«Α, ρε Λαυρέντη, εγώ που μόνο το ‘ξερα τι κάθαρμα ήσουν»
19/11/2017 § Σχολιάστε
(Εγώ, μια ολόκληρη ζωή μες στη σιωπή θα την εξαγοράσω
πολύ ακριβά κι όχι με τίμημα το θλιβερό σου το σαρκίο)
Επιτύμβιον
Πέθανες — κι έγινες και συ: ο καλός.
Ο λαμπρός άνθρωπος, ο οικογενειάρχης, ο πατριώτης.
Τριάντα έξι στέφανα σε συνοδέψανε, τρεις λόγοι αντιπροέδρων,
εφτά ψηφίσματα για τις υπέροχες υπηρεσίες που προσέφερες.
Α, ρε Λαυρέντη, εγώ που μόνο το ‘ξερα τι κάθαρμα ήσουν,
τι κάλπικος παράς, μια ολόκληρη ζωή μέσα στο ψέμα.
Κοιμού εν ειρήνη δε θα ‘ρθω την ησυχία σου να ταράξω.
(Εγώ, μια ολόκληρη ζωή μες στη σιωπή θα την εξαγοράσω
πολύ ακριβά κι όχι με τίμημα το θλιβερό σου το σαρκίο).
Κοιμού εν ειρήνη. Ως ήσουν πάντα στη ζωή: ο καλός,
ο λαμπρός άνθρωπος, ο οικογενειάρχης, ο πατριώτης.
Δε θα ‘σαι ο πρώτος ούτε δα κι ο τελευταίος.
Μανόλης Αναγνωστάκης
«Φοβάμαι τους ανθρώπους που εφτά χρόνια έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι…»
19/11/2017 § Σχολιάστε
Και μια ωραία πρωΐα –μεσούντος κάποιου Ιουλίου– βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας
«Δώστε τη χούντα στο λαό»
Φοβάμαι
τους ανθρώπους που εφτά χρόνια
έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι
και μια ωραία πρωΐα –μεσούντος κάποιου Ιουλίου–
βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας
«Δώστε τη χούντα στο λαό».
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που με καταλερωμένη τη φωλιά
πασχίζουν τώρα να βρουν λεκέδες στη δική σου.
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που σου έκλειναν την πόρτα
μην τυχόν και τους δώσεις κουπόνια
και τώρα τους βλέπεις στο Πολυτεχνείο
να καταθέτουν γαρίφαλα και να δακρύζουν.
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που γέμιζαν τις ταβέρνες
και τα ‘σπαζαν στα μπουζούκια
κάθε βράδυ
και τώρα τα ξανασπάζουν
όταν τους πιάνει το μεράκι της Φαραντούρη
και έχουν και «απόψεις».
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που άλλαζαν πεζοδρόμιο όταν σε συναντούσαν
και τώρα σε λοιδορούν
γιατί, λέει, δεν βαδίζεις στον ίσιο δρόμο.
Φοβάμαι, φοβάμαι πολλούς ανθρώπους.
Φέτος φοβήθηκα ακόμα περισσότερο.
Μανόλης Αναγνωστάκης
[πολιτισμός στην πράξη·
18/11/2017 § Σχολιάστε
2..

φωτογραφίες ©Ρουβήμ Καρασάββας στη dimokratiki.gr
Η χωματερή του Αγίου Ιωάννη στις Φάνες
Σε μόνιμη πληγή τείνει να εξελιχθεί το ζήτημα με τις παράνομες χωματερές στη Ρόδο, που ξεφυτρώνουν η μία μετά την άλλη.
Ο γνωστός φυσιολάτρης – φωτογράφος κ. Ρουβήμ Καρασάββας, που έχει αναδείξει πολλές φορές θέματα του είδους, χθες εξέπληξε με αναρτήσεις του στο facebook με τις οποίες αποτυπώνεται με τον πλέον ωμό τρόπο το περιβαλλοντικό έγκλημα πέριξ του ιερού ναού του Αγίου Ιωάννη στις Φάνες.
«Αϊ Γιάννης ο σκουπιδιάρης ή προστάτης της χωματερής…
Θα ξεκινήσω με ένα θέμα που με καίει… θα προσπαθήσω να είμαι… ευγενικός… Ανεβαίνοντας στο βουνό έκανα μια παράκαμψη προς το εξωκλήσι του Αϊ Γιάννη του σκουπιδιάρη ή προστάτη της χωματερής – έτσι θα τον ονομάζω τώρα – το θέαμα; Καταπληκτικό, τα καμένα λάδια ρέουν σαν… γάργαρο μύρο πηγής… τα λογής, λογής σκουπίδια στολίζουν την περιοχή και αναδύουν υπέροχες μυρωδιές… Τα κατσικάκια και τα προβατάκια βόσκουν μέσα σε αυτά δημιουργώντας την αίσθηση ότι βρίσκεσαι κάπου στον Παράδεισο… τα δέντρα αργοπεθαίνουν αλλά είναι δυστυχώς ακόμα εκεί τα άτιμα… και ο Δήμος αγρόν αγοράζει…», αναφέρει στην ανάρτησή του ο κ. Καρασάββας.
Δείτε τις φωτογραφίες που μιλούν από μόνες τους, στη dimokratiki.gr >
[T r a c t ·
15/11/2017 § Σχολιάστε
William Carlos Williams (1883 – 1963)

I will teach you my townspeople
how to perform a funeral–
for you have it over a troop
of artists–
unless one should scour the world–
you have the ground sense necessary.
See! the hearse leads.
I begin with a design for a hearse.
For Christ’s sake not black–
nor white either–and not polished!
Let it be weathered–like a farm wagon–
with gilt wheels (this could be
applied fresh at small expense)
or no wheels at all:
a rough dray to drag over the ground.
Knock the glass out!
My God–glass, my townspeople!
For what purpose? Is it for the dead
to look out or for us to see
how well he is housed or to see
the flowers or the lack of them–
or what?
To keep the rain and snow from him?
He will have a heavier rain soon:
pebbles and dirt and what not.
Let there be no glass–
and no upholstery, phew!
and no little brass rollers
and small easy wheels on the bottom–
my townspeople what are you thinking of?
A rough plain hearse then
with gilt wheels and no top at all.
On this the coffin lies
by its own weight.
No wreaths please–
especially no hot house flowers.
Some common memento is better,
something he prized and is known by:
his old clothes–a few books perhaps–
God knows what! You realize
how we are about these things
my townspeople–
something will be found–anything
even flowers if he had come to that.
So much for the hearse.
For heaven’s sake though see to the driver!
Take off the silk hat! In fact
that’s no place at all for him–
up there unceremoniously
dragging our friend out to his own dignity!
Bring him down–bring him down!
Low and inconspicuous! I’d not have him ride
on the wagon at all–damn him–
the undertaker’s understrapper!
Let him hold the reins
and walk at the side
and inconspicuously too!
Then briefly as to yourselves:
Walk behind–as they do in France,
seventh class, or if you ride
Hell take curtains! Go with some show
of inconvenience; sit openly–
to the weather as to grief.
Or do you think you can shut grief in?
What–from us? We who have perhaps
nothing to lose? Share with us
share with us–it will be money
in your pockets.
————————Go now
I think you are ready.
*
Copyright © 1962 by William Carlos Williams
poets.org











