Φανερωμένη Χαλκιδιού-Σκυλλά, «Ή σφουγγάρι ή τομάρι»

20/12/2009 § Σχολιάστε

Η ζωή των σφουγγαράδων της Καλύμνου μέσα από αληθινές μαρτυρίες, Κάλυμνος 2009

Ιστορία και ιστορίες ανεπίσημες, της επιβίωσης και του πόνου που χάνονται στα βάθη του χρόνου και δεν καταγράφηκαν ποτέ επισήμως από κανένα εγχειρίδιο Ιστορίας και όμως βρίσκονται πανταχού παρούσες από την μυθολογία ακόμη όπου η ποίηση του Ομήρου προσθέτει σφουγγάρια σε χέρια θεών, όπως αυτό του θεού Ηφαίστου που νίπτεται πριν φορέσει καθαρό χιτώνιο. Μυθολογικές «μαρτυρίες» στην Ιλιάδα, στην Οδύσσεια – σφουγγάρι για καθαρισμό τραπεζιών σε δείπνους βασιλικούς. Σφουγγάρι, το ταπεινό, το πολύτιμο. Μαρτυρίες ύστερες των Ρωμαίων, των Βυζαντινών, στην καθημερινότητα, στη γραφή, σε εικαστικές αλλά και πολεμικές χρήσεις υγιεινής των στρατιωτών, σφουγγάρι στην ιατρική και στην φαρμακευτική. Το σφουγγάρι σε τόσες χρήσεις για τόσους αιώνες.

Η Ανάπτυξη των σφουγγαριών και η επιβίωσή τους είναι ήδη λίγο-πολύ γνωστή. Η Eπικ. Kαθηγήτρια του Πανεπιστημίου Aθηνών στην Eφαρμοσμένη Zωολογία, κα I. Kαστρίτση – Kαθαρίου αναφέρει στην εφημ. «Καθημερινή 13.10.1998»: «Kάθε οικότοπος, έχει τις δικές του χαρακτηριστικές ιδιότητες και μια μεγάλη λειτουργική αυτονομία. Tο σφουγγάρι είναι άραγε ζώο ή φυτό: Kάποτε το έλεγαν ζωο- φυτο. O Aριστοτέλης πρώτος κατέληξε ότι τα σφουγγάρια ανήκουν στο ζωικό βασίλειο, αφού διαπίστωσε την ύπαρξη αισθήσεως σε αυτά. Mε αυτή την άποψη συντάχθηκαν αργότερα ο Πλίνιος και ο Aιλιανός, οι οποίοι διαπίστωσαν ότι τα σφουγγάρια έχουν την ικανότητα να εκτελούν συσταλτικές και διασταλτικές κινήσεις ταν δέχονται κάποιο ερέθισμα. O Rondelet, το 16ο αιώνα, και στη συνέχεια ο Lamark και ο Cuvier τα κατέταξαν στο ζωικ βασίλειο. Tο 1940 η Hyman απέδειξε την αποικιακή μορφή τους και το 1967 ο Brien, βάσει της δομής και του τρ που ανάπτυξής τους, τα τοποθέτησε οριστικά στα Mετάζωα. Tα σφουγγάρια ανήκουν στο φύλο Ποροφέρα (Porifera). H επιφάνειά τους είναι γεμάτη πόρους, από χιλιάδες ανοίγματα που αποτελούν εισόδους και εξ δους του νερού στο κυρίως σώμα του…» κλπ. κλπ.

Όλα τα παραπάνω και άλλα πολλά είναι επαρκώς γνωστά για το σφουγγάρι και τη σπογγαλιεία. Το βιβλίο της κας Χαλκιδιού-Σκυλλά μέσα σε τριακόσιες πενήντα περίπου σελίδες εστιάζει –μετά από αναφορές σε μυθολογικές και ιστορικές μαρτυρίες, τις χρήσεις, τη διαδρομή του σπόγγου, καταγράφει επαρκώς την υλικο-τεχνική πρόοδο και μέσω αυτής της καταγραφής που ξεκινά από την αρχαιότητα έως και την απελευθέρωση της Δωδεκανήσου, καταλήγοντας στην μεταπολεμική πραγματικότητα της Καλύμνου που συμπεριλαμβάνει και την «αρρώστια των σφουγγαριών» με όλες τις πολιτικοκοινωνικόοικονομικές του επιπτώσεις… Η ματιά της κας Χαλκιδιού-Σκυλλά δεν καταγράφει ποτέ ψυχρά τα άρρηκτα δεμένα με το σφουγγάρι, τεκταινόμενα του νησιού της, τα καταγράφει με πόνο, αγωνία και κυρίως αγάπη, αυτό της το πάθος, δεν είναι ποτέ εις βάρος της ιστορικά αντικειμενικής πραγματικότητας που έζησε και έως ένα βαθμό, εξακολουθεί να ζει το νησί της Καλύμνου – κι αυτό είναι το αξιοθαύμαστο σε αυτό το τόσο φροντισμένο από κάθε άποψη βιβλίο. Το στοιχείο που σφραγίζει το χαρακτήρα αυτού του βιβλίου είναι όπως αναφέρεται στο οπισθόφυλλο «…αυθεντικές μαρτυρίες ανθρώπων της δουλειάς, ο άγνωστος σκληρός και δραματικός αγώνας των σφουγγαράδων της Καλύμνου να κουρσέψουν τους βυθούς της Μεσογείου…», και όπως τονίζει η κυρία Χαλκιδιού-Σκυλλά «...το σημαντικότερο είναι οι αφηγήσεις των πραγματικών σφουγγαράδων, που καταγράφουν τις μνήμες τους. Κομμάτια αυθεντικά, μοναδικά που θα παραμείνουν ως θησαυροφυλάκιο για τις επόμενες γενιές, μιας και η σπογγαλιεία είναι σχεδόν τέλος εποχής. Οι σφουγγαράδες έλεγαν, η θα βγάλουμε σφουγγάρια,να πορέψουμε τις οικογένειες μας, η θα δώσουμε το ( Τομάρι ) μας, την ζωή μας...». Γιατί η σπογγαλιεία είναι ένα επάγγελμα που χαραχτηρίζει την Κάλυμνο σαν το νησί των σφουγγαράδων, μιας και οι Καλύμνιοι , από αρχαιοτάτους χρόνους, το εξασκούσαν για βιοποριστικούς λόγους. Οι Καλύμνιοι ανέκαθεν σκληροτράχηλοι, σαν την πέτρα που υπάρχει γύρω τους, ριψοκίνδυνοι, άφοβοι, παίζουν μέχρι και σήμερα κορώνα γράμματα την ζωή τους, γι΄ αυτό που τους αρέσει, αλλά κι΄ αυτό που θα τους δώσει τη δυνατότητα να θρέψουν,να συντηρήσουν τις μεγάλες φαμίλιες τους πεισματικά σ΄ αυτόν τον δύσκολο τόπο που όμως λατρεύουν… Αυτά που γράφονται στις αφηγήσεις, η κυρία Χαλκιδιού-Σκυλλά τα έχει βιώσει εκ του σύνεγγυς, η ίδια η συγγραφέας καταγόμενη από οικογένεια σφουγγαράδων, καταγράφει και βιώματα που την έχουν αγγίξει, βιώματα δικά της.

Η συγγραφέας αφηγείται…
ΕΡΧΏΜΑΤΑ. Κάθε χρόνο αρχές Σεπτέμβρη όλο το νησί βρισκόταν σε επίταξη. Όλοι ετοιμάζονταν για τον ερχομό των σφουγγαράδων. Οι γυναίκες και η μάνα μου σιγοτραγουδούσαν, ( πότε θα έρθει του Σταυρού, ναρθεί του Αι Νικήτα, ναρθούν να ξεμπαρκάρουνε Καλύμνικα καΐκια) Το πρόσωπο της μάνας μου ήταν πιο ήρεμο, γεμάτο προσμονή. Όλες οι νοικοκυρές άρχιζαν τις δουλειές και ασβέστωναν τα πάντα, τα σπίτια μέσα έξω, τις σκάλες τα κουμούλια, έβαζαν και λουλάκι και έβλεπες παντού λευκά και λουλακιά ασβεστώματα -όλο το νησί άστραφτε. Η μάνα μου μέσα στο σπίτι στις ξύλινες μεσές, κρεμούσε μέσα στα δίχτυα -τα λεγόμενα κρεμαστάρια, πεπόνια καρπούζια, φραγκόσυκα, για να αερίζονται και να διατηρηθούν μέχρι ναρθεί το καΐκι μας, να κατεβάσουμε να φάνε να δροσιστούν ο πατέρας μου και ο αδελφός μου. Εγώ είχα το δικό μου κρεμαστάρι για τον αδελφό μου. Ότι χαρζιλίκι μπορούσα να βρω, αγόραζα καραμέλες, γλειφιτζούρια, και μπισκότα, και τα έβαζα στο δικό μου δίχτυ που κρεμούσα στις μεσές. Κάθε μέρα το έβλεπα και ένιωθα χαρά. Επιτέλους, έφτανε του Αι Νικήτα και τα καΐκια ερχόντουσαν καθημερινώς.

Κάποια όμως καθυστερούσαν, γιατί η γαλήνια θάλασσα του Σεπτέμβρη ωθούσε πολλούς στο να μαζεύουν όσα περισσότερα σφουγγάρια έβρισκαν στον δρόμο τους. Η ματιά των γυναικών τώρα πια στην θάλασσα. Η γειτονιά όμως που αντίκριζε πρώτη τα καΐκια ήταν ο Άγιος Στέφανος, η γειτονιά μου. Ήταν το παρατηρητήριο, μαζί με τον Άγιο Νικόλαο οι βιγλάτορες. Όλες οι σφουγγαράδικες οικογένειες ήταν σκορπισμένες σ΄ ολόκληρο το νησί, οι περισσότερες όμως ήσαν στην Χώρα. Έπρεπε λοιπόν οι γυναίκες αυτές να ειδοποιηθούν για τον ερχομό των δικών τους ανθρώπων. Η μάνα μου καθόταν στο παράθυρο από το χάραμα, να κοιτάζει με αγωνία την θάλασσα. Να κάνει όλη μέρα δουλειές και ξανά πάλι στο παράθυρο. Όταν έβλεπε την θάλασσα φουρτουνιασμένη, φουρτούνιαζαν και τα μάτια της. Εγώ ήξερα τι έπρεπε να κάνω, το έκανα κάθε χρόνο.

Έπαιρνα ένα μπουκάλι λάδι και πήγαινα στον μικρό Χριστό, πίσω από την Μητρόπολη. Έπαιρνα το καντήλι που άναβε μπροστά στην εικόνα του Χριστού, πήγαινα κάτω από το Δημαρχείο στην θάλασσα στο κορδόνι, και έριχνα μέσα το λάδι, παρακαλώντας να κάνει την θάλασσα, λαδιά, σαν το λάδι που είχα ρίξει, να γίνει ο καιρός καλός αρμενιστάικος.

Όταν το καΐκι του πατέρα μου ερχόταν επιτέλους, το έβλεπε πρώτη η μάνα μου, πρωί πρωί. Μας ξυπνούσε η δυνατή, χαρούμενη στριγλιά της ( το καίκι-ι-ι). Εγώ και η αδελφή μου όρθιες γρήγορα στην ταράτσα. Επιτέλους έρχονταν. Ένιωθα την καρδιά μου να χτυπά, ένιωθα χαρά για όλα τα καΐκια κάθε μέρα, όμως για το δικό μας το συναίσθημα ήταν πιο δυνατό κι έντονο. Η πρώτη δουλειά εμένα και της αδελφής μου ήταν να τρέξουμε στην εκκλησία να κτυπήσουμε την καμπάνα. Η σημαία ήταν ψηλά, όλοι ήταν καλά. Τι χαρά ήταν αυτή, κτυπούσα την καμπάνα και ένιωθα έκσταση, ένα συναίσθημα έντονο, δυνατό, χαρούμενο, μοναδικό.

Οι σφουγγαράδες μιλούν…
– Μαμουζέλος Λευτέρης, κουμάντο κολαουζέρης. «Οχτώ χρονών ο πατέρας μου έσκασε με το σκάφανδρο και τον έχωσαν στην άμμο της Αφρικής κι εκεί παρέμειναν για πάντα \ τα κόκαλά του. Σε ηλικία 12 ετών βλέποντας τις ανάγκες της οικογένειάς μου, που δεν είχαμε πατέρα να μας προστατέψει, μπήκα στα σφουγγαράδικα, ως ναυτάκι. Έμαθα την δουλειά καλά, μεγάλωσα, και σχεδόν όλα μου τα χρόνια δούλευα με τον θείο μου, που ήταν καπετάνιος, τον Παντελή τον Γκιννή. Ανέλαβα την θέση του κουμάντου κολαουζέρη, και καπετάνιος στο ένα μηχανοκάικο του συγκροτήματος, και εξελίχθηκα ως ένας από τους καλύτερους στην δουλειά. Ήξερα την θάλασσα, τα σημάδια του καιρού, του βυθού, και με χάρτη και με μπούσουλα δεν έχανα ποτέ τον προορισμό μου, έπαιρνα μακρινές πορείες..

– Μαίλης Γεώργιος δύτης, ανάπηρος από την νόσο των δυτών. «Από 15 χρονών δουλεύω στα σφουγγαράδικα. Δούλεψα τρία χρόνια πέτρα, δύο χρόνια ρεβέρα, στα πάνω μέρη, της Ελλάδας. Μετά πήγα μηχανικός με περικεφαλαία, και το μηχάνημα φερνέζ. Ερχόμασταν Νοέμβρη στην Κάλυμνο. Άλλοι καθόμασταν, και άλλοι πηγαίναμε στο χειμωνιάτικο. Τότε άρχιζαν και τα τσουρμαρίσματα και οι καπεταναίοι διάλεγαν τα πληρώματα τους..

– Στεφαδούρος Μιχαήλ. «Κάθε χρόνο τον Φλεβάρη, τα τσουρμαρίσματα στα φόρτε τους, τα καφενεία γεμάτα, οι συμφωνίες έκλειναν, τα βρίσκανε μεταξύ τους οι καπεταναίοι με τους δύτες, και τα πληρώματα, οι προκαταβολές και τα πλάτικα κινούσαν την πιάτσα της Καλύμνου. Ήταν η εποχή που όλοι οι σφουγγαράδες βρίσκονταν στην Κάλυμνο, πατούσαν στεριά, μέχρι το Πάσχα έμεναν στη Κάλυμνο. Οι ταβέρνες γεμάτες με σφουγγαράδες, το κρασί και η ρετσίνα να ρέουν άφθονα. Όσο πλησίαζε η σαρακοστή όλοι ετοιμάζονταν για το σφουγγαράδικο ταξίδι. Οι φορτηγίδες, τα μεγάλα ντεπόζιτα, οι αχταρμάδες, έκαναν τις ετοιμασίες τους για την αναχώρηση στις θάλασσες της Αφρικής, την Βεγγάζη, τη Λιβύη, την Τρίπολη, την Ντέρνα, την Μαντρούχα, την Αλεξάντρια. Παντού η εικόνα της προετοιμασίας. Να μοσχοβολάει ο καβουρμάς που τσιγάριζαν τα πληρώματα, να παίζουν μουσική με βιολιά, τσαμπούνες και λαούτα, να κερνούν κρασί, ρετσίνα, καβουρμά, και να στήνονται γλέντια….»

-Γιάννης Μαγκλής, δύτης σφουγγαράς. «Η μηχανή με χτύπησε δύο φορές δυνατά. Κατέβηκα κι άργησα να βγω πάνω. Όταν ανέβηκα πάνω, με είχε μαγκώσει η μηχανή. Ζαλίστηκα και έπεσα κάτω. Με έβαλαν κάτω στον βυθό, και έκαμα οξυγόνο, και κάθε μέρα συνέχιζα σιγά -σιγά, και συνήλθα. Άλλη μια φορά παραμονή της Παναγιάς, ξαναχτυπήθηκα, αλλά βαριά. Ήμουνα με τον Κουκουβά. Πήγαινα μαζί του 4 χρόνια συνεχώς. Μου έκαναν οξυγόνο, αλλά το πρόβλημα συνέχιζε. Με βγάλανε με έναν ναύτη στην αμμουδιά, μου έκανε λάκκους στην άμμο και με έχωνε μέσα. Μόνο το κεφάλι μου φαινότανε. Έτσι ανοίγανε τα αγγεία μου και κυκλοφορούσε το αίμα. Μου έκανε και τριψίματα με λάδι. Εκάτσαμε εκεί μόνοι μας 10 μέρες και γίνηκα καλά και ξαναμπήκα στο καΐκι..

Όλα τα αποσπάσματα Copyright©Φανερωμένη Χαλκιδιού-Σκυλλά
Πληροφορίες – επικοινωνία με τη συγγραφέα στο mouseio_kalymniko_spiti@hotmail.com

.

δημοσίευση: Στάχτες

.

.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

What’s this?

You are currently reading Φανερωμένη Χαλκιδιού-Σκυλλά, «Ή σφουγγάρι ή τομάρι» at αγριμολογος.

meta

Αρέσει σε %d bloggers: