Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, 2 σονέτα
10/01/2010 § Σχολιάστε
LXV
Αφού ώς κι η πέτρα κι ο χαλκός, η θάλασσα κι η γη
πάντα υποτάσσονται στο πένθος του θανάτου,
της ομορφιάς πώς γίνεται ο βλαστός ν’ αντισταθεί
που από λουλούδι είναι πιο εύθραυστη η δροσιά του;
Πώς οι μελίπνοοες στιγμές του θέρους ν’ αμυνθούν
εμπρός στ’ ολέθριο το μένος του χειμώνα,
όταν και βράχοι απόρθητοι στο τέλος δεν κρατούν,
πύλες χαλύβδινες λυγίζουν με τα χρόνια;
Σε ποιο ερμάρι μυστικό κι ανέγγιχτο ο καιρός
το πιο ακριβό του τιμαλφές θα προστατεύσει;
Στο βήμα του τ’ ορμητικό ποιος θα σταθεί φραγμός,
την αρπαγή της ομορφιάς ν’ απαγορεύσει;
Κανείς, αλίμονο, κανείς. Εκτός κι ένας θεός
στάξει μες στο μελάνι μου το ανέκκλητό σου φως.
*
CXXX
Τα μάτια της δεν μοιάζουν με ηλιαχτίδα
κι είναι τα χείλη της χλωμά μπρος στο κοράλλι.
Άμα το χιόνι είναι λευκό, έχει τα στήθη ωχρά·
μαύρα, συρμάτινα μαλλιά έχει στο κεφάλι.
Τριαντάφυλλα έχω δει ολοπόρφυρα,
μα τέτοια δεν θα βρω στα μάγουλά της.
Γεύθηκα αρώματα πολύ τερπνότερα
από τα μύρα που ανασαίνω στα φιλιά της.
Ευφραίνομαι όταν μου μιλάει κι ας ξέρω
πόσο γλυκύτερη είναι η μουσική.
Ποτέ μου δεν αντίκρισα θεά να περπατά,
μα αυτή βαδίζοντας πατάει στη γη.
Τόσο όμως στη ζωή μου βασιλεύει,
που κάθε σύγκριση άλλη περιττεύει.
Τόσο όμως τη ζωή μου κυβερνά,
που ανούσια τ’ άλλα μοιάζουν. Και κενά.
*
μετάφραση Κώστας Κουτσουρέλης
.
.

Σχολιάστε