«Εκπνοή» του Δημήτρη Δημητριάδη
08/09/2008 § Σχολιάστε
«το στόμα είναι ακόμη ανοιχτό αλλά θα σφραγιστεί σε λίγο. στο λίγο αυτό θα είναι ακόμη ανοιχτό. μόλις. λεπτή γραμμή ανάμεσα στα χείλη. πολύ λεπτή. στα χείλη που έχουν στενέψει, γίνει πολύ στενά, δύο γραμμές, μία πάνω, μία κάτω, ανάμεσα το άνοιγμα, πολύ λεπτή γραμμή. αυτό είναι. εκεί θα γίνει. αυτό που θα γίνει, αυτό είναι, εκεί θα γίνει. ούτε στο πάνω ούτε στο κάτω αλλά εκεί, ανάμεσα, στην μέση, στην λεπτή γραμμή, αρκετή ώστε να βρει τον χώρο να γίνει αυτό που θα γίνει. σε λίγο. όπου νάναι. σε μία στιγμή. αυτή θα είναι η διάρκεια. ούτε πιο λίγο ούτε πιο πολύ. στενή στιγμή, όσο στενή μπορεί μία στιγμή, αρκετή ώστε να γίνει αυτό. θα γίνει σε μία στιγμή. μετά απ’ αυτήν άλλο δεν θα γίνει. δεν θα γίνει τίποτε άλλο. δεν θα έχει μείνει τίποτε να γίνει άλλο. όταν τελειώσει αυτή θα έχουν τελειώσει όλα. δεν θα έχει μείνει τίποτε μετά. θα έχει γίνει αυτό που είναι να γίνει όσο διαρκεί αυτή. από εκεί που θ’ αρχίσει έως εκεί που θα τελειώσει…»
Η Εκπνοή του Δημήτρη Δημητριάδη, προσπαθεί να κατορθώσει κάτι που είναι πέρα από τις δυνατότητες της λογοτεχνίας, αλλά και που μόνον η λογοτεχνία μπορεί να το κατορθώσει: να ειπωθεί το ανείπωτο έστω κι αν εξακολουθεί να παραμένει ανείπωτο. Το αποτέλεσμα αυτής της προσπάθειας αποκαλύπτει την εγγενή δύναμη αλλά και αδυναμία της λογοτεχνίας, την οποία κανένα άλλο μέσον ανθρώπινης έκφρασης δεν μπορεί να υποκαταστήσει. Ο Δημήτρης Δημητριάδης με το κείμενο αυτό ζητά απ’ την λογοτεχνία εκείνο που πολύ δύσκολα μπορεί να δώσει. Η Εκπνοή είναι το δώρο που κάνει στον συγγραφέα η λογοτεχνία αλλά και το αντίδωρο του συγγραφέα προς την λογοτεχνία Αυτή η ανταλλαγή δώρων συνιστά το κείμενο που κρατά στα χέρια του ο αναγνώστης.
Ο εκδότης & Στάχτες Art.ανακοινώσεις
η περιφρόνηση των Αρχών προς το κοινό είναι αρετή;
08/09/2008 § Σχολιάστε
Διαβάζουμε για εκκλησιαστικούς «μεσίτες» και για μεσίτες του Δημοσίου, για σκανδαλώδεις ανταλλαγές ακινήτων, για «φιλέτα» και άλλες πολλές δοσοληψίες μεταξύ Μονής Βατοπεδίου (και άλλα μοναστήρια παλαιότερα), για χρυσόβουλλα βυζαντινά και άλλα ιστορικά επιχειρήματα-ευτράπελα, χωρίς καμία αντίδραση από την πλευρά της κυβερνώντος παράταξης. Πρόκειται για εμφανέστατη περιφρόνηση προς τον κόσμο αυτού του τόπου. Διαβάζουμε για συμβολαιογραφικές πράξεις της συζύγου του υπουργού κ. Βουλγαράκη και δεν κουνιέται φύλλο. Η περιφρόνηση καλά κρατεί. Η περιφρονητική στάση προς το κοινό συνεχίζεται. «Δεν εξηγούμε τίποτα και σε κανέναν, γιατί ξέρουμε ότι αύριο θα μας τιμήσετε και πάλι με την ψήφο σας» – είναι σαν να λένε, και μάλλον έχουν δίκιο.
Γιώργου Κοροπούλη: «Υπενθύμιση»
07/09/2008 § Σχολιάστε
Ένα εξαιρετικό άρθρο του πάντα εύστοχου και ορισμένες φορές δυσκολονόητου κ. Γιώργου Κοροπούλη στη Βιβλιοθήκη της «Ε» της Παρασκευής 5 Σεπτ. ’08.
διαβάστε το.
25. Υπενθύμιση
Ο συγγραφέας διαφημίζεται για να πουληθεί το έργο, επειδή -για να πουληθεί το έργο- πρέπει ολοένα συχνότερα να παρακάμπτονται οποιαδήποτε κριτήρια. Η δημόσια εικόνα τού «καλλιτέχνη» εγγυάται αυτήν την αδιαφάνεια – η οποία πρέπει, περαιτέρω, να αναπαρασταθεί ως ιδεώδης ορατότητα. Για να αγοράσει ο καταναλωτής, πρέπει να αποσιωπηθούν οι αληθινές ανάγκες του και ταυτοχρόνως να δίνεται η εντύπωση ότι ικανοποιούνται: Όσο εντείνεται η παραγωγή λογοτεχνικών υποπροϊόντων και λησμονιέται η τέχνη της ανάγνωσης τόσο κατακλυζόμαστε από κουτσομπολιά και «πληροφορίες» για τον συγγραφέα. Κρυφοκοιτάζοντας τα πάντα, εθιζόμαστε σε μιαν ουσιώδη αντίφαση: η τερατώδης διεύρυνση του δημόσιου πεδίου βασίζεται, πράγματι, στην αδιατύπωτη αλλά διάχυτη βεβαιότητα ότι το ουσιώδες δεν είναι αυτονοήτως και εξ υπαρχής δημόσιο. Ο λόγος που οι συνεντεύξεις παίρνουν ενδημικό χαρακτήρα είναι η πεποίθηση πως «η αλήθεια είναι εκεί έξω», εκτός κειμένων, εκτός ανάγνωσης. Επιπλέον, είναι ανάγκη να σκηνοθετηθεί η συνενοχή των συγγραφέων, η συναίνεσή τους.
Ήδη η διάδοση της γραπτής συνέντευξης εξασφάλιζε μια δημοσιότητα η οποία, εφόσον εκ των πραγμάτων ανταγωνίζεται τη δημοσιοποίηση μιας βάσει κριτηρίων ανάγνωσης και αξιολόγησης του έργου, μπορεί να ερμηνευτεί ως συναίνεση του συγγραφέα στην κατασυκοφάντησή των κειμένων του: Παραδέχεται, λέει αυτό το επιχείρημα συνενοχής , ο ίδιος ότι τα έργα του δεν αρκούν και ότι επιπλέον δεν περιμένει να κριθούν. Παραδέχεται επιπλέον ότι το υποκατάστατο κριτικής που διανέμεται μέσω εφημερίδων και περιοδικών τείνει να προβληθεί στη δική του, προσωπική στάση και να την καταστήσει σύμμορφη. Αυτή η δίκη προθέσεων, που αντλεί τη νομιμότητά της από την αυτοκρατορία της διαφήμισης, αξιοποιεί το αντίθετό της:
Η φυσική σε κάθε συγγραφέα (αρκεί να παραμένει υπό έλεγχο) ματαιοδοξία τον ωθεί συχνά να εμπλακεί στον μηχανισμό της πιο ευτελούς διαμεσολάβησης προκειμένου να πετύχει – τι; να διαβαστούν, έστω και δι’ αυτής της οδού, τα έργα του; να ακουστεί τουλάχιστον η ένστασή του, που είναι (πάντα είναι) τόσο πρωτότυπη; Μα οι maitres των δημοσίων σχέσεων διατυπώνουν εβδομαδιαίως πανομοιότυπες (φαινομενικά) ενστάσεις. Εν πάση περιπτώσει, τη στιγμή που ο αναγνώστης διαβάζει τη συνέντευξη, έχει συνάψει με τον συγγραφέα μια σιωπηρή και δυσμενή για όλους συνθήκη: γυρνάει να κοιτάξει τη φωτογραφία του «δημιουργού», τα ευφυή ή ανόητα σχόλιά του – οπότε δίνει ακόμη μια σπρωξιά στα κείμενα, ώστε να απωθηθούν στο βάθος της σκηνής. Ταυτοχρόνως, ο συγγραφέας απωθεί την αυτογνωσία και το χιούμορ του. Δύο φωτογραφίες του «ποιητή» (ας διαλέξουμε την πιο «αντι-εμπορική» περίπτωση), λόγια που μπορεί και να καλύπτουν ολόκληρη σελίδα εφημερίδας, συνοπτικά μια καλή δόση δημοσιότητας – όλ’ αυτά σημαίνουν, από την άποψη της εμβαδομέτρησης έστω, ότι η ποίηση εξακολουθεί να έχει κάποια σημασία, κι ότι επιπλέον η σημασία της είναι δυνατόν να καταδειχθεί; Δεν είναι αλήθεια αυτό. Κατ’ αρχάς, πιθανότερο φαίνεται ότι γράφει κάποιος όσο καλύτερα μπορεί για να μην παραδεχτεί πως έχει εμπλακεί σε κάτι μάταιο. Γράφει για λίγους φίλους ή για αγνώστους των οποίων εκτιμά τα κείμενα είτε το καλλιεργημένο γούστο. Αυτοί σχηματίζουν έναν οικολογικό δρυμό, όπου διασώζεται η υπό εξαφάνισιν επίγνωση τού τι σημαίνει ποίηση. Επειτα, οι ποικίλες τεχνικές δημοσιότητας δεν είναι πιά δυνατόν να έχουν οποιαδήποτε σχέση με ό,τι στ’ αλήθεια είναι χρήσιμο να ειπωθεί, γιατί η ίδια η δημοσιότητα απέκτησε ολοκληρωτικό χαρακτήρα. Αυτή η αλλαγή είναι ολοφάνερη στις «εναλλακτικές» συνεντεύξεις: Ο δημοσιογράφος ονειρεύεται να ενσφηνώσει στην επικαιρότητα αυτό που η επικαιρότητα απορρίπτει – ό,τι διεκδικεί τη διάρκεια, τη βραδύτητα και την επαναληπτικότητα της ανάγνωσης. Ομως αυτές οι συνεντεύξεις εκτυλίσσονται σαν το ριάλιτι σόου της λογοτεχνικής ζωής, γιατί, εδώ, η δημοσιότητα εμφανίζεται σαν η κοινή ανάγκη που εν προκειμένω δεν ικανοποιήθηκε. Ταυτοχρόνως -κι αυτή είναι η ένδειξη πως το κύκλωμα έκλεισε-, σε άλλα κανάλια, οι επιτυχημένοι (ή όσοι φαντασιώνονται τέτοιαν επιτυχία) μιλούν πια βάσει προγράμματος τη θριαμβεύουσα διάλεκτο της, ενδεχομένως ακούσιας, αποβλάκωσής τους.
Θα καταφύγω σε μια μεταφορά. Ολες οι συνεντεύξεις είναι εξ ορισμού συνεντεύξεις στον Λάλα – και δίνονται στο μελλοντικό Μέγαρο Λογοτεχνίας. Θέλω να πω: η κοσμικότητα, η πλήξη, η ομολογημένη πια συγκέντρωση εξουσιών με επίκεντρο τα media – όλ’ αυτά προϋποτίθενται, θεωρούνται αυτονόητα πια. Το κρίσιμο όμως δεν είναι καν η αποδοχή της ομογενοποίησης. Το κρίσιμο είναι ότι η συνέντευξη μετατράπηκε οριστικά σ’ ένα τηλεοπτικό σόου δίχως τα πλεονεκτήματα της τηλεθέασης. Δεν υπάρχει καν ελπίδα να κοπεί το ρεύμα. Προσερχόμαστε εν σώματι στον ώς χθες ασώματο κόσμο των εικόνων – κι αυτό είναι το άκρον άωτον της virual reality. Προσετέθη η σκηνοθεσία της μαζικής ενοχής. Εκκρεμεί, εντέλει, ο κίνδυνος ενός μικρού σοκ (αν νοείται ηλεκτροπληξία οφειλόμενη σε λογοτεχνικό κύκλωμα) μόλις συνειδητοποιήσουν οι συγγραφείς ότι οι συνεντεύξεις αυτές, που χορηγούνται με συχνότητα επεισοδίων σίριαλ, προαναγγέλλουν την τηλεοπτικοποίηση συλλήβδην της λογοτεχνίας. Τα φαιδρά αποκαλυπτήρια των αδύτων της τέχνης προϋποθέτουν ότι ο αναγνώστης είναι προσομοίωση τηλεθεατή. Ο συγγραφέας καλείται να προσαρμόσει την παραγωγή του – κι ολοένα περισσότεροι ανταποκρίνονται: χρειάζεται να το αποδείξω αυτό;
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ – 05/09/2008








