[για να χάσει στο τέλος, όλες τις αυταπάτες·
17/04/2017 § Σχολιάστε
Ανέστης Ευαγγέλου (1937-1994)


Ωδή σε μια γερασμένη μέδουσα
Στα βρώμικα νερά του λιμανιού
μια μέδουσα επιζεί
————————Αγκομαχώντας,
με το δυσκίνητο και πλαδαρό κορμί της,
που έχασε το γαλάζιο του και γέμισε
φριχτά σημάδια του αναπόφευκτου,
βούλες του γένους της καταραμένες,
κινείται αργά μέσ’ από τα κόπρανα
μέσ’ από προφυλαχτικά και πετρελαιοκηλίδες.
Εδώ γεννήθηκε, εδώ μεγάλωσε, εδώ έκανε
τα μαγικά ταξίδια της νεότητας
στα πέρατα του κόσμου: στον κυματοθραύστη.
Εδώ ερωτεύθηκε κι ανάστησε με τον καιρό
παιδιά κι εγγόνια για να χάσει στο τέλος,
όλες τις αυταπάτες της, μία μία,
για θάλασσες τάχα πιο καθαρές που κάπου
– δεν μπορεί – πρέπει να υπάρχουν.
Κάθε πρωί τη βλέπω δακρυσμένος,
την προσκυνώ
και τη χαϊδεύω με το βλέμμα.
Είναι γριά, είναι άσχημη και μόνη πια
μέσα στο πλαδαρό κορμί της· όμως επιμένει.
Μές στον μεγάλο υπόνομο του κόσμου
συντηρεί το είδος.
[ώ Δέσποιναι·
16/04/2017 § Σχολιάστε

Ο Γιούδας, γνωρίζοντας, πως ήταν αδύνατο να σχωρεθεί με τα δάκρυα, σαν που έκαμε κι ο Πέτρος, στοχάστηκε να φουρκιστεί και κρεμάστηκε σε μια συκιά μοναχός του, για να βρεθεί στην κόλαση, κι έτσι μαζί με τους άλλους, να λευτερωθεί κι εκείνος όντας ήθελ’ ά κατεβεί ο Χριστός στον Άδη.
Η συκιά όμως λύγισε κι έμεινε εδεκεί μισοκρεμασμένος, και δεν ξεψύχησε, παρά όντας ο Χριστός αναστήθηκε.
Η συγκεκριμένη συκιά επήρε τα εύσημα από τον Ιησού που την αγίασε μετατρέποντάς της σε δέντρο φαλλών. Κάτω από τη σκιά του δέντρου των φαλλών, υπάρχουν πάντα, λένε, κάθε φορά, τουλάχιστον δύο παρθένες οι οποίες δοξάζουν επαρκώς τους αγιασμένους φαλλούς.
Η παρούσα εικόνα αποτελεί ατράνταχτον δοκουμένδον.
[Mας είχαν ζεστά φασόλια, 1 κουραμάνα και τσιγάρα·
16/04/2017 § Σχολιάστε
Συγκινητικές μαρτυρίες από το Μέτωπο του ’40

φωτογραφία από: pheidias.antibaro.gr
Tετάρτη, 18-12-1940
Σήμερα έχουμε ήλιο αλλά ο αέρας εξακολουθεί. Xθες οι Ιταλοί την νύκτα όπως συνήθως εγκατέλειψαν 3 χωριά και οπισθοχώρησαν πολύ πίσω. Συνεπώς πρόκειται να μετακινηθούμε. Kατέβηκα στο χωριό οικονόμησα μπομπότα κι αγόρασα τραχανά. Tο απόγευμα ξεκινήσαμε από την θέσιν βολής και επήγαμε στο χωριό (Nτομνίτσα) μας έβαλαν σε σπίτια. Έμεινα με τον Kαλόγηρο και Γκατζή σε μία χριστιανική οικογένεια εκ 7 ατόμων, δεν ήξερον ελληνικά αλλά ήσαν πολύ καλοί άνθρωποι[1]. Άναψαν φωτιά, μας έδωσαν μπομπότα με κρέας και φασόλια. Έμεινα ενθουσιασμένος διότι είχα 10 ημέρες να φάγω με κουτάλι. Εκοιμήθηκα όλην νύκτα κοντά στην φωτιά πολύ καλά.
Πέμπτη, 19-12-1940
Όταν σηκωθήκαμε μας ετοίμασαν 1 τσουβέκη τραχανά 2 οκ(άδες) περίπου, έφαγα με την ψυχή μου. Aυτή η οικογένεια πολύ μας υποχρέωσε, ας είναι καλά.
Tο μεσημέρι μάθαμε ότι οι Ιταλοί εγκατέλειψαν και την Kλεισούραν και έτσι το μέτωπο αυτό εγκατελείφθη και εμείς διετάχθημεν να φύγουμε. Ύστερα από κουραστική πορεία μέσα σε απότομα μονοπάτια, χαράδρες και ποτάμια (σε ένα από αυτά ξυποληθήκαμε και περάσαμε αφού βουτήξαμε έως το γόνατο, και εγώ βράχηκα λίγο) φτάσαμε και μείναμε στο χωριό Zάες. Mας είχαν ζεστά φασόλια, 1 κουραμάνα και τσιγάρα. Tο βράδυ κοιμήθηκα με άλλους και τον Nίκο σ’ ένα εγκαταλειμμένο μαγαζί.
Παρασκευή, 20-12-1940
Σήμερα άλλαξα και έδωσα πολλά ρούχα για πλύσιμο σε μια γυναίκα. Tα λεπτά μου λιγόστευαν έχω 90 δρχ. και από αυτές θα δώσω 25 για τα ρούχα. Mένουμε εν όλω 8 άτομα, με αρχηγό τον Xατζηδάκη Θεόφ. ένα πολύ καλό παιδί, δραστήριο, ενεργητικό κ.λπ. Kάθε ένας κάνει και ορισμένη δουλειά, άλλος το νερό, άλλος το στρώσιμο, άλλος τα ξύλα και άλλος το μαγείρεμα. Συσσίτιο δεν μας δίδουν. Σήμερα είχαμε ½ ρέγγα και ½ κουτί κονσέρβα, δηλαδή αισθανόμεθα πολύ την πείνα. Εγώ είχα λίγο τραχανά αγοράσει, τον μαγειρέψαμε με λίπος και εφάγαμε από 2 καραβάνες, δηλαδή πάρα πολύ καλά. Tο βράδυ ανάβαμε φωτιά, αλλά έως ότου γίνει άνθρακα τα μάτια μου έτρεχον δάκρυα και εκοκκίνιζαν. Kοιμώμεθα στρωματσάδα και οι 8 πολύ καλά κλειστά.
Σάββατον, 21-12-1940
Σήμερα ανακαλύψαμε ένα μπακαλικάκι, επώλη 100 δρχ. το κιλό την ζάχαρι, 40 δρχ. ρίζη και 30 δρχ. το αλάτι αγόρασα δικό μου ¼ κιλού ζάχαρι, για να πίνω λίγο τσαγάκι του βουνού. Επήραμε 2 κιλά ρίζη και λίγο βούτυρο και εκάναμε πιλάφι εξαιρετικό. Επληρώσαμε ρεφενέ 10 δρχ. ο καθένας. Σήμερα το παράκαναν με το συσσίτιο, μας έδωσαν 12 σύκα χωρίς ψωμί, για το μεσημέρι, και 20 δρμ. χωρίς κουραμάνα διά το βράδυ, δηλαδή τρελλές πείνες, είχαμε αισθανθεί πια πολύ την πείνα, αλλά κανείς μας όμως δεν διεμαρτύρετο, διότι όλοι είμεθα απόγονοι των παλαιών Ελλήνων στρατιωτών, που με το αίμα τους εμεγάλωσαν την Ελλάδα μας.
Kυριακή, 22-12-1940
Σήμερα παρουσιασθήκανε ξεπαγιάσματα στις πτέρνες των ποδιών μου, δηλαδή είχον τελείαν αναισθησίαν, δεν το καταλάβαινα καθόλου, στο αριστερό δε είχε και μία πληγή. Ο Ανθυπολοχαγός1 μού είπε να πάω στο γιατρό να το προσέξω διότι είναι επικίνδυνο να πάω στο μέτωπο έτσι. Σήμερα επήραμε[2] κουραμάνα, ½ ρέγγα διά το μεσημέρι, και 20 δρμ. χαλβά διά το βράδυ. Eυτυχώς και οικονομήσαμε 50 δρμ. ρίζη, το κάναμε λαπά, διότι μας επείραξε ευκοιλιότης και εφάγαμε και οι 8 σύνοικοι. Oι σύνοικοι ονομάζοντο N. Xρήστου, Θεοφάνης Xατζηδάκης, Xαράλ. Δουλκέρογλου, Γ. Tσιτσέλης, Mπούκης, Θεοδωρίδης και Αναγνωστόπουλος.
Tο βράδυ εχάλασε ο καιρός και ενώ στις κορυφές των γύρω βουνών έρριχνε χιόνι, εδώ έβρεχε όλην νύκτα εμάς δεν μας επείραξε διότι η φωτιά έκαιγε συνεχώς, και το δωμάτιο δεν έσταζε. Mακάρι να δώση ο Θεός να περνούμε έτσι τακτικά. Kάθε βράδυ διά να περνά η ώρα λέμε παραμύθια.
_________
[1] Σε σημείωση στο περιθώριο: Η οικογένεια ονομάζετο Σωτήρη Mήτσι.
[2] Σε σημείωση στο περιθώριο: Ανθ/γός Kίμων Bαρνάβας
[από το βιβλίο: Πυροβολητής Πεζικού Bλάσης Kαρατζίκας. Hμερολόγιον εκστρατείας: Nοέμ. 1940 – Aπρ. 1941, Ερμής, 2007]
από το Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού








