[παγκόσμια μοναδικότητα στα AEI: 50+ χρόνια ανοχή στη βία·
16/05/2025 § Σχολιάστε
Η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα στον κόσμο –στον κόσμο· όχι στην Ευρώπη, όχι στη «Δύση»– όπου στα πανεπιστήμια συνεχίζεται η βίαιη αναρχο-αριστερή δραστηριότητα, η τρομοκρατία, οι βανδαλισμοί και τα τοιαύτα. Κι όπου ένα μέρος του διδακτικού προσωπικού ανέχεται ή ενθαρρύνει τις δυνάμεις του αυταρχισμού, της ανοησίας και της διάλυσης.
της ©Σώτης Τριανταφύλλου, την οποία διαβάζουμε πάντα με προσοχή ―Τα Νέα >>>
ΑΕΙ: 50 χρόνια τα ίδια
Αν κρατούσα αρχείο θα έβρισκα πάνω από εκατό άρθρα γραμμένα τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες, όπου περιγράφω την κατάσταση στην παιδεία και ζητώ αλλαγή πολιτικής. Σε ένα από αυτά, το 1996-7, όταν είχα διαμαρτυρηθεί επειδή 15χρονοι μαθητές μαζί με τους μπαμπαδομαμάδες και τους καθηγητές τους διαδήλωναν κατά του «νόμου Αρσένη» –τον οποίον η αριστερά κατήγγελλε όπως κάθε απόπειρα μεταρρύθμισης– έλαβα επιστολές από εξοργισμένους γονείς που υπερασπίζονταν το «δικαίωμα» των 15χρονων στη χάραξη της εθνικής εκπαιδευτικής πολιτικής. Αυτή ήταν η νοοτροπία στη δεκαετία του 1990. Αν παραμένει ίδια, όπως φαίνεται να πιστεύει η κυβέρνηση εφόσον δεν προχωρεί στις απαραίτητες ανατροπές, είμαστε θλιβερά τελματωμένοι. Πιθανότατα όμως να έχει αλλάξει.
Η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα στον κόσμο –στον κόσμο· όχι στην Ευρώπη, όχι στη «Δύση»– όπου στα πανεπιστήμια συνεχίζεται η βίαιη αναρχο-αριστερή δραστηριότητα, η τρομοκρατία, οι βανδαλισμοί και τα τοιαύτα. Κι όπου ένα μέρος του διδακτικού προσωπικού ανέχεται ή ενθαρρύνει τις δυνάμεις του αυταρχισμού, της ανοησίας και της διάλυσης. Είμαστε η μοναδική χώρα: κάπου κάπου, σπανίως, σημειώνονται βίαια επεισόδια στην Κολομβία· πουθενά αλλού. Ακόμα και στη Γαλλία, οι ασχημίες αποτελούν παρελθόν: σε όλα τα πανεπιστήμια, ακόμα και στα ακροαριστερά όπως το Saint-Denis (πρώην Vincennes) ή στις Sciences Po της Γκρενόμπλ έχει επανέλθει, με τη συναίνεση όλων, η ευταξία που υπήρχε πριν από το 1968. Όπου συναντάμε υπολείμματα της ασχήμιας, κραυγές, πανό και γκραφίτι, η μορφή καθορίζει το περιεχόμενο: οι σχολές έχουν χαμηλές ακαδημαϊκές επιδόσεις· είναι φυτώρια αέργων που ξηλώνουν πεζοδρόμια μέχρι τα βαθιά τους γεράματα. (Η εν λόγω ασθένεια ονομάζεται «ιδεολογική συνέπεια».)
Η παρεξήγηση γύρω από το πανεπιστημιακό άσυλο δεν έχει λυθεί ακόμα. Πάμε λοιπόν πάλι. Το άσυλο είναι η αρχή που προστατεύει την ελεύθερη διακίνηση ιδεών στα πανεπιστήμια· κάτι αυτονόητο εφόσον η διακίνηση των ιδεών είναι ελεύθερη παντού. Η ιδέα είχε νόημα επί χούντας –αλλά, ποιος θυμάται μια σκοτεινή επταετία στα βάθη του 20ού αιώνα; Μόνον όσοι τη χρησιμοποιούν ως επικείμενη απειλή, αναμασώντας το παρελθόν –όταν το έχουν ζήσει– ή φαντασιώνοντάς το, με τερατώδη άγνοια, όταν τους το έχουν αφηγηθεί οι ινστρούχτορες. Επιστρέφω όμως στο «άσυλο»: αφού κατοχυρώθηκε θεσμικά το 1982, εφαρμόστηκε για να νομιμοποιήσει ποινικές πράξεις –καταλήψεις, καταστροφές και βανδαλισμούς– και ταυτίστηκε με την αντίληψη ότι οι πανεπιστημιακοί χώροι είναι άβατο για τις αρχές ανεξαρτήτως περιστάσεων. Η αριστερά άλωσε τα πανεπιστήμια και διέδωσε ευρέως και με επιτυχία την έννοια του ασύλου ως προστασία της δικής της προπαγάνδας και των δικών της παιδιών. Έκτοτε, όπως θα περίμενε κανείς, τα ΑΕΙ φιλοξενούν παραβατικές δραστηριότητες από παρεμπόριο και ναρκωτικά μέχρι κουκουλοφόρους, αναρχικά γκρουπούσκουλα, ακτιβισμό ex cathedra –παρότι η «έδρα» έχει καταργηθεί.
Yποτίθεται ότι το άβατο απονομιμοποιήθηκε το 2011 επί υπουργίας Άννας Διαμαντοπούλου για να επανέλθει με εκδικητικότητα επί ΣΥΡΙΖΑ το 2017. Στη συνέχεια, το 2019, η κυβέρνηση Μητσοτάκη ψήφισε τη δυνατότητα επέμβασης της αστυνομίας χωρίς έγκριση των πρυτανικών αρχών σε περίπτωση αξιόποινων πράξεων: ο νόμος τελεί εν αχρησία. Η πολιτική αγωγή και το αίσθημα δικαίου δεν μπορούν να πληρώσουν τα νομικά κενά: αδυνατούμε να ξεχωρίσουμε τις αξιόποινες από τις μη αξιόποινες πράξεις· το καλό από το κακό, το ωραίο από το άσχημο· κάτι που, φυσιολογικά, μαθαίνουμε στην παιδική μας ηλικία.
Το πρόβλημα των ελληνικών ΑΕΙ έχει απύθμενο βάθος· δεν αντιμετωπίζεται με μικρομεταρρυθμίσεις. Έχει παγιωθεί μια κατάσταση όπου συντελούν αναρίθμητοι αλληλοτροφοδοτούμενοι παράγοντες –κομματικοποίηση καθηγητών και φοιτητών, χαμηλό επίπεδο εισαγομένων που οδηγεί σε χαμηλό επίπεδο διδασκαλίας, κτιριακή εξαθλίωση, απώλεια διδακτικών ωρών, ακτιβιστική υστερία, χειραγώγηση από κομματικές νεολαίες, εκφοβισμός αντιφρονούντων, αντίσταση στην εντατικοποίηση και στην αναβάθμιση του επιπέδου σπουδών· η κατάσταση επιδεινώθηκε από το εξωφρενικό σύστημα της συνδιοίκησης. Όπως συνήθως, οι καλές προθέσεις οδηγούν κατευθείαν στα δόντια της κόλασης: η συμμετοχή των φοιτητών στις γενικές συνελεύσεις σχολών και τμημάτων και στα εκλεκτορικά σώματα (π.χ. για εκλογές καθηγητών) στελέχωσε τα πανεπιστήμια με προσωπικό φιλικό στις κομματικές νεολαίες και απαξίωσε την αυθεντία. Γίναμε όλοι ίσοι και όμοιοι· η γνώση έχασε τη λάμψη και τη χρησιμότητά της. Επί δεκαετίες, η φοιτητική συμμετοχή ελεγχόταν από εξωπανεπιστημιακά κέντρα· και παρότι από το 2011 η συνδιοίκηση περιορίστηκε, οι φοιτητές διατήρησαν τον συμβουλευτικό τους ρόλο, του οποίου καταχρώνται.
Με λίγα λόγια, το κατεστημένο είναι σκληρό: συντίθεται από κακοπληρωμένους καθηγητές, από πελαγωμένους διοικητικούς κι από σπουδαστές που μισούν τις σπουδές, την εργασία, την κοινωνία και τον ίδιο τους τον εαυτό. Δεν πρόκειται για νοσηρότητα που αφορά μόνο τη σημερινή γενιά: τέτοια ήταν η εικόνα όταν πρωτομπήκα στο ΕΚΠΑ το 1975· νέοι άνθρωποι που δεν ενδιαφέρονταν καθόλου για τη γνώση και που σπαταλούσαν τη ζωή τους ουρλιάζοντας υπέρ του Στάλιν και του Μάο. Η στάση των φοιτητών δεν είναι ζήτημα «γενιάς»· είναι απόρροια ιδεολογικής κατήχησης με τις ίδιες και τις ίδιες κοινοτοπίες, με τα ίδια ψέματα που οδηγούν σε ποικίλες μορφές αποκολοκύνθωσης.
Παρ’ όλ’ αυτά, για χάρη όσων νέων ανθρώπων θέλουν να μάθουν και να διαπρέψουν χωρίς να πάνε «στο εξωτερικό», αλλά και της ίδιας της επιβίωσής μας ως χώρας, είναι ανάγκη να εξετάσουμε με επιμέλεια μερικά πρότυπα δημοσίων πανεπιστημίων που λειτουργούν σωστά –π.χ. του Μπέργκεν, του Μάαστριχτ, του Γκρατς ή της Λιουμπλιάνα– και να τα μιμηθούμε. Όλα τα ελληνικά, εξαιρουμένων ίσως εκείνων της Κρήτης και των Ιωαννίνων, πρέπει να επανιδρυθούν. Εκτός αν τα εγκαταλείψουμε στη μελαγχολική τους τύχη με την προοπτική ότι στο μέλλον θα ξεφυτρώσουν (πώς όμως;) πανεπιστήμια κύρους με δίδακτρα και κανόνες. Η καταβολή διδάκτρων αλλάζει νοοτροπίες σαν τις προαναφερθείσες του 1996-97: όταν ο φοιτητής επιβαρύνεται με φοιτητικό δάνειο για να σπουδάσει, δεν βρομίζει το αμφιθέατρο, δεν λερώνει τους τοίχους, δεν βανδαλίζει το ασανσέρ, δεν σχίζει τα συγγράμματα και δεν επιτρέπει τη δράση κουκουλοφόρων και ροπαλοφόρων.
◉
[η πένα του Ντίκενς: η αισθητική είναι ηθική·
15/05/2025 § Σχολιάστε
Τσαρλς Ντίκενς, μερικές σκέψεις
Με αφορμή το μίνι αφιέρωμα (και εξώφυλλο) της «Βιβλιοθήκης» της Ελευθεροτυπίας 17.10.08 με κείμενα Κατερίνας Σχινά, Λίνας Πανταλέων και της Κατερίνα Οικονομάκου ήρθαν πολλά στο νου, από το παρελθόν, ξεχωρίζω δύο: «Δημιουργός» και «Εποχή». Ίσως γιατί ο δημιουργός-Ντίκενς, σε κάποιους από εμάς που έζησαν την προ-διαδικτύου εποχή νέοι, παρέμεινε στην αρχαϊκή μας ψυχοσύνθεση ότι ο δημιουργός-λογοτέχνης ήταν απαραίτητα ένας δημιουργός-τεχνίτης, ένας ζηλευτός χειρώνακτας με τη μελάνι, το πενάκι, τον πόνο και το σύμβολο του ονόματός του ως αυθεντία· και που προηγείτο στο νου μας από το περιεχόμενο του έργου τους, παρ’ όλο που στη περίπτωση του Ντίκενς το όνομα του δημιουργήματός του, π.χ. ο «Όλιβερ Τουίστ» δεν επαληθεύει ακριβώς τη σκέψη μου, αλλά ούτε και την διαψεύδει, γιατί ιδιαίτερα αυτό το δημιούργημά του στοίχειωσε παιδικές (όπως θα πρέπει να είναι πάντα) ψυχές όλων των ηλικιών, ο «Όλιβερ» δεν είναι ο κανόνας, όπως επίσης π.χ. οι «Άθλιοι» του Ουγκώ. Ο Ντίκενς παρ’ ότι παιδί της βιομηχανικής επανάστασης του 19ου αιώνα, κατά τη γνώμη μου, ο απόηχος των καλλιτεχνικών χαρακτηριστικών του 17ου και 18ου αι., δεν είχε ακόμη σβήσει σε μια συντηρητική Βικτωριανή κοινωνία όπου εισάγεται και κυριαρχεί η μαρτυρία, το χρονικό και η διδακτική αφήγηση. Από τον 19ο αιώνα η τέχνη της γραφής, η τέχνη γενικότερα, γίνεται υπερβατική και οι καλλιτέχνες αποκτούν την ιδιαίτερή τους «περσόνα», το ιδιαίτερό τους –προς τα έξω- προσωπείο. Από εκείνη την εποχή εδραιώθηκε και επικράτησε η άποψη: «δεν υπάρχουν καλλιτεχνικοί κανόνες διότι η μεγαλοφυΐα του καλλιτέχνη τους κλείνει μέσα της». Η πένα του Ντίκενς, δεν ξέρω αν παραμερίζει τον νάρκισσο-δημιουργό από μέσα της, γιατί γνώρισε νωρίς τον έπαινο «του δήμου», όμως η θεματολογία του υπηρέτησε, κατά την άποψή μου, με συνέπεια το «η αισθητική είναι ηθική», κι αυτό (μου) αρκεί. Η εκπληκτική του ικανότητα στη δημιουργία ανεπανάληπτων χαρακτήρων που κινούνται στα πλαίσια μιας άνισης κοινωνικής πραγματικότητας χωρίς καμία λογοτεχνική έκπτωση υπέρ οποιασδήποτε μορφής διδακτισμού, παραμένει αξεπέραστη. Το επίτευγμά του αυτό θα συνεχίσει να αποτελεί φαντασίωση για πολλούς σημερινούς αλλά και αυριανούς δημιουργούς.
Θα διαφωνήσω με την κα Σχινά που σημειώνει: «Παρότι ήταν συγγραφέας τόσο της πόλης όσο και της εξοχής, θα μείνει στην ιστορία ως ο ιστορικός εικονογράφος του Λονδίνου και ενός κόσμου που χάθηκε για πάντα.» και θα συμφωνήσω στο τίτλο του άρθρου της «Γεφυρώνοντας πολιτισμούς και ηλικίες». Η μεγάλη τέχνη, σαν αυτή που υπηρέτησε μέχρι τέλους ο Ντίκενς, θα ενώνει για πολύ ακόμη γενεές αναγνωστών, αλλά και δημιουργών.
✳︎
[α’ δημοσίευση 18.10.2008
◉
.
.
[Και μες στο πλοίο μπήκε, πηαίνοντας προς το «διδώ»·
14/05/2025 § Σχολιάστε
Άγε, ω βασιλεύ Λακεδαιμονίων
Δεν καταδέχονταν η Κρατησίκλεια
ο κόσμος να την δει να κλαίει και να θρηνεί·
και μεγαλοπρεπής εβάδιζε και σιωπηλή.
Τίποτε δεν απόδειχνε η ατάραχη μορφή της
απ’ τον καϋμό και τα τυράννια της.
Μα όσο και νάναι μια στιγμή δεν βάσταξε·
και πριν στο άθλιο πλοίο μπει να πάει στην Aλεξάνδρεια,
πήρε τον υιό της στον ναό του Ποσειδώνος,
και μόνοι σαν βρεθήκαν τον αγκάλιασε
και τον ασπάζονταν, «διαλγούντα», λέγει
ο Πλούταρχος, «και συντεταραγμένον».
Όμως ο δυνατός της χαρακτήρ επάσχισε·
και συνελθούσα η θαυμασία γυναίκα
είπε στον Κλεομένη «Άγε, ω βασιλεύ
Λακεδαιμονίων, όπως, επάν έξω
γενώμεθα, μηδείς ίδη δακρύοντας
ημάς μηδέ ανάξιόν τι της Σπάρτης
ποιούντας. Τούτο γαρ εφ’ ημίν μόνον·
αι τύχαι δε, όπως αν ο δαίμων διδώ, πάρεισι.»
Και μες στο πλοίο μπήκε, πηαίνοντας προς το «διδώ».
*
[Καβάφης, Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984
[Μάριος Βάργκας Λιόσα: ο φιλελευθερισμός δεν είναι δογματικός, δεν υπόκειται σε άκαμπτες ιδέες·
12/05/2025 § Σχολιάστε
«Ο φιλελευθερισμός έχει δεχτεί επίθεση και ειρωνικά σχόλια από όλους! Πρέπει να ειπωθεί ότι είναι περίπλοκος. Ο ορισμός του: δεν είναι δογματικός, δεν υπόκειται σε άκαμπτες ιδέες. Δεν είναι ιδεολογικός, αν σκεφτούμε ότι μια ιδεολογία είναι ένα είδος κοσμικής θρησκείας. Επιτρέπει την απόκλιση και την κριτική και δεν ισχυρίζεται ότι έχει την απάντηση σε όλα».
Μάριο Βάργκας Λιόσα: Κορυφαίος διανοούμενος της ελευθερίας
γράφει ο ©Αθανάσιος Χ. Παπανδρόπουλος στην Athens Review of Books >>>
Ο Ισπανοπερουβιανός συγγραφέας, βραβευμένος με Νόμπελ Λογοτεχνίας (2010) και μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας (2023), Μάριο Βάργκας Λιόσα, πέθανε την Κυριακή 13 Απριλίου σε ηλικία 89 ετών στη Λίμα, όπου ζούσε για αρκετούς μήνες, μακριά από τη δημόσια ζωή, ανακοίνωσε η οικογένειά του σε μήνυμά της στα κοινωνικά δίκτυα. «Με βαθιά λύπη ανακοινώνουμε ότι ο πατέρας μας, Μάριο Βάργκας Λιόσα, πέθανε σήμερα στη Λίμα, περιτριγυρισμένος από την οικογένειά του και εν ειρήνη», έγραψε ο μεγαλύτερος γιος του Αλβάρο σε μήνυμα που υπογράφουν επίσης ο αδερφός του Γκονσάλο και η αδελφή του Μοργκάνα.
Τους τελευταίους μήνες οι φήμες για την επιδείνωση της υγείας του συγγραφέα είχαν πολλαπλασιαστεί. «Είναι στο κατώφλι των 90ών γενεθλίων του, μια ηλικία που πρέπει να μειώσει λίγο την ένταση των δραστηριοτήτων του», είπε ο γιος του Αλβάρο τον περασμένο Οκτώβριο, χωρίς να διευκρινίσει την κατάσταση της υγείας του πατέρα του.
Ο Μάριο Βάργκας Λιόσα ήταν ένας από εκείνους τους συγγραφείς που πίστευαν ότι το μυθιστόρημα ήταν ένα σημαντικό είδος, το μόνο ικανό να εκφράσει «με έναν τεράστιο, φιλόδοξο, περίπλοκο τρόπο» ολόκληρο τον φανταστικό κόσμο. Μόνο αυτός «μπορεί να επωφεληθεί από την όλη ανθρώπινη εμπειρία. Μια υποκειμενική μαρτυρία, εκφράζει ταυτόχρονα τι ήταν οι άνθρωποι μιας εποχής και μιας κοινωνίας, αλλά και όλα τα φαντάσματα που τη δημιούργησαν από μια αντικειμενική πραγματικότητα».
Ο μεταφραστής και φίλος του, Αλαίν Μπενσουσάν, έγραψε το 1989 ότι «κάθε εποχή, περιοδικά, βλέπει την ανάδυση του συνολικού συγγραφέα της, που κάνει τη λογοτεχνία απόλυτη, σε μια γλώσσα ικανή να αποκρυπτογραφήσει τα μυστήρια αυτού του κόσμου και να τα ξεπεράσει μέσω του λόγου. Αυτή τη σύγχυση μεταξύ του ανθρώπου και του συγγραφέα, μεταξύ της προσωπικής του ζωής και της μυθοπλασίας του, ο Μάριο Βάργκας Λιόσα τη διατήρησε, μη διαχωρίζοντας ποτέ τη λογοτεχνική του δραστηριότητα από την προσωπική του δέσμευση». Σε πολύ νεαρή ηλικία, έκανε εκστρατεία στο πλευρό των Περουβιανών κομμουνιστών κατά της δικτατορίας του στρατηγού Μανουέλ Οδρία, έγινε δημοσιογράφος για το Radio France, και το Γαλλικό Πρακτορείο Ειδήσεων (AFP).
Η εμπειρία του με το Κομμουνιστικό Κόμμα του Περού, που κατέληξε στη μαοϊκή τρομοκρατική οργάνωση «Φωτεινό Μονοπάτι» του Αμπιμαέλ Γκουζμάν Ρεϊνόσο, οδήγησε τον Μάριο Βάργκας Λιόσα σε μια ριζική αναθεώρηση των θέσεων και απόψεών του και το 1990 έθεσε υποψηφιότητα για την προεδρία του Περού, ως υποψήφιος της φιλελεύθερης κεντροδεξιάς.
Ηττημένος στον δεύτερο γύρο από τον Αλμπέρτο Φουζιμόρι, επέστρεψε στη λογοτεχνία και δημοσίευσε το έργο του Το ψάρι στο νερό το 1993. Σε αυτό το βιβλίο, μια πυρετώδη αφήγηση της μακροχρόνιας εκλογικής του μάχης, «ο Μάριο Βάργκας Λιόσα επέστρεψε στην εφηβεία του, καταπιεσμένος από έναν αυστηρό πατέρα, αλλά και από οδυνηρές εμπειρίες στο Στρατιωτικό Κολλέγιο Leoncio Prado. Κατέληξε δε στο Παρίσι, που καθόρισε για πάντα την κλίση του ως συγγραφέα. Αυτό που εντυπωσιάζει στα έργα του Βάργκας Λιόσια είναι ότι η ενήλικη ζωή του δεν χωρίστηκε ποτέ εντελώς από την παιδική του ηλικία … που πέρασε στην Αρεκίπα, στο νότιο τμήμα του Περού».
Μπορούμε να πούμε έτσι, ότι μέσα από τα βιβλία του ξεπηδούν αρκετοί Μάριο Βάργκας Λιόσα. Από αυτόν της νοσταλγίας που ξύπνησε στο Τα τετράδια του δον Ριγοβέρτο (Los cuadernos de Don Rigoberto) στον ευαίσθητο φιλελεύθερο ο οποίος στο La llamada de la tribu (Το κάλεσμα της φυλής) που εκδόθηκε το 2018 αποτίει φόρο τιμής στους Άνταμ Σμιθ, στον Ρεϋμόν Αρόν, Χοσέ Ορτέγκα υ Γκασέτ, Φρήντριχ Χάγιεκ, Καρλ Πόππερ, Αϊζάια Μπερλίν, και στον καλό του φίλο Ζαν-Φρανσουά Ρεβέλ. Εξάλλου χάρη στη φιλική μου σχέση με τον τελευταίο, το 2005 είχα την ευκαιρία να γνωρίσω στο Παρίσι τον Μάριο Βάργκας Λιόσα.
Επικριτής των ελαττωμάτων και των υπερβολών της κοινωνίας μας, κατήγγελλε ακούραστα τον πολιτισμό του θεάματος, την παρακμή της σύγχρονης τέχνης και την άνοδο του ισλαμισμού στην Ευρώπη, αντιτιθέμενος ακόμη και (δημόσια) στις φιλοδοξίες ανεξαρτησίας των Καταλανών το 2017.
Προσκεκλημένος στο Collège de France από τον Αντουάν Κομπανιόν το 2017, δήλωσε: «Το μεγαλύτερο γεγονός στη ζωή σου ήταν να μάθεις να διαβάζεις σε ηλικία πέντε ετών στο Κολλέγιο Lassalle στην Κοτσαμπάμπα [Βολιβία], με τον αδελφό Γιουστινιάνο. Ανακάλυψα ότι διαβάζοντας, μεταφράζοντας γράμματα, λέξεις, μπορούσε κανείς να ζήσει μια ζωή πολύ πιο πλούσια, πολύ πιο ενδιαφέρουσα από εμένα».
Ο Μάριο Βάργκας Λιόσα, του οποίου τα ομολογημένα πρότυπα ήταν ο Βικτόρ Ουγκώ και ο Γκυστάβ Φλωμπέρ, μετέτρεψε όλα όσα του συνέβησαν σε λογοτεχνία. Έτσι ολόκληρη η ζωή του αφιερώθηκε στο μυθιστόρημα. Άνθρωπος με διαυγή αβεβαιότητα και αναγκαία αμφιβολία, ήξερε ότι όλοι, ανεξαιρέτως, θα μπορούσαν να γίνουν αντικείμενο μιας ιστορίας. Περισσότερο από σύνθημα, αυτό ήταν ένα είδος κανόνα ζωής, μια φιλοσοφική στάση, μια λογοτεχνική θεωρία. Και όταν ρωτήθηκε αν η αντίληψή του για τη λογοτεχνία είχε αλλάξει από την Πόλη και τα σκυλιά, το πρώτο του μυθιστόρημα, απάντησε: «Έχω διαβάσει, έχω δει, έχω ζήσει και αυτό έχει αλλάξει τον συγγραφέα που είμαι», όπως επεσήμανε για τον μεγάλο συγγραφέα ο Τιερύ Κλερμόν του AFP, και σίγουρα έχει δίκιο.
Χαρακτηριστικές από την άποψη αυτή, είναι οι απόψεις του Μάριο Βάργκας Λιόσα, για την ανάγνωση, τη λογοτεχνία και την πολιτική δέσμευση.
«Το να διαβάζεις είναι να διαμαρτύρεσαι για τις ανεπάρκειες της ζωής. Διαβάζεις σημαίνει να βάζεις τον εαυτό σου σε μόνιμη εγρήγορση ενάντια σε κάθε μορφή καταπίεσης και τυραννίας. Σημαίνει να θωρακίζεις τον εαυτό σου απέναντι στη χειραγώγηση εκείνων που θέλουν να πιστεύουμε ότι το να ζεις πίσω από τα κάγκελα σημαίνει να ζεις με ασφάλεια» είχε δηλώσει στο περιοδικό Le Point, το 2011. Πρόσθετε δε ότι όταν διαβάζουμε ένα σπουδαίο μυθιστόρημα –Μόμπυ Ντικ, Οι άθλιοι, Πόλεμος και ειρήνη, Δον Κιχώτης– και μετά επιστρέφουμε στον πραγματικό κόσμο, κάτι έχει αλλάξει μέσα μας: κοιτάμε πιο κριτικά το περιβάλλον μας. Η ανάγνωση ενός καλού μυθιστορήματος σημαίνει να κατοικούμε σε έναν τέλειο, στρογγυλό και καθαρό κόσμο, που χαρακτηρίζεται από ομορφιά, όπου ακόμη και το κακό μετατρέπεται σε κάτι ελκυστικό και λογοτεχνικό. Σε σύγκριση με τη λογοτεχνία, ο πραγματικός κόσμος είναι ατελής, ακατάστατος και χαοτικός. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η ανάγνωση ενός καλού μυθιστορήματος μας κάνει πιο επικριτικούς για το τι μας περιβάλλει, και αυτό είναι εξαιρετικά ανατρεπτικό σε μια κοινωνία που ισχυρίζεται ότι ασκεί απόλυτο έλεγχο στο άτομο, και έχουν δίκιο.
Αναφερόμενος στη λογοτεχνία, στο ίδιο περιοδικό είχε δηλώσει:
«Η λογοτεχνία σε κάνει να επιθυμείς μια άλλη ζωή, που η πραγματική ζωή δεν μπορεί να σου δώσει, και επομένως σφυρηλατεί κριτικά μυαλά, ερωτευμένα με ιδανικά, ενώ ο εξαιρετικός οπτικοακουστικός μηχανισμός είναι εκεί για να μας διασκεδάσει και να δημιουργήσει παθητικά και κομφορμιστικά θέματα. Ένας κόσμος χωρίς λογοτεχνία θα ήταν ένας κόσμος χωρίς αυθάδεια…»
«Από όλα τα επιτεύγματα της φαντασίας, η λογοτεχνία είναι το όργανο που φέρνει καλύτερα την πραγματική κοινωνία πιο κοντά σε αυτήν που ονειρευόμαστε, γιατί δημιουργεί υποκατάστατους κόσμους που μας επιτρέπουν να επισημάνουμε τι δεν πάει καλά με τους δικούς μας και να σκεφτούμε ποια μπορεί να είναι η πρόοδος. Όσο υπάρχει ζωή σε αυτόν τον κόσμο, θα υπάρχουν όνειρα και είναι η λογοτεχνία που επιτρέπει σε αυτό το όνειρο να υλοποιηθεί».
Σχετικά επίσης με την πολιτική δέσμευση, τον Σεπτέμβριο 2021, ο Μάριο Βάργκας Λιόσα, πάλι στο Le Point, είχε δηλώσει:
«Η μόνη μου λύπη είναι που μπήκα στην πολιτική!». «Δεν ήθελα να είμαι υποψήφιος, ήταν η “δύναμη των περιστάσεων”, όπως λένε, που με έκανε. Είχα συνεργαστεί με τους φίλους μου ενάντια στην εθνικοποίηση των τραπεζών και των ασφαλιστικών εταιρειών, καταφέραμε να το αποτρέψουμε να συμβεί, ήμουν επικεφαλής αυτού του αγώνα και η πίεση ήταν πολύ δυνατή για να υποχωρήσω. Αλλά το επάγγελμά μου είναι συγγραφέας. Η λογοτεχνία υπερισχύει των πάντων για μένα, ακόμα κι αν, στη Λατινική Αμερική, είναι δύσκολο να είσαι απλώς συγγραφέας…».
Τέλος, τον Μάιο 2005, σε συζήτηση με τον Ζαν-Φρανσουά Ρεβέλ και τον υπογράφοντα, ο μεγάλος συγγραφέας, μιλώντας για τον φιλελευθερισμό, είχε πει:
«Ας μη γίνει λάθος: οι φιλελεύθεροι δεν κάνουν εκστρατεία για την κατάργηση του κράτους, για τον αναρχισμό. Θέλουν ένα αποτελεσματικό αλλά όχι παρεμβατικό κράτος, που εγγυάται ελευθερία, ίσες ευκαιρίες, ιδιαίτερα στην εκπαίδευση, σεβασμό του νόμου και του κράτους δικαίου. Βασισμένος στην ανεκτικότητα και τον σεβασμό, την επιθυμία για συνύπαρξη με τους άλλους και την ακλόνητη υπεράσπιση της ελευθερίας ως υπέρτατης αξίας, ο φιλελευθερισμός είναι ο εμπλουτισμός της δημοκρατίας μέσω της ατομικής ελευθερίας».
«Ο φιλελευθερισμός έχει δεχτεί επίθεση και ειρωνικά σχόλια από όλους! Πρέπει να ειπωθεί ότι είναι περίπλοκος. Ο ορισμός του: δεν είναι δογματικός, δεν υπόκειται σε άκαμπτες ιδέες. Δεν είναι ιδεολογικός, αν σκεφτούμε ότι μια ιδεολογία είναι ένα είδος κοσμικής θρησκείας. Επιτρέπει την απόκλιση και την κριτική και δεν ισχυρίζεται ότι έχει την απάντηση σε όλα.
Υπ’ αυτή την έννοια, η φιλελεύθερη σκέψη και αντίληψη είναι αυτή της αναζήτησης, της περιέργειας, της καινοτομικής προδιάθεσης. Ας διαβάσουν κάποιοι τον Ρεϋμόν Αρόν και θα καταλάβουν ότι η φιλελεύθερη σκέψη μπορεί να φθάσει μέχρι την ελευθερία και αυτό είναι καλύτερο από την οργάνωση της κοινωνίας σε φάλαγγες…».











