[το Πουλί πάει, πέταξε·
11/02/2025 § Σχολιάστε
Τάκης Οικονομόπουλος (19 Οκτωβρίου 1943 – 10 Φεβρουαρίου 2025)
Νοσηλευόταν από το Σάββατο 1η Φεβρουαρίου έπειτα από εγκεφαλικό επεισόδιο που υπέστη, μια εβδομάδα μετά τον θάνατο του «στρατηγού» Μίμη Δομάζου, στου οποίου την κηδεία παρέστη υποβασταζόμενος. Μετά το εγκεφαλικό μεταφέρθηκε στον Ερυθρό Σταυρό όπου παρέμενε διασωληνωμένος με εγκεφαλική αιμορραγία.
Πέθανε χτες, 10 Φεβρουαρίου 2025 σε ηλικία 81 ετών.
Θλίψη.
περισσότερα: wikipedia > >
◉
[ευτυχώς, πολιτική νηφαλιότητα·
09/02/2025 § Σχολιάστε
Συνεχίστε έτσι
Σήμερα στη χώρα μας, οι πολιτικές αντιπαραθέσεις, μεταξύ παρατάξεων γίνονται ευτυχώς πολιτισμένα, με μετριοπάθεια. Η νηφαλιότητα έχει έναν παράξενο τρόπο να με μπερδεύει. Βλέπω τις πολιτικές συζητήσεις να είναι ήρεμες, ζυγισμένες, δίχως υπερβολές, δίχως κραυγές. Κουράστηκα με τους θόρυβους που αφήνουν στο μυαλό οι υπερβολές.
◉
[αίσθηση αποξένωσης ·
08/02/2025 § Σχολιάστε
Ημιτελές Δέκα

Εικόνα σαν σκηνή από ταινία —ένας άντρας ριγμένος στον καναπέ, χαμένος κάπου ανάμεσα σε σκέψεις. Hard rock μουσική. Αίσθηση αποστασιοποίησης. Φορά καπέλο· ρίχνει σκιά στο πρόσωπό του. Γυαλιά σκούρα ηλίου. Σαν ν’ αποφεύγει την άμεση επαφή με τον κόσμο. Εικόνα που αποπνέει μια αίσθηση χαλαρότητας. Αποξένωσης ή εξάντλησης. Αδιαφορία· ή στιγμές όπου η πραγματικότητα λιώνει κάτω από τους εκκωφαντικούς ήχους της μουσικής. Αγνοεί τους ήχους της πόλης. Του κόσμου που συνεχίζει να υπάρχει.
◉
[όλα κατηγορίας «ημιτελές»
[A memory of youth ·
07/02/2025 § Σχολιάστε
William Butler Yeats (1865-1939)
THE moments passed as at a play;
I had the wisdom love brings forth;
I had my share of mother-wit,
And yet for all that I could say,
And though I had her praise for it,
A cloud blown from the cut-throat North
Suddenly hid Love’s moon away.
Believing every word I said,
I praised her body and her mind
Till pride had made her eyes grow bright,
And pleasure made her cheeks grow red,
And vanity her footfall light,
Yet we, for all that praise, could find
Nothing but darkness overhead.
We sat as silent as a stone,
We knew, though she’d not said a word,
That even the best of love must die,
And had been savagely undone
Were it not that Love upon the cry
Of a most ridiculous little bird
Tore from the clouds his marvellous moon.
ALTHOUGH crowds gathered once if she but showed her face,
And even old men’s eyes grew dim, this hand alone,
Like some last courtier at a gypsy camping-place
Babbling of fallen majesty, records what’s gone.
These lineaments, a heart that laughter has made sweet,
These, these remain, but I record what-s gone. A crowd
Will gather, and not know it walks the very street
Whereon a thing once walked that seemed a burning cloud
◉










