ένα νυχτοπούλι πετάει στα βουβά πάνω από τη γη

11/04/2012 Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο ένα νυχτοπούλι πετάει στα βουβά πάνω από τη γη

μια παράφορη δίψα για τη ζωή

Άντον Τσέχοφ, 1860-1904

Όταν ψηλώνει το φεγγάρι, η νύχτα χλωμαίνει κι οι σκιές γίνουνται πιο έντονες. Ούτε ίχνος ομίχλης, Ο αέρας είναι διάφανος, δροσερός και χλιαρός. Ο δρόμος φαίνεται καθαρά, και μπορούμε να διακρίνουμε κοντά στο δρόμο τους μίσχους των ψηλών χορταριών. Βλέπουμε, όσο κόβει το μάτι, κρανία και πέτρες. Ύποπτες μορφές, που μοιάζουν με καλόγερους, φανερώνουνται στο σκοτεινό στο σκοτεινό βάθος της νύχτας, πιο μαύρες και πιο σκοτεινές. Μέσα στο μονότονο κρι-κρι των εντόμων που ταράζει την ακίνητη ατμόσφαιρα, ακούεται όλο και πιο συχνά το ξαφνιασμένο α-α!, κι αντηχεί η φωνή κάποιου πουλιού που ξύπνησε ή ονειρεύεται. Πλατιές σκιές γλιστρούν πάνω στην πεδιάδα, σα σύννεφα στον ουρανό, και, στο απίθανο κεμάκρυσμά τους, αν τις κοιτάξουμε πολλή ώρα, εικόνες ομιχλώδεις και φανταστικές υψώνουνται και στοιβάζουνται η μια πάνω στην άλλη… Νιωθουμε φόβο.

Κοιτάζοντας τον ωχροπράσινο ουρανό, σπαρμένο από αστέρια, όπου δεν υπάρχει ούτε ένα σύννεφο, ούτε μια κηλίδα, νιώθουμε γιατί ο χλιαρός αέρας είναι ακίνητος, γιατί η φύση αγρυπνάει προσεχτική και δεν τολμάει να κινηθεί: φοβάται και δεν θέλει να χάσει ούτε στιγμή ζωής. Δε μπορεί κανείς να κρίνει το ατέλειωτο βάθος και την απεραντοσύνη του ουρανού παρά μόνο σα βρίσκεται στη θάλασσα ή στη στέπα, τη νύχτα, όταν λάμπει το φεγγάρι· είναι ωραίος τότε, τρομάζει και χαϊδεύει· κοιτάζει και σε τραβάει, και το χάδι του ξελογιάζει.

Περπατάμε μια ώρα, δυο ώρες… Συνταντούμε ένα μυστηριώδη πετροσωρό, ή μια πέτρινη γυναίκα που βρίσκεται στημένη εκεί, άγνωστο υπό ποιον κι από πότε. Ένα νυχτοπούλι πετάει στα βουβά πάνω από τη γη, και σιγά σιγά οι θρύλοι των στεπών, οι αφηγήσεις αυτών που συναντούμε, τα παραμύθια που ακούμε από τις γριές υπηρέτριες που κατάγουνται από τις στέπες, κι όσα αντιληφθήκαμε εμείς οι ίδιοι ή νιώσαμε με την καρδιά, μας ξανάρχονται στο νου. και τότε το κρι-κρι- των εντόμων, οι ύποπτες μορφές κι οι πετροσωροί, το γαλάζιο του ουρανού, το φως του φεγγαριού, το πέταγμα ενός νυχτοπουλιού, όλα όσα βλέπουμε κι όλα όσα ακούμε, αρχίζουν να μας φαίνουνται πως είναι ο θρίαμβος της ομορφιάς και της νιότης, ή άνθηση των δυνάμεων· και νιώθουμε μια παράφορη δίψα για τη ζωή. Η ψυχή υψώνεται σε ταυτοφωνία μ΄ αυτόν τον άγριο κι όμορφο τόπο, και θα θέλαμε να πετούσαμε μαζί με το νυχτοπούλι, πάνω από τη στέπα. Μέσα σ’ αυτό το θρίαμβο της ομορφιάς, μέσα; στο ξεχείλισμα της ευτυχίας, νιώθει κανείς την προσπάθεια και την αγωνία, λες και η στέπα καταλαβαίνει πως είναι μόνη, πως τα πλούτη της, κι ό,τι εμπνέει, χάνουνται στον κόσμο, ανώφελα για όλους, και δίχως να τραγουδιούνται από κανέναν!

.

[Άντον Τσέχοφ, (απόσπασμα) «Η Στέπα», εκδόσεις Γράμματα. Μετάφραση Σπύρος Σκιαδαρέσης]

.

.

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

What’s this?

You are currently reading ένα νυχτοπούλι πετάει στα βουβά πάνω από τη γη at αγριμολογος.

meta

Αρέσει σε %d bloggers: