Ξάνθος Μαϊντάς, από τη «Νυχτερινή ‘Ασκηση»
01/09/2009 § Σχολιάστε

Τ’ ακρογιάλι στους βράχους που αντικρίσαμε
κρύβει στον κόρφο του φως
γεννημένοι από χρώματα και σιωπή,
βαπτισμένο στις μεταμορφώσεις του χρόνου
που του δίνουν πνοή.
Γεννάει το γυμνό σώμα που ακόμη υφαίνεται.
.
Οι αγέρηδες του Σα Μιχάλη
Σαν φτάσαμε στην κορυφή , απόγευμα
την ώρα που αργά βασίλευε στη δύση ο ήλιος ,
ακούστηκαν απειλητικοί , φρενιασμένοι ,
διαπεραστικοί οι αγέρηδες του Σα Μιχάλη .
Οι αγέρηδες του Σα Μιχάλη , ψιθύρισες
και τo τοπίο έρημο με το χωριό ,
λίγα σπίτια όλα κι όλα στην κορυφή ,
έρημο κι αυτό .
Ο μόνος άνθρωπος στο χωριό λεγόταν
Φραγκίσκος Παλαιολόγος .
Από άλλο μακρινό κόσμο κι άλλη εποχή .
Λίγες στάνες ανάμεσα στα σπίτια
με τα ζωντανά μόνα , θεομόναχα κι ανήσυχα
μετά τη λιγοστή βοσκή στο έλεος του γκρεμού
Λίγες στάνες μες το χωριό κι αυτές να μην
ξεχωρίζουν ολότελα από τα ρημαγμένα σπίτια .
Οι αγέρηδες του Σα Μιχάλη
είχαν κάνει καλά τη δουλειά τους .
Ρημάξαμε , ρήμαξαν όλα .
Είπες στο τέλος της διαδρομής
που έβγαζε στο ομώνυμο ξωκλήσι .
Το κύμα στο βάθος του γκρεμού , ρολόϊ ,
χτυπούσε αδιάκοπα ρυθμικά τα βράχια .
Πέτρα σκληρή γρανίτης , θάλασσα αφρισμένη ,
ατμοί νερού στον αέρα , θολός ορίζοντας ,
θολά και τα γύρω νησιά , που να μη βλέπεις .
Βορράς ή νότος σχεδόν χαμένα σημεία
μόνο στη δύση , ακόμη αχνό το φως , ίσα
που έφεγγε για να σε οδηγεί κι αυτό λιγοστό ,
έτσι για να μη μπορείς να ξεφύγεις .
Ρημάξαμε , ρήμαξαν όλα , είπες πάλι ,
καθώς μπαίναμε στο ιερό ,
άκρη – άκρη του γκρεμού ενώ κάτω ακούγονταν
αφρισμένο , το ασταμάτητο κύμα
να μετράει το χρόνο πάνω στο φαγωμένο βράχο .
Νυχτερινή άσκηση
Ήχος σκληρός γλίστρησε πάνω στους γκρίζους τοίχους .
Ήχος μιας άλλης εποχής , κάτω από τον ήλιο του
μεσημεριού .
Εσύ ξεκίνησες το χορό , το βήμα σέρνοντας
πάνω στις μνήμες , ανάλαφρα ζυγίζοντας στον αέρα .
Ήχος του μεσημεριού ,
θαμπό χρυσάφι η σκόνη
στις άκρες τις πόλης .
Θέρος του `56 .
Έμεινες μόνος στην προκυμαία με τα ελαιοτριβεία
και τα εργαστήρια με τις παλιές επιγραφές ,
μόνος και στ` όνειρο που ταξιδεύει αφήνοντας
πίσω το νησί , τον παιδεμό , την μοναξιά
κι εκείνο το φως που τρεμοπαίζει μέσα στη θύελλα .
Νοέμβρης του ‘79 .
Νύχτα βαθιά μες τα χωράφια με τις γέρικες ελιές
και τα λιγοστά διάσπαρτα αντίσκηνα .
Κάπου κοντά μας , αρχαία ερείπια και σήμαντρα εκκλησιών ,
πνιγμένα και βουβά .
Απέναντι χαράζει .
Αχνά , νωχελικά , χαράζει .
Ωστόσο το πρόσωπό σου ήταν σκοτεινό , άγρια σημαδεμένο ,
τα μάτια έκαιγαν στον πυρετό .
Στην τελευταία στροφή του χορού τα βήματά σου
πάγωσαν στη γη .
Γύρισες και είπες .
Η απουσία έπνιξε τη θύμησή μου .
Έτσι ακίνητο, με τα πόδια βαθιά χωμένα στη λάσπη
σε βρήκε το πρωί, να χαράζεις το πρόσωπο μ’ ένα δάκρυ
να κοιτάς προς την πλευρά των σκαμένων βράχων
του αρχαίου υδραγωγείου, πριν φύγεις και χαθείς .
Πριν φύγεις και χαθείς, έσκυψες μέσα στη ζάλη
αρχαίου ξέφρενου χορού , τη γη μιά τελευταία
στιγμή ν` αγγίξεις .
Ύστερα έμεινε το γιασεμί ν` ανθίζει , τα ονόματα
Γυριννώ , Γοργώ , Ανακτορία
κι εκείνη η κακότυχη νύμφη , που νομίζω πως
ξεχνάω τ` όνομά της
………..Αβαρβαρέη .
.
.
.
Ξάνθος Μαϊντάς: από την ποιητική του συλλογή «Νυχτερινή Άσκηση», Εκδόσεις Πλανόδιον 2004.
Σχολιάστε