλησες
όλος για να υπάρχω μ’ εσένα·
δες αυτό το χέρι κρατάει
στον αγώνα του τη μοίρα
τα βουνά μετατοπίζει
κι άστρα παιγνίδια στα χέρια σου απιθώνει…
*
[από τα Ποιήματα, Eρμής 1998 via Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού]







