[Μιάν άλλη φορά ·

28/02/2018 § Σχολιάστε

Της Αλεξάνδρας Αλεξανδρίδου
-15 χρόνια Στάχτες -Αρχείο Φεβρουαρίου, 2016
Κάθε Τετάρτη, μια ανάρτηση-αφιέρωμα

fav-3

Πέρασε το πρωί του να αδειάζει ντουλάπες και συρτάρια. Κουστούμια, παντελόνια, πουκάμισα λευκά, γραβάτες, γυαλιστερά καλά παπούτσια έμπαιναν πρόχειρα σε μαύρες σακκούλες που φούσκωναν στο δωμάτιο. Θα κρατούσε μόνο κοντομάνικα, φόρμες, φούτερ, ίσως και κανένα ελαφρύ πλεχτό για το φθινόπωρο. Δε θα χρειαζόταν τα χειμωνιάτικα. Τι να τα κρατούσε; Μάλλον δε θα προλάβαινε τον επόμενο χειμώνα.Άσε που δεν του έκαναν πια. Κολυμπούσε μέσα σε όλα. Μπατζάκια και μανίκια του κρέμονταν, σα να ήταν κλόουν. Καλύτερα να τα έδινε όλα. Σίγουρα κάποιοι άλλοι, τα είχαν περισσότερο ανάγκη. Δεν κάθισε κάν να τα κοιτάξει λιγάκι πριν τα σακκουλιάσει. Να ανάψει ένα τσιγάρο, σαν πρωταγωνιστής σε ταινία, να τα κοιτάξει μελαγχολικά και να αναπολήσει τις στιγμές που του θύμιζαν. Καλύτερα να μη σκεφτόταν και πολύ.

            Ακούστηκε το κινητό του, κάπου χαμένο ανάμεσα στα ρούχα που ετοιμάζονταν για αναχώρηση. Το όνομα της ανηψιάς του αναβόσβηνε στην οθόνη. Δεν άντεχε να απαντήσει εκείνη την ώρα. Κρατώντας το κινητό, κοίταξε μια φωτογραφία τους απέναντι στο κομοδίνο. Χαμογελαστός τριαντάρης με μαύρα, σγουρά, πυκνά μαλλιά και τα τεράστια κοκκάλινα καφέ γυαλιά της εποχής, κρατούσε αγκαλιά το μωρό, λίγων μηνών ακόμα. Αναρωτιόταν πόσο είχε αλλάξει από τότε. Δεν είχε καν το κουράγιο να αντικρύσει τον εαυτό του στον καθρέφτη πια. Έτρεμε μια ζωή τα γηρατειά, τις ρυτίδες, τα αυλάκια στα μάγουλα, την αλλοίωση στο πρόσωπο. Κακώς είχε ξεχάσει να φοβάται και τις αρρώστιες. Δεν είχε υπολογίσει καλά τα πράγματα.

            Ήθελε πολύ να την ακούσει. Ήξερε τι ήθελε. Να του θυμίσει την πρόσκληση αύριο το βράδυ στο σπίτι της για να γνωρίσει το φίλο της. Δεν άντεχε να πάει, αλλά ούτε και να της το αρνηθεί. Προς το παρόν έπρεπε να ξεφορτωθεί τα ρούχα, κάπου που είχε υπόψη του ότι τα χρειάζονταν. Δύο μέρες ακόμα πριν τη νέα εισαγωγή και με την ευκαιρία θα έπαιρνε και λίγο αέρα αυτή την τελευταία άνοιξη. Στοίβαξε τις σακκούλες στο αυτοκίνητο και κατηφόρησε με τα πόδια στο παρκάκι της γειτονιάς. Μετά από κάποια βήματα βαριά, κάθισε τελικά σε ένα παγκάκι λαχανιασμένος. Έβγαλε το κινητό του: «Κορίτσι μου δε θα μπορέσω δυστυχώς αύριο. Κάτι προέκυψε. Μια άλλη φορά, ναί? Σε φιλώ.» Θα προτιμούσε την αλήθεια, αλλά τι να της έλεγε και τι να καταλάβαινε.

            Η κλήση από το τηλέφωνό του τη βρήκε να τρέχει να προλάβει ένα ραντεβού. Την άκουσε και είδε ποιός καλούσε. Δε ήθελε να του απαντούσε. Ήταν ακόμα πολύ θυμωμένη με το προχθεσινό ψέμα του. Άκου κάτι προέκυψε! Τι δηλαδή;

Το άφηνε να χτυπάει αλλά άρχισε να το μετανιώνει. Πήρε πίσω. Η φωνή της μάνας της και όχι εκείνου. «Μπήκε στην εντατική. Είμαι στο νοσοκομείο. Έλα σε παρακαλώ». Με ένα ξερό «καλά», έκλεισε το τηλέφωνο και σταμάτησε σε ένα παγκάκι. Μια ανάσα, πριν τρέξει πάλι προς τη λεωφόρο για ταξί. Εντατική; Γιατί; Αφού της το είχαν πει ότι πήγαινε πολύ καλύτερα. Θα μπορούσε να τον δεί; Θα προλάβαινε να του μιλήσει; Μα προχθές μόνο πρόλαβε να τη θυμώσει. Και εκείνη έδειχνε να μην καταλαβαίνει τίποτα ή μάλλον να μη θέλει να καταλάβει. Επέμενε να τον σκέφτεται, όπως ήταν πριν αρρωστήσει, όπως ήταν πάντα. Να απευθύνεται στον παλίο της θείο, να θυμώνει με τα ψέματα του, να αρνείται να δει ότι τους τελευταίους μήνες εκείνος είχε επιλέξει να αποχαιρετά σιγά σιγά ό,τι τον περιτριγύριζε.

Έβαλε τσιγάρο στο στόμα και μετάνιωνε για το θυμό της. Γιατί της ήταν τόσο δύσκολο να καταλάβει; Έψαξε στην τσάντα και στις τσέπες της για τον αναπτήρα. Μετάνιωνε ακόμα πιο πολύ. Τελευταία μόνο ο δικός της χρόνος της φαινόταν να είναι αμείλικτος, ενώ ο δικός του ήταν ο περιορισμένος. Ο κοινός τους χρόνος ήταν που λιγόστευε τελικά και ήταν ήδη αργά. Ξεκίνησε να τρέχει πάλι και μπήκε στο πρώτο ταξί για το νοσοκομείο.

Φόρεσε την πράσινη στολή του χειρούργου που της έδωσαν και ένιωθε σαν εξωγήινος, όταν μπήκε στο δωμάτιο. Στο απέναντι κρεβάτι εκείνος καλωδιομένος. Τον κοιτούσε σα χαμένη και αναρωτιόταν, αν ήταν ήδη μακριά. Αν ήταν αυτό το δωμάτιο το μεταβατικό σταδιο. Την τρόμαζε πάντα η λέξη «εντατική», γιατί σήμαινε το βήμα πριν το τέλος. Καθώς πλησίαζε προς το κρεβάτι, εκείνος άνοιξε τελικά τα μάτια του διάπλατα. Αυτά τα τόσο περίεργα ανοιχτά γαλανά του μάτια. Το μόνο χαρακτηριστικό που είχε απομείνει αναλλοίωτο πάνω του. Στο σκελετωμένο πρόσωπο του, τα μάτια του φάνταζαν τον τελευταίο μήνα όλο και μεγαλύτερα, όλο και πιο λαμπερά. Προσπαθούσε να της μιλήσει, μα ο σωλήνας στο στόμα του, δεν τον άφηνε. Ήταν ζωντανός και εκείνη άρχισε να κλαίει, γιατί έως εκείνη τη στιγμή ήταν σίγουρη ότι το ταξίδι του είχε ήδη ξεκινήσει. Είχε όμως λίγο χρόνο ακόμα. «Συγχώρα με. Δεν ήθελα να σου θυμώσω». Ήθελε να σταματήσει να κλαίει, για να μην τον τρομάζει περισσότερο.

Κούνησε το κεφάλι του δεξιά αριστερά προσπαθώντας να της πει κάτι. Ρουφώντας τη μύτη της, του είπε να μην ανησυχεί. «Μόλις βγεις, θα έρθεις από το σπίτι». Τα γαλανά του μάτια έκλεισαν πάλι αργά και το στόμα του πήρε να σχηματίσει κάτι σαν αχνό χαμόγελο. «Μιάν άλλη φορά» σκέφτηκε και ήταν αλήθεια τώρα.

*

©Αλεξάνδρα Αλεξανδρίδου, Στάχτες Φεβρουαρίου, 2016
φωτο©Στράτος Φουντούλης

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

What’s this?

You are currently reading [Μιάν άλλη φορά · at αγριμολογος.

meta

Αρέσει σε %d bloggers: