plaisir: Works of Art
15/06/2017 § Σχολιάστε
Επονείδιστη κι αδούλωτη Νεοελληνική Ποίησις

Αν δεν μπορείτε να συγκρατηθείτε και επιθυμείτε να δείτε το εν λόγω έργο τέχνης σε όλο του το Μεγαλείο πατήστε ε δ ώ
Η διαχείριση του Αρχείου Καβάφη [4]
13/06/2017 § Σχολιάστε
Οι χήρες του Καβάφη

Το ιστορικό και τα αίτια αυτής της διαμάχης έχουν δημοσιευθεί και σχολιασθεί ποικιλοτρόπως στο Athens Review of books, σε εφημερίδες και σε ιστοτόπους
Του Γιώργη Γιατρομανωλάκη στο Βήμα
Μας έχει διασωθεί μια συζήτηση ανάμεσα σε γνωστό εκδότη (δεν βρίσκεται πλέον στη ζωή) και σε κάποιους μελετητές και ερευνητές της νεότερης λογοτεχνίας μας. Θέμα της συζήτησης οι χήρες των λογοτεχνών (διασήμων και μη) και η επιμονή πολλών από αυτές να διαχειρίζονται το αρχείο των νεκρών συζύγων τους κατά το δοκούν. Κάποιες προέβαλλαν παράλογες απαιτήσεις, οικονομικού κυρίως χαρακτήρος. Αλλες προέτασσαν λόγους προσωπικούς, άλλες έδειχναν αδικαιολόγητη καχυποψία κ.λπ. Ο εκδότης άκουγε σιωπηλός τους συνομιλητές του και, σαν τελείωσαν οι καταγγελίες και τα παράπονα, γύρισε και τους είπε: «Καλά. Παραπονιέστε εσείς, που έχετε να κάνετε με μια χήρα. Τι να πω κι εγώ που πρέπει να αντιμετωπίζω όλες τις χήρες του καβάφη»!
Αυτή η παλαιά ιστορία φαίνεται να επαναλαμβάνεται στις μέρες μας, καθώς τους τελευταίους μήνες έχει ξεσπάσει μια αχρείαστη και καθόλου κολακευτική διαμάχη ανάμεσα στους νέους κτήτορες του αρχείου καβάφη, δηλ. το Ιδρυμα Ωνάση, και σε παλαιούς μαθητές και συνεργάτες του Γ. Π. Σαββίδη, όπως και σε μελετητές του ποιητή. Θυμίζω ότι μετά τον θάνατο του Σαββίδη η κυριότητα του αρχείου περιήλθε στους κληρονόμους του, οι οποίοι το πούλησαν στο Ιδρυμα.
Το ιστορικό και τα αίτια αυτής της διαμάχης έχουν δημοσιευθεί και σχολιασθεί ποικιλοτρόπως στο Athens Review of books, σε εφημερίδες και σε ιστοτόπους. Κρίσιμο σημείο της διαμάχης υπήρξαν δύο εξώδικες επιστολές, η μία από τους κληρονόμους του αρχείου, η δεύτερη από το Ιδρυμα Ωνάση προς τον Μιχάλη Πιερή, μαθητή και συνεργάτη του Σαββίδη. Αιτία: ο Πιερής το καλοκαίρι του 2016 δημοσιεύει στο περιοδικό Κονδυλοφόρο τον «Αναλυτικό και ειδολογικό Κατάλογο του αρχείου καβάφη», έργο που συνυπογράφεται και από τον Σαββίδη. Αλλωστε η ιδέα, η μέθοδος, η αρχική ταύτιση του περιεχομένου κάθε χειρογράφου και η συνθηματική τιτλοφόρησή του ανήκαν σε αυτόν. Αποτέλεσμα των εξωδίκων: ο Κονδυλοφόρος (με τον «Κατάλογο) αποσύρεται από την κυκλοφορία. Το κλίμα βαρύνεται περισσότερο όταν τον Νοέμβριο του 2016 η Νταϊάνα Χάας και η Ρενάτα Λαβανίνι, οι οποίες από την εποχή του Σαββίδη ετοιμάζουν εκδόσεις για τα καβαφικά αυτοσχόλια και τα 154 ποιήματα και τις παραλλαγές τους, λαμβάνουν επιστολές από το Ιδρυμα με τις οποίες τους ζητούν να παραδώσουν όσα τμήματα του αρχείου έχουν στην κατοχή τους «έστω και αν είναι φωτογραφίες ή άλλου είδους αντίγραφα…». Μάλιστα, το Ιδρυμα σε επιστολή του στην Χάας αντιτίθεται σε οποιαδήποτε δημοσίευση σχετίζεται με το αρχείο, ακόμη και αν η σχετική εργασία είχε αρχίσει πριν από την απόκτηση του αρχείου. Η συγκατάθεσή του για τυχόν δημοσίευση «δίδεται ή όχι ανάλογα με την αξία της = on the basis of its merits»! Με απλά ελληνικά: αν μας αρέσει η υπό δημοσίευση εργασία λέμε ναι. Αλλιώς λέμε όχι!
Στο «Βήμα» της περασμένης Κυριακής (30/4/17) η Λαμπρινή Κουζέλη συνόψισε με τρόπο, πιστεύω, σαφή και αντικειμενικό το χρονικό της διαμάχης περί το αρχείο. Επιπλέον, έδωσε βήμα τόσο στον Μ. Πιερή όσο και στους υπευθύνους του Ιδρύματος να εκθέσουν τις απόψεις τους. Τι προέκυψε από αυτή την έρευνα; Το Ιδρυμα αρνήθηκε κατηγορηματικά πως έχει οποιαδήποτε πρόθεση να χειραγωγήσει τις καβαφικές έρευνες, όπως αρχικά διαφάνηκε τόσο από τις εξώδικες επιστολές προς τον Πιερή όσο και από τις επιστολές προς τη Χάας και τη Λαβανίνι. Ο Πιερής επανέλαβε τη θέση του: ο Κατάλογος είχε αρχίσει να συντάσσεται πολύ προτού πεθάνει ο Σαββίδης. Μάλιστα, προτού ακόμη πουληθεί το αρχείο, ο Κατάλογος ήταν έτοιμος να κυκλοφορήσει. Η έκδοση σταμάτησε επί του πιεστηρίου. Μετά ήρθε το Ιδρυμα και τα εξώδικα. Αποτέλεσμα: μέσα στο 2017 το Ιδρυμα δημοσιοποιεί ηλεκτρονικά τον Κατάλογο, όπως είχε πλέον οριστικοποιηθεί από τον Πιερή. Η μόνη πρωτοτυπία ήταν να αφαιρεθούν κάποιοι αστερίσκοι από ορισμένα λήμματα που εδήλωναν ότι το σχετικό λήμμα αφορούσε δημοσιευμένο ή μη υλικό! Για την ιστορία, σήμερα κυκλοφορούν τέσσερις (4) Κατάλογοι του αρχείου!
Δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κάποιος την αιτία της διαμάχης. Μολονότι το αρχείο πουλήθηκε στο Ιδρυμα, στα χέρια των τριών συνεργατών του Σαββίδη παρέμεναν εργασίες in progress. Τα πνευματικά δικαιώματα των εργασιών αυτών δεν ανήκουν στο Ιδρυμα. Αλλωστε τα πνευματικά δικαιώματα, ακόμη και στο πρωτότυπο έργο του καβάφη, έχουν πάψει να ισχύουν. Κατά τους νομικούς, τα όποια πνευματικά δικαιώματα δημιουργούνται στο εξής «αφορούν την επιμέλεια ή τον σχολιασμό μελετητών στο έργο του [καβάφη]» («Βήμα», ο.π.). Αυτό σίγουρα το γνωρίζει το Ιδρυμα.
Η παρούσα αναγκαστικά απλοποιημένη ιστορία του αρχείου έχει, όπως φαίνεται, και άλλες παραμέτρους. Αρχικά το Ιδρυμα έδειξε μια νεοπλουτίστικη επιδειξιομανία όταν απέκτησε το αρχείο. Είδαμε χαρωπές διαφημίσεις στα μέσα μαζικής συγκοινωνίας και εκκωφαντικές αναγγελίες για μια νέα, πρωτοπόρα, ριζοσπαστική ερμηνεία του ποιητή. Οργανώθηκαν φιλολογικές φιέστες όπου οι νεοεμφανιζόμενοι avant – garde Cavafistas έθαψαν όλους τους πριν από αυτούς καβαφιστές. Υπό την σκέπη του Ιδρύματος.
Εν κατακλείδι: το υλικό σώμα του αρχείου ανήκει στο Ιδρυμα Ωνάση. Ομως τόσο ο Κατάλογος, όσο και οι αναμενόμενες εργασίες της Χάας και της Λαβανίνι δεν είναι μέρος του αρχείου. Τουναντίον: είναι εργασίες που συνιστούν νέα πνευματικά δικαιώματα. Ας φρόντιζε το Iδρυμα! Ας ήλεγχε τι αγόραζε. Τώρα τι σκέπτεται να κάνει; Θα αντιδράσει με εξώδικα; Θα ακούσει τους Cafavistas; Το Ιδρυμα Ωνάση, σοβαρό καθ’ όλα, υπηρετεί πολλαπλώς τον χειμαζόμενο ελληνικό λαό. Τα γράμματα. Τις τέχνες. Στην προκειμένη περίπτωση έχει διαπράξει λάθη. Εχει τη θέληση και το θάρρος να τα διορθώσει; Θα αποδείξει έτσι ότι δεν είναι μια νεόκοπη χήρα του Κ. Π. καβάφη.
Η διαχείριση του Αρχείου Καβάφη [1]
Η διαχείριση του Αρχείου Καβάφη [2]
Η διαχείριση του Αρχείου Καβάφη [3]
[«Να παίξουμε τον γιατρό. Θέλεις;»
12/06/2017 § Σχολιάστε
Χρύσα Φάντη, Της Μισέλ
Πίσω σας το βουνό. Αριστερά το ποτάμι. Πιο πέρα; Ο βούρκος;
Βούρλα, σάπιοι πάσσαλοι, σπασμένα κλαδιά και βρύα. Πού αγναντεύατε όταν η Σ. έχωνε τα ποδαράκια της στον κουβά; Με τόση βροχή ο ορίζοντας δεν μπορεί παρά να ήταν κλειστός. Άρα εσείς λόφο δεν είδατε. Έφταιγε ο δρόμος που ήτανε δύσβατος; Με τη νεροποντή που είχε προηγηθεί ο κακοτράχαλος δρόμος δεν μπορεί παρά να είχε μετατραπεί σε ποτάμι. Το αμάξι με τόση λάσπη δε θα τα κατάφερνε. Ο αγοραίος σάς άφησε στο χωριό. Στο έλεος των χαμινιών που σας είχαν περικυκλώσει. Προχωρήσατε με τα ποδαράκια.
Λασπόλακκοι που θα αποδεικνύονταν απειλή μεγαλύτερη από το σκοτάδι και τα μαντρόσκυλα, κοτρόνες και πουρναρόρριζα, αγκωνάρια και βράχια. Στοιχηματίζω πως τα αδέσποτα όταν δεν γαύγιζαν, γαντζώνονταν πάνω σας.
Είπες κι εσύ ό,τι είπε τότε η μανούλα σου; Μον ντιε, κελ ντελίζ;…
Το δείλι η άμμος ήταν κόκκινη, ο ορίζοντας κόκκινος, όλος ο ατελείωτος κάμπος ήτανε κόκκινος· μόνο το απόκρημνο αβαείο που ήταν σφηνωμένο εκεί κάτω, μακριά από τη στεριά, παρέμενε σχεδόν μαύρο μέσα στην πορφύρα της μέρας που ψυχορραγούσε. *
Και; Τον είδε τελικά η Μισέλ τον παραμυθένιο της πύργο; Πώς; Όπως κι εκείνος ο άλλος; Ο συνονόματός της άγιος από το συνονόματό του βουνό; Σαν μια γκρίζα σκιά υψωμένη προς τον νεφελώδη ουρανό; Μια φανταστική αγρέπαυλη; Ένα εξαίσιο ο-νειρεμένο παλάτι;**
Μυρωδιά εντομοκτόνου, βρώμα άταφου ψοφιμιού. Οι άνθρωποι γύρω σας σκόρπιοι. Τι μπορεί μια κυρία σαν και του λόγου της να κοιτούσε; Τι μπορεί τάχα να ορεγόταν; Αρχοντικά στο μέσον του πουθενά; Ανθρώπους ακατέργαστους και ολίγον μπρουτάλ; Ξένη που απεχθανόταν ξένους, σακίδια, οχλαγωγίες. Κι επειδή απεχθανόταν κι επειδή ορεγόταν, βιαζόταν.
Στο ύψος του αρχοντικού η Μισέλ θα πρέπει να είδε το πλήθος να συσπειρώνεται.
-Είδε και τα κεριά που σχημάτιζαν εκείνο το φωτεινό ορόσημο; Τις φλόγες που έμοιαζε να μετρούν τα χρόνια της Κατερίνας πάνω σ’ εκείνη την τούρτα;
Κτισμένα παράθυρα, φρακαρισμένοι φεγγίτες. Ζωγραφιστά τζαμωτά, μαρμάρινα στρογγυλά μπαλκονάκια και καρατομημένοι ερωτιδείς, γύψινες μισογκρεμισμένες γιρλάντες. Από πότε η μανούλα σου το είχε βάλει στο μάτι; Κι εκείνα τα μαντρόσκυλα; Και τ’ αδέσποτα; Κι οι χωριάταροι; Κι η μαύρη μαυρίλα; Δεν την πτοούσαν;
Αναρτημένο στο φράχτη, εσύ πρώτη πρόσεξες το σχέδιο ενός κρεβατιού. Μπιεν βενί στην πανσιόν του Ορφέα. Ποιου Ορφέα; Ένα κρεβάτι, μαχαίρι και πιρούνι
σταυρωτά σαν παρωδία ξιφομαχίας. Η ταμπελίτσα από τσίγκο φτηνιάρικο κρεμασμένη κάτω από τον παλιό, μαρμάρινο θυρεό.
-Κι η Σ.;
-Η Σ. ένα μέτρο απόσταση από την παροπλισμένη φορτήγα του άλλου.
Στην αυλή η ανθρώπινη σπείρα γίνεται φίδι. Η Μισέλ κοντοστέκεται. Μπακάλης και χωροφύλαξ παρόντες. Ο πρώτος ρωτάει: «Κι ου άντρας ου κουμουνίσταρος; Πού τουν άφις κυρά Μισέλ;»
«Από πού είστι μαντάμ;» ρώτησε και ο άλλος.
-Δεν την ήξερε; Ο τύπος με το πηλίκιο ήταν ξενομερίτης;
Ω, η γλυκιά μητερούλα σου! Αυτά παθαίνει κανείς όταν ορέγεται σαπισμένα ντουβάρια. Εσείς, δυο θηλυκά με μπατζάκια. Η Σ. κρυμμένη πίσω από το φορτηγό. Ένα μέτρο απόσταση, όχι παραπάνω. Στα δεξιά της, ο καβάλος της εξουσίας. Αριστερά της τα βρακωμένα κανιά σας.
Αναμφίβολα λέω σας μύρισε. Είδε και τη κολλημένη σβουνιά κάτω από τα τριζάτα σκαρπίνια σας; Σας είδε να χάνεστε – κεφάλι, πλάτη, λαγόνες- καθώς ανεβαίνατε τα σκαλιά. Σας ακολούθησε; Στο τελευταίο σκαλί η Μισέλ παραπάτησε.
«Είστι καλά;» Η Ουρανία έτρεξε να της φέρει νερό.
Ήταν οι γυναίκες που στηθοκοπιόντουσαν; Τα Ερεσώτικα ιιιιιιι και τσιιιιι; Οι τσιρίδες; Το πολύωρο ταξίδι. Αυτό την κούρασε, αποφάνθηκε ο άλλος.
Μιλούσατε όμορφα, ήσασταν ντυμένες αλλιώς.
Γι αυτό εκείνος κεκέδιζε; Κι η γλώσσα του μπουρδουκλωνόταν; Γι’ αυτό κοκάλωνε και κοψομεσιαζόταν, κι οι πατσάδες του κρέμονταν σαν ξεφουσκωμένη σαμπρέλα; Κι έλεγε και ξανάλεγε για συμβόλαια… και «πα ντε σουσί Μισέλ, όλα θα γίνουν;» Κι ύστερα όλη εκείνη η φιέστα…; Τα δωμάτια έτοιμα, έτοιμες κι οι κανάτες με το νερό. Κι η Ουρανία να τρέχει να ανοίγει παράθυρα και να αλλάζει σεντόνια.
Αχ τα παλιά οικόσημα, αχ κι αυτά τα αγάλματα στη στέγη και τα μπαλκόνια. Κανονισμένα. Όλα κανονισμένα. Μετά την κηδεία θα έμπαιναν οι υπογραφές. Η ανατολική πτέρυγα κι ένα μέρος από τα χωράφια της μάνας μου, τέρμα. Θα περνούσαν στην κατοχή της δικής σου αντί πινακίου φακής. Τι φακής; Στην ανάγκη και φάβας. Αρκεί να την έβαζε ο άλλος την τζίφρα. Με τόσα χρέη; Σίγουρα θα την έβαζε.
Βράδυ προχωρημένο.
-Ναι;
-Ναι.
-Σκοτάδι;
-Πίσσα. Η Μισέλ έχει πετάξει παπούτσια και τσάντα στο πάτωμα, έχει βγάλει τα ρούχα της κι έχει πέσει στο κρεβάτι με την κιλότα. Η Σ. την κοιτά μέσα από την τρύπα της κλειδωνιάς.
-Τι διακρίνει μεσ’ απ’ την μαύρη τρύπα;
-Η Σ. ανοίγει την πόρτα, τρία βήματα στα τυφλά, σκουντουφλάει. «Να παίξουμε τον γιατρό. Θέλεις;» Τρία βήματα στα τυφλά, χώνει τα δαχτυλάκια της κάτω από το σεντόνι.
Με το ξημέρωμα η Μισέλ τη βλέπει να κάθεται στην άκρη του κρεβατιού.
-Καταλαβαίνει ότι λίγα λεπτά πριν η μικρή την ψαχούλευε; Ιδροκοπώντας την έψαχνε, κοπιωδώς της καρίκωνε μια μια τις τρυπούλες;
-Η Μισέλ γέρνει το στήθος μπροστά.
-Μπροστά;
-Ναι. Προς το μέρος της Σ.
-Αναρωτιέται αν το παιδί στα πόδια της είναι το ίδιο που είχε δει μέσα στο φορτηγό τού Θόδωρου; Αυτό που λίγο μετά την κοιτούσε μισοκρυμμένο πίσω από την καρότσα;
-Η Μισέλ τη ρωτάει: «Λοιπόν; Εσύ είσαι η Σοφία;» Η Σ. επαναλαμβάνει: «Να παίξουμε τον γιατρό. Θέλεις;»
Κάτω στη σάλα, η δική της μαμά είναι πια «του κουτιού».
_____________________
* Γκι ντε Μοπασσάν: παράφραση από τον θρύλο του όρους Σαιν-Μισέλ (Πλανόδιον, μετ. Ιωάννα Αβραμίδου)
** ο. π.
*
©Χρύσα Φάντη (απόσπασμα μυθιστόρημα «η ιστορία της Σ.», εκδόσεις Γαβριηλίδης)
φωτο©Στράτος Φουντούλης-agrimologos.com, “Τριολέ” Αλόννησος, 2009










