Γιώργου Κοροπούλη: «Υπενθύμιση»

07/09/2008 § Σχολιάστε

Ένα εξαιρετικό άρθρο του πάντα εύστοχου και ορισμένες φορές δυσκολονόητου κ. Γιώργου Κοροπούλη στη Βιβλιοθήκη της «Ε» της Παρασκευής 5 Σεπτ. ’08.
διαβάστε το.

25. Υπενθύμιση

Ο συγγραφέας διαφημίζεται για να πουληθεί το έργο, επειδή -για να πουληθεί το έργο- πρέπει ολοένα συχνότερα να παρακάμπτονται οποιαδήποτε κριτήρια. Η δημόσια εικόνα τού «καλλιτέχνη» εγγυάται αυτήν την αδιαφάνεια – η οποία πρέπει, περαιτέρω, να αναπαρασταθεί ως ιδεώδης ορατότητα. Για να αγοράσει ο καταναλωτής, πρέπει να αποσιωπηθούν οι αληθινές ανάγκες του και ταυτοχρόνως να δίνεται η εντύπωση ότι ικανοποιούνται: Όσο εντείνεται η παραγωγή λογοτεχνικών υποπροϊόντων και λησμονιέται η τέχνη της ανάγνωσης τόσο κατακλυζόμαστε από κουτσομπολιά και «πληροφορίες» για τον συγγραφέα. Κρυφοκοιτάζοντας τα πάντα, εθιζόμαστε σε μιαν ουσιώδη αντίφαση: η τερατώδης διεύρυνση του δημόσιου πεδίου βασίζεται, πράγματι, στην αδιατύπωτη αλλά διάχυτη βεβαιότητα ότι το ουσιώδες δεν είναι αυτονοήτως και εξ υπαρχής δημόσιο. Ο λόγος που οι συνεντεύξεις παίρνουν ενδημικό χαρακτήρα είναι η πεποίθηση πως «η αλήθεια είναι εκεί έξω», εκτός κειμένων, εκτός ανάγνωσης. Επιπλέον, είναι ανάγκη να σκηνοθετηθεί η συνενοχή των συγγραφέων, η συναίνεσή τους.

Ήδη η διάδοση της γραπτής συνέντευξης εξασφάλιζε μια δημοσιότητα η οποία, εφόσον εκ των πραγμάτων ανταγωνίζεται τη δημοσιοποίηση μιας βάσει κριτηρίων ανάγνωσης και αξιολόγησης του έργου, μπορεί να ερμηνευτεί ως συναίνεση του συγγραφέα στην κατασυκοφάντησή των κειμένων του: Παραδέχεται, λέει αυτό το επιχείρημα συνενοχής , ο ίδιος ότι τα έργα του δεν αρκούν και ότι επιπλέον δεν περιμένει να κριθούν. Παραδέχεται επιπλέον ότι το υποκατάστατο κριτικής που διανέμεται μέσω εφημερίδων και περιοδικών τείνει να προβληθεί στη δική του, προσωπική στάση και να την καταστήσει σύμμορφη. Αυτή η δίκη προθέσεων, που αντλεί τη νομιμότητά της από την αυτοκρατορία της διαφήμισης, αξιοποιεί το αντίθετό της:

Η φυσική σε κάθε συγγραφέα (αρκεί να παραμένει υπό έλεγχο) ματαιοδοξία τον ωθεί συχνά να εμπλακεί στον μηχανισμό της πιο ευτελούς διαμεσολάβησης προκειμένου να πετύχει – τι; να διαβαστούν, έστω και δι’ αυτής της οδού, τα έργα του; να ακουστεί τουλάχιστον η ένστασή του, που είναι (πάντα είναι) τόσο πρωτότυπη; Μα οι maitres των δημοσίων σχέσεων διατυπώνουν εβδομαδιαίως πανομοιότυπες (φαινομενικά) ενστάσεις. Εν πάση περιπτώσει, τη στιγμή που ο αναγνώστης διαβάζει τη συνέντευξη, έχει συνάψει με τον συγγραφέα μια σιωπηρή και δυσμενή για όλους συνθήκη: γυρνάει να κοιτάξει τη φωτογραφία του «δημιουργού», τα ευφυή ή ανόητα σχόλιά του – οπότε δίνει ακόμη μια σπρωξιά στα κείμενα, ώστε να απωθηθούν στο βάθος της σκηνής. Ταυτοχρόνως, ο συγγραφέας απωθεί την αυτογνωσία και το χιούμορ του. Δύο φωτογραφίες του «ποιητή» (ας διαλέξουμε την πιο «αντι-εμπορική» περίπτωση), λόγια που μπορεί και να καλύπτουν ολόκληρη σελίδα εφημερίδας, συνοπτικά μια καλή δόση δημοσιότητας – όλ’ αυτά σημαίνουν, από την άποψη της εμβαδομέτρησης έστω, ότι η ποίηση εξακολουθεί να έχει κάποια σημασία, κι ότι επιπλέον η σημασία της είναι δυνατόν να καταδειχθεί; Δεν είναι αλήθεια αυτό. Κατ’ αρχάς, πιθανότερο φαίνεται ότι γράφει κάποιος όσο καλύτερα μπορεί για να μην παραδεχτεί πως έχει εμπλακεί σε κάτι μάταιο. Γράφει για λίγους φίλους ή για αγνώστους των οποίων εκτιμά τα κείμενα είτε το καλλιεργημένο γούστο. Αυτοί σχηματίζουν έναν οικολογικό δρυμό, όπου διασώζεται η υπό εξαφάνισιν επίγνωση τού τι σημαίνει ποίηση. Επειτα, οι ποικίλες τεχνικές δημοσιότητας δεν είναι πιά δυνατόν να έχουν οποιαδήποτε σχέση με ό,τι στ’ αλήθεια είναι χρήσιμο να ειπωθεί, γιατί η ίδια η δημοσιότητα απέκτησε ολοκληρωτικό χαρακτήρα. Αυτή η αλλαγή είναι ολοφάνερη στις «εναλλακτικές» συνεντεύξεις: Ο δημοσιογράφος ονειρεύεται να ενσφηνώσει στην επικαιρότητα αυτό που η επικαιρότητα απορρίπτει – ό,τι διεκδικεί τη διάρκεια, τη βραδύτητα και την επαναληπτικότητα της ανάγνωσης. Ομως αυτές οι συνεντεύξεις εκτυλίσσονται σαν το ριάλιτι σόου της λογοτεχνικής ζωής, γιατί, εδώ, η δημοσιότητα εμφανίζεται σαν η κοινή ανάγκη που εν προκειμένω δεν ικανοποιήθηκε. Ταυτοχρόνως -κι αυτή είναι η ένδειξη πως το κύκλωμα έκλεισε-, σε άλλα κανάλια, οι επιτυχημένοι (ή όσοι φαντασιώνονται τέτοιαν επιτυχία) μιλούν πια βάσει προγράμματος τη θριαμβεύουσα διάλεκτο της, ενδεχομένως ακούσιας, αποβλάκωσής τους.

Θα καταφύγω σε μια μεταφορά. Ολες οι συνεντεύξεις είναι εξ ορισμού συνεντεύξεις στον Λάλα – και δίνονται στο μελλοντικό Μέγαρο Λογοτεχνίας. Θέλω να πω: η κοσμικότητα, η πλήξη, η ομολογημένη πια συγκέντρωση εξουσιών με επίκεντρο τα media – όλ’ αυτά προϋποτίθενται, θεωρούνται αυτονόητα πια. Το κρίσιμο όμως δεν είναι καν η αποδοχή της ομογενοποίησης. Το κρίσιμο είναι ότι η συνέντευξη μετατράπηκε οριστικά σ’ ένα τηλεοπτικό σόου δίχως τα πλεονεκτήματα της τηλεθέασης. Δεν υπάρχει καν ελπίδα να κοπεί το ρεύμα. Προσερχόμαστε εν σώματι στον ώς χθες ασώματο κόσμο των εικόνων – κι αυτό είναι το άκρον άωτον της virual reality. Προσετέθη η σκηνοθεσία της μαζικής ενοχής. Εκκρεμεί, εντέλει, ο κίνδυνος ενός μικρού σοκ (αν νοείται ηλεκτροπληξία οφειλόμενη σε λογοτεχνικό κύκλωμα) μόλις συνειδητοποιήσουν οι συγγραφείς ότι οι συνεντεύξεις αυτές, που χορηγούνται με συχνότητα επεισοδίων σίριαλ, προαναγγέλλουν την τηλεοπτικοποίηση συλλήβδην της λογοτεχνίας. Τα φαιδρά αποκαλυπτήρια των αδύτων της τέχνης προϋποθέτουν ότι ο αναγνώστης είναι προσομοίωση τηλεθεατή. Ο συγγραφέας καλείται να προσαρμόσει την παραγωγή του – κι ολοένα περισσότεροι ανταποκρίνονται: χρειάζεται να το αποδείξω αυτό;

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ – 05/09/2008

τα «Ζωνιανά» στο ματς Λουξεμβούργο-Ελλάδας

07/09/2008 § Σχολιάστε

Στο χτεσινοβραδινό παιχνίδι της Εθνική μας με το Λουξεμβούργο, μου άρεσε το τεράστιο πανό με τη λέξη «ΖΩΝΙΑΝΑ»…τι να λέμε τώρα, είμαστε αθάνατοι.

οι πολιτικοί και η ευθιξία τους

07/09/2008 § Σχολιάστε

Καιρό τώρα παρακολουθώ όπως όλοι μας με ανοιχτό το στόμα για ενδείξεις ή αποδείξεις διαπλοκής και διαφθοράς που βλέπουν το φως της δημοσιότητας, που αφορούν βουλευτές, πρώην υπουργούς και νυν υπουργούς, μπλεγμένους όλους κουβάρι… Καλά βρε «πατριώτες» γιατί κανείς σας δεν παραιτείται; Μετά την παραίτησή σας διεκδικείστε την τυχόν αθωότητά σας –εφόσον όλοι αυτή διακηρύττετε;

Που η ευθιξία, η αξιοπρέπειά σας; Διεκδικείστε βρε άνθρωποι του ανώτερου θεού το δίκιο σας με έννομο τρόπο, όπως κάνουν όλοι οι ταπεινοί πολίτες, και όταν αποδειχτεί η αθωότητά σας, μετά ξαναγυρίζετε θριαμβευτικά στα οφίτσια σας.

Για τις τελευταίες «αποκαλύψεις» των κ.κ. Λιάπη, Παυλίδη και Βουλγαράκη μιλώ που συνεχίζουν μια μακρά αρνητική παράδοση συμπεριφοράς των πολιτικών μας.

φωτό©Στρ. Φουντούλης 2008

Κριτική Μικέλας Χαρτουλάρη για το Canavaccio

02/09/2008 § Σχολιάστε

«Τα Νέα» 23. Αυγ. ’08

«Κάν΄ τονε Σταύρο, κάν΄ τονε!»
Φύλλα φούντας στο εξώφυλλο και μια φωτογραφία του ΄30 από τη Γενική Ασφάλεια, με οκτώ άντρες και έναν έφηβο που κοιτάζουν στοχαστικά τον αστυνομικό φακό. Τους έχουν συλλάβει ως «χασισοπότες» στη στοά Πάππου, εκεί στη Σοφοκλέους όπου ήταν μαζεμένοι οι τεκέδες και σύχναζαν οι πρόσφυγες, οι μεροκαματιάρηδες, οι ρεμπέτες, οι νταήδες κ.ά., όμως ούτε μαστουρωμένοι μοιάζουν ούτε «αληθινά ανθρώπινα ράκη» όπως τους θέλουν οι Αρχές ούτε και φαίνεται να ντρέπονται που κάπου κάπου «γίνονται δερβισάδες». Ο αναγνώστης που θα πιάσει στα χέρια του αυτό το βιβλίο θα υποψιαστεί από την κουβερτούρα του κιόλας το σχόλιο στην κοινωνική υποκρισία και το χιούμορ που το διατρέχουν, το ακτιβιστικό του περιεχόμενο και τις ερεθιστικές ιστορίες που περιγράφει. Το Canavaccio- κείμενα περί της ηδονιστικής δρόγης (εκδόσεις Ηeteron) που συνέλαβε, συν-έγραψε μαζί με εκλεκτούς ειδικούς και επιμελήθηκε φροντίζοντας ιδιαίτερα τη σπάνια εικονογράφηση ο 40χρονος Φώτης Παπαδόπουλος, είναι ένα πολυσυλλεκτικό βιβλίο. Ο τίτλος αναφέρεται στο γνωστό γερό πανί και ο υπότιτλος σε μια μυθολογία, αλλά το Κανναβάτσο προχωρά βαθύτερα. Το θέμα του κινείται στην κόψη του ξυραφιού καθώς θέλει να αποκαταστήσει την ιστορική- πολιτισμική- επιστημονική, αλήθεια για την κάνναβη- τόσο την κλωστική όσο, κυρίως, την ευφορική που από το 1932 αντιμετωπίζεται στην Ελλάδα ως «σκληρό» ναρκωτικό. Εξερευνά λοιπόν τα αίτια και τα αποτελέσματα της δαιμονοποίησής της (τόσο από το κατεστημένο όσο και από μια ορθόδοξη Αριστερά), υποστηρίζει την αποποινικοποίηση της χρήσης της, ζητά την εναρμόνιση της ελληνικής με την ευρωπαϊκή νομοθεσία για την καλλιέργεια κλωστικής κάνναβης, φωτίζει τις προκαταλήψεις και τα συμφέροντα που τη μάχονται. Και παράλληλα αποενοχοποιεί την κουλτούρα του χασίς, παρουσιάζοντας το ιδιόλεκτο του «πότη» (από εκεί λ.χ. το «πηγαδάκι»), την ιεροτελεστία του ναργιλέ αλλά και τα ολλανδικά coffee shops (729 σημεία ελεγχόμενης πώλησης), τα λαϊκά αναγνώσματα, τη σάτιρα (Μποστ λ.χ.), τα τραγούδια, τις μαρτυρίες (του Βαμβακάρη, του Άκη Πάνου κ.ά.), τα επιχειρήματα συγγραφέων (Μποντλέρ αλλά και Πετρόπουλος κ.ά.), νευροψυχιάτρων, βιολόγων, εγκληματολόγων, οικολόγων, ανθρωπολόγων, χωρίς παρ΄ όλ΄ αυτά να αποσιωπά τις αρνητικές απόψεις που έχουν εκφραστεί. Η βιβλιογραφία για το χασίς είναι μεγάλη, ωστόσο το Canavaccio ξεχωρίζει, διότι απευθύνεται σε ένα ευρύτερο κοινό, είναι σφαιρικό και επίκαιρο, σοβαρό σαν μελέτη και «διαβαστερό» σαν μυθιστόρημα.
Κοπάνιζαν σπόρους κάνναβης στην περιοχή της Φλώρινας κι έφτιαχναν ένα νηστίσιμο φαγητό… νόμιμα, μέχρι τα τέλη του ΄50 οπότε απαγορεύτηκε η καλλιέργεια και της κλωστικής κάνναβης (φτωχής στην ουσία που προκαλεί το «ανέβασμα»). Μια καλλιέργεια συστηματική από το 1875, η οποία «γέννησε» εργοστάσια επεξεργασίας ινών κυρίως για σακιά, χαλιά, σχοινιά (10 κανναβουργεία το 1928) και υποσχόταν, όπως έλεγε χαρακτηριστικά ο εργοστασιάρχης και υπουργός Κοινωνικής Πρόνοιας το 1947 Θ. Δεσύλλας, «λευκό χρυσό» για τη χώρα – εξέλιξη που ανακόπηκε από τη ναρκω-υστερία αλλά όχι μόνον. Το ίδιο είχε γίνει νωρίτερα με την ευφορική κάνναβη που είχε αρχίσει να καλλιεργείται συστηματικά στην Ελλάδα από το 1880 (26.000 στρέμματα το 1915) και απαγορεύτηκε το 1925. Μέσα από διαφορετικά άρθρα λοιπόν του Φώτη Παπαδόπουλου, του καθηγητή Βασίλη Καρύδη, της ποινικολόγου Λίνας Καρανασοπούλου, του Κώστα Γκοτσίνα, του Αμερικανού Τζακ Χερέρ κ.ά. το Canavaccio επισημαίνει τους οικονομικο-κοινωνικο-πολιτικούς λόγους που έκριναν την τύχη- και την απαξίωση- της κάνναβης σε πλήθος κράτη: η επεξεργασία της ήταν ανταγωνιστική σε καινούργιες, αμερικανικές κυρίως, βιομηχανίες φαρμάκων, πετροχημικών, καπνού, χαρτιού. Έδινε λ.χ. παγκοσμίως το 75-90% του χαρτιού ώσπου ο μεγαλοεκδότης Χιρστ θέλησε στα 1933 να μονοπωλήσει την παραγωγή χαρτιού από δασική ξυλεία. Απ΄ την άλλη, η αγχολυτική και αντικαταθλιπτική επίδραση της χρήσης της γινόταν αντιληπτή ως ηδονιστική απειλή για τις κυρίαρχες αξίες της καπιταλιστικής κοινωνίας. Τα πράγματα ωστόσο αλλάζουν πλέον. Η Ολλανδία λ.χ. από το 1972 εγκαινίασε μια πολιτική ανοχής στο χασίς και στη μαριχουάνα, που έφερε μείωση των βλαβών από το εμπόριο των ναρκωτικών, και η Ε.Ε. από το 1990 επιδοτεί την καλλιέργεια της κλωστικής κάνναβης (ίνες υποαλλεργικές, αντιμυκητιακές, θερμορρυθμιστικές, ανθεκτικές). Στην Ελλάδα όμως οι σχετικές μελέτες του Εθνικού Ιδρύματος Αγροτικής Έρευνας μένουν στο συρτάρι και καμία κυβέρνηση δεν θέλει να αναλάβει το πολιτικό κόστος του νομικού διαχωρισμού «μαλακών» και «σκληρών» ναρκωτικών. Γι΄ αυτό βιβλία όπως το Canavaccio, που μπορούν να τροφοδοτήσουν τον προβληματισμό της κοινής γνώμης, είναι χρήσιμα. «Γιατί όχι;».Έτσι κλείνει το άρθρο του ο εγκληματολόγος Β.Καρύδης επιχειρηματολογώντας υπέρ της αποποινικοποίησης της χρήσης χασίς. Ο Καρύδης καταδικάζει τον παραλογισμό των «εργολάβων της ηθικής» οι οποίοι αθωώνουν το αλκοόλ ή τον καπνό, παρότι αυτά αποδεδειγμένα σκοτώνουν ενώ το χασίς όχι. Και εξηγεί πώς η εντονότερη καταστολή φέρνει μεγαλύτερη παραβατικότητα. Ιδιαίτερα επισημαίνει ότι η δήθεν παρεκκλίνουσα συμπεριφορά του χρήστη της κάνναβης δεν είναι παρά μια ετικέτα που του αποδίδεται από τις κυρίαρχες ομάδες, που επιβάλλουν την κοσμοθεωρία τους στο κοινωνικό σώμα.
Μια ετικέτα που μπορεί να εσωτερικευθεί ως στίγμα και να τον οδηγήσει στη λεγόμενη δευτερογενή παρέκκλιση, σε μια πραγματική δηλαδή εγκληματική συμπεριφορά. Ίσως λοιπόν να έχουν δίκιο όσοι υποστηρίζουν ότι η απαγορευτική πολιτική δημιουργεί μια ανεξέλεγκτη παράνομη αγορά όλων των ναρκωτικών ουσιών.

.
©Μικέλα Χαρτουλάρη 23 Αυγ. 2008
http://digital.tanea.gr/Subscribers/Page.aspx?d=20080823&pn=26

Where Am I?

You are currently viewing the archives for Σεπτεμβρίου, 2008 at αγριμολογος.