[αυτού που χάθηκε·
04/02/2025 § Σχολιάστε
Ημιτελές Εννιά

©Στρ. Φουντούλης
Η μνήμη, αυτό το ληθαργικό πλάσμα. Βυθισμένο σε σκιές παλιών εικόνων. Θύμισες που έρχονται θολές. Αποσπασματικές. Σαν φως που διαθλάται μέσα από νερό. Το βάρος του λειψού. Αυτού που χάθηκε. Αυτού που δεν ολοκληρώθηκε. Αυτού που βαραίνει την ύπαρξη, όπου οι αισθήσεις παίζουν το παιχνίδι της παραπλάνησης.
Μήπως η μνήμη αδρανεί από επιλογή; Μήπως το παρελθόν πάντα φθείρεται και πάντα ξεθωριάζει αφήνοντας πίσω του μονάχα ίχνη· ή μήπως η εικόνα που ζήσαμε και ξέραμε, δεν ήταν ποτέ· απολύτως καθαρή.
◉
[όλα κατηγορίας «ημιτελές»
[πράξεις, μόνο οι πράξεις·
03/02/2025 § Σχολιάστε
Η πράξη αποτελεί το μέγιστο παράδειγμα.
Έρχεται στο νου, μια σοφή επισήμανση που ταιριάζει με το ύφος του Σενέκα: οι λέξεις, όσο θεραπευτικές κι αν είναι, δεν μπορούν να εγγυηθούν την εξισορρόπηση της ψυχής. Η φιλοσοφία μπορεί να είναι ένας οδηγός, ένα γιατρικό για το πνεύμα, αλλά η πραγματική θεραπεία βρίσκεται στην πράξη, στην εσωτερική εργασία που απαιτείται για να κατακτήσει κανείς την αταραξία.
Ο Σενέκας, ως Στωικός, θα συμφωνούσε ότι η φιλοσοφία δεν είναι θεωρία αλλά τρόπος ζωής. Τα λόγια του μπορεί να δίνουν παρηγοριά ή να λειτουργούν ως υπενθύμιση της λογικής και της αρετής, όμως δεν φέρουν ευθύνη για το πώς θα εφαρμοστούν.
Όπως έλεγε και ο ίδιος: «Δεν μαθαίνουμε για να ζούμε, αλλά ζούμε για να μάθουμε.»
*
ΥΓ: Τέλος με τις θεωρίες και τα κούφια ξύλινα λόγια, τα μεγάλα. Όχι άλλες ψευδαισθήσεις ―τις πάτησε το τρένο, αν και ξοδέψαμε με Αυτές, σημαντικό και πολύτιμο μέρος της νεότητάς μας.
◉
[περί των αποκριάτικων παρελάσεων·
02/02/2025 § Σχολιάστε

Καμήλα και καμηλιέρηδες στην Αθήνα (© Αρχείο ΕΡΤ) / Συλλογή Πέτρου Πουλίδη, κωδ. 0000001412/1.1.9.2)
Οι παρελάσεις (1887-1920)
Οι πομπές αποτελούσαν μια κοινή πρακτική σε διάφορες περιστάσεις στις πόλεις της πρώιμης νεότερης εποχής τόσο στη δυτική Ευρώπη όσο και στην θωμανική υτοκρατορία. ερίφημη ήταν η παρέλαση των συντεχνιών της Κωνσταντινούπολης, ενώ οι τεχνίτες των ευρωπαϊκών πόλεων συμμετείχαν σε πομπές κατά τη γιορτή της συντεχνίας τους, σε υποδοχές επισήμων κ.λπ. Από τις πομπές αυτές δεν απουσίαζε το καρναβαλικό στοιχείο, ενώ οι παρελάσεις αποτελούσαν αναπόσπαστο στοιχείο του δυτικού καρναβαλιού των πόλεων.
Στις περιοχές που αποτελούσαν το ελληνικό κράτος τον 19ο αιώνα δεν υπήρχε παράδοση αποκριάτικων παρελάσεων, και μάλλον περιορισμένες ήταν και οι πολιτικές και συντεχνιακές πομπές έξω από τα πρώην βενετικά εδάφη. Ωστόσο, το «πομπικό στοιχείο» υπήρχε στις μασκαράτες που αναπτύχθηκαν στην Aθήνα κατά τον 19ο αιώνα, στις οποίες η θεατρικότητα συνδυαζόταν με την κίνηση ανά την πόλη για να παρασταθεί παντού η μασκαράτα. Έχει ενδιαφέρον, επίσης, να παρατηρήσουμε ότι στη δεκαετία του 1880, ταυτόχρονα με τις αποκριάτικες παρελάσεις, καθιερώνονται στην Aθήνα και οι προεκλογικές διαδηλώσεις· επιπλέον, στις πηγές μας καταγράφονται διάφορες μορφές πομπής στις γιορτές των επαγγελματικών σωματείων, που ιδρύονται επίσης στα τέλη του 19ου αιώνα. Μοιάζει, λοιπόν, οι αποκριάτικες παρελάσεις να εντάσσονται σε μια γενικότερη τάση ανάπτυξης της συλλογικής μετακίνησης πλήθους στην πόλη στα 1880-1900.
Η καθιέρωση των αποκριάτικων παρελάσεων στην Aθήνα είχε σαφώς ως πρότυπο τις παρελάσεις που γίνονταν στην Iταλία και στη Γαλλία, σε πόλεις όπως η Nίκαια και η Βενετία, όπου είχε αναπτυχθεί μια πλούσια παράδοση λαμπρών αστικών θεαμάτων και ζωηρού δημόσιου και ιδιωτικού εορτασμού της Aποκριάς. O Aμπού είχε αναφερθεί μάλλον υποτιμητικά στις αθηναϊκές Aπόκριες του 1852: «Tο καρναβάλι γιορτάζεται στην Aθήνα όπως στο Pριβά, στη Μορτάν και σε όλες τις μικρές πόλεις του κόσμου». Αν μια τέτοια σύγκριση θεωρούνταν κολακευτική στο Ναύπλιο αμέσως μετά την Επανάσταση, στην Αθήνα του τέλους του 19ου αιώνα το ζητούμενο ήταν η αλλαγή κατηγορίας και η αναβάθμιση της πόλης στον φαντασιακό χάρτη των σημαντικών πόλεων του πολιτισμένου κόσμου· θυμίζουμε ότι λίγα χρόνια αργότερα η Αθήνα φιλοξένησε τους πρώτους λυμπιακούς Αγώνες. Εύγλωττοι σχετικά ήταν οι πανηγυρισμοί για την επιτυχία της παρέλασης του 1888, η οποία ανέδειξε την Αθήνα σε «κέντρον και πρωτεύουσα των τοιούτων εορτών εν τη Ανατολή». H φιλοδοξία αναβάθμισης της Αθήνας αποτελούσε, βεβαίως, έκφραση της νέας αυτοπεποίθησης που φαίνεται να αποκτά η αθηναϊκή αστική τάξη, στα συμφραζόμενα και της σημαντικής μεγέθυνσης της Αθήνας κατά τις δεκαετίες του 1870 και του 1880.
Επιπλέον, η επένδυση της ηγεμονίας με ευρύτερα αιτήματα και προσδοκίες μπορεί να έχει και κάποιες υλικές πλευρές. Το ιδεώδες του «εξευρωπαϊσμού», ο στόχος της δημιουργίας ενός δημόσιου καρναβαλιού «πολιτισμένου», συνδέθηκε με ένα όραμα ένταξης της Aθήνας στις μεσογειακές πόλεις με σημαντικό καρναβάλι, που γινόταν πόλος προσέλκυσης επισκεπτών. Άλλωστε η άνοδος της Νίκαιας στη θέση του διεθνούς κέντρου των αποκριάτικων θεαμάτων ήταν πολύ πρόσφατη, και βεβαίως προϊόν σχεδιασμένης προσπάθειας. Οι Αθηναίοι ήδη είχαν κάποια εμπειρία από τα οικονομικά οφέλη τού μικρής κλίμακας τουρισμού της εποχής, και το κίνητρο της προσέλκυσης περιηγητών από το εξωτερικό, ομογενών από την ανατολική Μεσόγειο και επαρχιωτών από την Ελλάδα θα πρέπει να εμφανιζόταν αρκετά ισχυρό. H σύνδεση της αναμόρφωσης της αποκριάτικης κουλτούρας με την προσέλκυση επισκεπτών στην πόλη και την αύξηση της κατανάλωσης ήταν έκδηλη από την πρώτη στιγμή: το δημοτικό συμβούλιο συνυπολόγισε, στην απόφασή του να ενισχύσει οικονομικά το πρώτο κομιτάτο, ότι ο τρόπος εορτασμού που επιδιώκει όχι μόνο «προώρισται να επιδράση επί της καλαισθησίας των πολιτών, να γένηται πρόξενος της αληθούς ψυχαγωγίας και τέρψεως», αλλά και θα «προπαρασκευάση εν τω μέλλοντι την υλικήν του τόπου ωφέλειαν».
Όπως το έθετε ένας φαρμακοποιός το 1914, έλαβε μέρος στον έρανο που διενεργούσε μεταξύ των μαγαζατόρων η επιτροπή διοργάνωσης της παρέλασης για «να παρουσιάζονται αι Αθήναι μεγαλούπολις, να πίπτη χρήμα».[…]»
*
[Απόσπασμα από: ©Νίκος Ποταμιάνος, «Της Αναίδειας Θεάματα» ―Κοινωνική Ιστορία της Αποκριάς. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 2020








