ο Αγριμό αφηρημένος
06/07/2015 § Σχολιάστε

Ο Αγριμό κοιτούσε απορημένος μέσα από τη γυάλινη οθόνη την πολύχρωμη εικόνα του πλήθους που πανηγύριζε και ανέμιζε σημαίες και ανησύχησε πολύ. Πρώτον· διότι δεν μπορούσε να αντιληφθεί, όσο και εάν προσπαθούσε, τον λόγο, δεύτερον· δεν μπορούσε να καταλάβει τίνος οπαδών ομάδας πανηγύριζε και τίνος αθλήματος· και το χειρότερο, ο Αγριμό ανησύχησε σφόδρα περί του λόγου ύπαρξης της απορίας που τον διακατείχε. Ίσως πρέπει να πάρω ιατρικά μέτρα, σκέφτηκε μεγαλοφώνως. Αυτά δεν είναι σοβαρά πράγματα. Κοιτώντας αφηρημένα το οπισθόφυλλο ενός βιβλίου, το βλέμμα του μαγνητίστηκε από μια μόνο φράση: «ζωντανοί και νεκροί συναντούνται στα ίδια μέρη».
Μα τόση αφηρημάδα;
.
.
πρώτα οι φίλοι
05/07/2015 § Σχολιάστε
Georges Brassens: Les Copains D’Abord

Non, ce n’était pas le radeau
De la Méduse, ce bateau,
Qu’on se le dis’ au fond des ports,
Dis’ au fond des ports,
Il naviguait en pèr’ peinard
Sur la grand-mare des canards,
Et s’app’lait les Copains d’abord
Les Copains d’abord.
Ses fluctuat nec mergitur
C’était pas d’la litteratur’,
N’en déplaise aux jeteurs de sort,
Aux jeteurs de sort,
Son capitaine et ses mat’lots
N’étaient pas des enfants d’salauds,
Mais des amis franco de port,
Des copains d’abord.
C’étaient pas des amis de lux’,
Des petits Castor et Pollux,
Des gens de Sodome et Gomorrh’,
Sodome et Gomorrh’,
C’étaient pas des amis choisis
Par Montaigne et La Boeti’,
Sur le ventre ils se tapaient fort,
Les copains d’abord.
C’étaient pas des anges non plus,
L’Evangile, ils l’avaient pas lu,
Mais ils s’aimaient tout’s voil’s dehors,
Tout’s voil’s dehors,
Jean, Pierre, Paul et compagnie,
C’était leur seule litanie
Leur Credo, leur Confitéor,
Aux copains d’abord.
Au moindre coup de Trafalgar,
C’est l’amitié qui prenait l’quart,
C’est elle qui leur montrait le nord,
Leur montrait le nord.
Et quand ils étaient en détresse,
Qu’leur bras lancaient des S.O.S.,
On aurait dit les sémaphores,
Les copains d’abord.
Au rendez-vous des bons copains,
Y’avait pas souvent de lapins,
Quand l’un d’entre eux manquait a bord,
C’est qu’il était mort.
Oui, mais jamais, au grand jamais,
Son trou dans l’eau n’se refermait,
Cent ans après, coquin de sort !
Il manquait encor.
Des bateaux j’en ai pris beaucoup,
Mais le seul qui’ait tenu le coup,
Qui n’ai jamais viré de bord,
Mais viré de bord,
Naviguait en père peinard
Sur la grand-mare des canards,
Et s’app’lait les Copains d’abord
Les Copains d’abord.
sine materia
04/07/2015 § Σχολιάστε
Θ.

Ω γλώσσα, γλώσσα,
του ψεύδους είσαι κλώσσα
ή της αλήθειας;
[Αργύρης Χιόνης]
Ιατρική διάγνωση. Χρειάζεται για όλα τα ημερολογιακά γραφόμενα -δεν εννοώ να μην διαβάσω αυτά που έγραψα χθες διότι· «το απόγευμα ο ήλιος βασιλεύει» (ηλίθιος δεν είσαι) και οι οσμές οι θαυμάσιες, ιδιαίτερα οι περί της θαλάσσης· σε ελαφρά συννεφιασμένες μέρες λίγο μετά το ηλιόλουστο πρωινό κορυφώνει ματαιόδοξες ημερολογιακές μεταφορές σε άπιαστο τίποτα με παρεμβολές εγωτισμού να σκεπάζονται αθόρυβα από μάλλινη κουβέρτα. Που να βρεις γλώσσα που ξεσηκώνει, να κάνεις βλέμματα να στραφούν πέρα από τα κραυγαλέα, να προκαλέσεις θυμό. Που. Ποιον θα νικήσεις. Αχ, αυτοί οι φυσικοί μηχανισμοί με τα «γενεσιουργά» τους αίτια. Αφού ο εγωτισμός είναι και αυτός ολίγον τι
καλλωπιστικός.
*
Η φωτο-σύνθεση του Μακιαβέλι είναι του Αγριμολόγου
Fernando Pessoa, Framing the stone to age where was thy name
03/07/2015 § Σχολιάστε
Sonnet IV

I could not think of thee as piecèd rot,
Yet such thou wert, for thou hadst been long dead;
Yet thou liv’dst entire in my seeing thought
And what thou wert in me had never fled.
Nay, I had fixed the moments of thy beauty–
Thy ebbing smile, thy kiss’s readiness,
And memory had taught my heart the duty
To know thee ever at that deathlessness.
But when I came where thou wert laid, and saw
The natural flowers ignoring thee sans blame,
And the encroaching grass, with casual flaw,
Framing the stone to age where was thy name,
I knew not how to feel, nor what to be
Towards thy fate’s material secrecy.
*







