[Ξαναγράφοντας τα ανθρώπινα δικαιώματα ·

26/04/2020 § Σχολιάστε

©Stratos Fountoulis, «Opus Dei?» acrylic on paper 30x30cm, 2005

Samuel Moyn, Not Enough: Human Rights in an Unequal World [Όχι αρκετά: Ανθρώπινα δικαιώματα σε έναν άνισο κόσμο], Belknap Press / Harvard University Press, σελ. 277

David Kinley, Necessary Evil: How to Fix Finance by Saving Human Rights [Αναγκαίο κακό: Πώς να διορθώσουμε τα χρηματοοικονομικά διασώζοντας τα ανθρώπινα δικαιώματα], Oxford University Press, σελ. 268

The New York Review of Books via Athens Review of Books / Tεύχος 115 – ΜΑΡΤΙΟΣ 2020

Από τον Μπένζαμιν Νέιθανς (Benjamin Nathans)

Πριν μερικά χρόνια, οι New York Times δημοσίευσαν ένα άρθρο γνώμης του τραγουδιστή και μουσικού Φαρέλ Γουίλιαμς, το εξαιρετικά επιτυχημένο τραγούδι του οποίου με τίτλο «Happy» βρέθηκε στην κορυφή των τσαρτ το 2014, ενώ το βιντεοκλίπ που το συνοδεύει έχει πλέον πάνω από ένα δισεκατομμύριο θεατές. «Η ευτυχία», δήλωσε ο Γουίλιαμς, «είναι ανθρώπινο δικαίωμα. Δεν είναι ούτε πολυτέλεια ούτε κάτι ασήμαντο. Δίνεται στον καθένα μας την ώρα που γεννιέται, αλλά πρέπει να αναγνωρίσουμε την ύπαρξή του. Είναι εξίσου σημαντική με τον αέρα στα πνευμόνια μας». Οι αναγνώστες των Times αγαλλίασαν: το αναφαίρετο δικαίωμά τους στην επιδίωξη της ευτυχίας ήταν πλέον δικαίωμα στην ίδια την ευτυχία.

Η ιστορία των ανθρώπινων δικαιωμάτων παρουσιάζεται συχνά ως μια σειρά από τέτοιες αναβαθμίσεις. Το ένα είδος ‒ας το πούμε οριζόντιο‒ αφορά τη διεύρυνση του κύκλου των ατόμων που θεωρούνται πλήρως άνθρωποι, από τους λευκούς άντρες ιδιοκτήτες γης σε όλους τους λευκούς άντρες και εν συνεχεία στις θρησκευτικές μειονότητες, τις φυλετικές μειονότητες, τις γυναίκες, τους ανάπηρους και τις σεξουαλικές μειονότητες. Μια άλλη αναβάθμιση ‒ας την πούμε κάθετη‒ αφορά την επέκταση του καταλόγου των ίδιων των δικαιωμάτων. Αυτή η ιστορία συνήθως ξεκινά με το δικαίωμα στην ιδιωτική ιδιοκτησία και τις κλασικές ατομικές και πολιτικές ελευθερίες του λόγου, της συνάθροισης, της θρησκευτικής συνείδησης, της ψήφου, πριν την υιοθέτηση των κοινωνικών και οικονομικών δικαιωμάτων «δεύτερης γενιάς» στην εργασία, τη μόρφωση, τη στέγη και την υγεία, η οποία ακολουθήθηκε από τα συλλογικά δικαιώματα «τρίτης γενιάς» στον συλλογικό αυτοπροσδιορισμό, την πρόσβαση σε φυσικούς πόρους, την πολιτισμική κληρονομιά, την ειρήνη, τον καθαρό αέρα και το καθαρό νερό. Εξακολουθούν να εμφανίζονται νέες αναβαθμίσεις και προς τις δύο διαστάσεις: τα δικαιώματα των ζώων και τα δικαιώματα των παιδιών, το δικαίωμα στην υγεία (όχι μόνο στην περίθαλψη), στην ταυτότητα και, τώρα, στην ευτυχία.

Τα ανθρώπινα δικαιώματα αυξήθηκαν και πλήθυναν. Όμως σήμερα το γενεαλογικό δέντρο δείχνει σημάδια σήψης. Πολύ πριν την έλευση ενός Αμερικανού προέδρου που τα αντιμετωπίζει με περιφρόνηση, τα ανθρώπινα δικαιώματα αντιμετωπίζονταν με καχυποψία ως η πιο πρόσφατη εκδοχή του επιβαλλόμενου εκπολιτισμού εκ μέρους της Δύσης, ως βιτρίνα της στρατιωτικής επιθετικότητας, ή απλώς ως αναποτελεσματικά όργανα πολιτικής αλλαγής. Ακόμη και σε υποθέσεις κατάφωρων παραβιάσεων, τα διεθνή δικαστήρια ανθρωπίνων δικαιωμάτων συχνά χρειάζονται δέκα και πλέον χρόνια για να απονείμουν δικαιοσύνη σε έναν σχετικά μικρό αριθμό εναγόμενων. Από όσους παραπέμφθηκαν για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας στη διάρκεια των πολέμων στη Γιουγκοσλαβία τη δεκαετία του 1990, πάνω από δέκα, περιλαμβανομένου και του πρώην προέδρου της Σερβίας Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς, πέθαναν πριν την ολοκλήρωση της διαδικασίας. Η εξωδικαστική τεχνική της δημόσιας κατακραυγής ‒να κατονομάζονται δημόσια όσοι παραβιάζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα‒ παρουσιάζει επίσης συμπτώματα μαρασμού, εφόσον απαιτεί οι στόχοι της να είναι επιρρεπείς σε πολιτισμικά ιδιόμορφους τύπους ντροπής ή, όπως το έθεσε κάποτε ο Ζιλιέν Μπεντά, να είναι βάρβαροι που αισχύνονται για τη βαρβαρότητά τους. Επιπλέον, ως κυρίαρχη ηθική γλώσσα του καιρού μας, τα ανθρώπινα δικαιώματα μοιάζουν ανίσχυρα ή στην καλύτερη περίπτωση βουβά εμπρός στην κύρια ηθική πρόκληση της εποχής μας: την αυξανόμενη οικονομική ανισότητα τόσο στο εσωτερικό των χωρών όσο και μεταξύ τους.

Κανείς δεν έχει συμβάλει περισσότερο από τον Σάμουελ Μόιν στη διατάραξη της ιστορίας των ανθρώπινων δικαιωμάτων ως θριαμβευτικής πορείας αναβαθμίσεων από τη Μάγκνα Κάρτα στην Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Το βιβλίο του The Last Utopia: Human Rights in History (Η τελευταία ουτοπία: Ανθρώπινα δικαιώματα στην Ιστορία, 2010) έκανε θεραπεία με ηλεκτροσόκ σε έναν τομέα φυλακισμένο στην ίδια του την ουιγική αντίληψη. Τα πραγματικά οικουμενικά ανθρώπινα δικαιώματα, υποστήριξε ο Μόιν, απαιτούσαν μια τομή με την αντίληψη του 18ου αιώνα, ότι τα δικαιώματα εδράζονται στην ιδιότητα του πολίτη εντός συγκεκριμένων εθνών κρατών. Μονάχα η ματαίωση των άλλων ουτοπικών συστημάτων κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου ‒μεταξύ αυτών ο σοσιαλισμός και η παγκόσμια κυβέρνηση‒ κατέστησε δυνατή τη μετατόπιση του ηθικού ιδεαλισμού στο θέμα των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Αντί να σηματοδοτεί το αποκορύφωμα μιας παράδοσης αιώνων, επέμεινε ο Μόιν, η Διακήρυξη των Δικαιωμάτων, που μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο αυτοδιαφημιζόταν ως «κοινό ιδανικό στο οποίο πρέπει να κατατείνουν όλοι οι λαοί και όλα τα έθνη», υπήρξε ένα θνησιγενές κείμενο που πνίγηκε από την αντιπαράθεση Ανατολής-Δύσης. Μόλις τη δεκαετία του 1970 τα ανθρώπινα δικαιώματα απέκτησαν στάτους διεθνούς μεθόδου ηθικής κρίσης που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να διαμορφώσει τη συμπεριφορά των κυβερνήσεων.

Δεν χρειάζεται κανείς να αποδέχεται την επιμονή του Μόιν στην τομή έναντι της συνέχειας ως το λάιτ-μοτίφ της ιστορίας των ανθρώπινων δικαιωμάτων για να εκτιμήσει τον κομψό τρόπο με τον οποίο απογυμνώνει τον αυτοανακηρυγμένο αυτονόητο χαρακτήρα τους. Μάλιστα, όμως σημείωσε αργότερα, τράβηξε το επιχείρημα της ασυνέχειας «όσο πιο μακριά μπορούσ[ε] … ίσως υπερβολικά». Εντούτοις, αποκαθιστώντας την αίσθηση του απρόοπτου στην όλη ιστορία και αποκαλύπτοντας τους δρόμους που δεν ακολουθήθηκαν, ο Μόιν μας έδωσε την ευκαιρία να δούμε τα ανθρώπινα δικαιώματα ως μία εναλλακτική ανάμεσα σε πληθώρα άλλων μέσα στην ιστορία της ηθικής συλλογιστικής. Αντί να αιωρούνται πάνω από την πολιτική, τα ανθρώπινα δικαιώματα αντικατόπτριζαν την πολιτική νοοτροπία του καιρού τους: την εποχή του ατομισμού και της παγκοσμιοποίησης.

Ο Μόιν έκανε τώρα κάτι εξαιρετικά ασυνήθιστο στα χρονικά της βιβλιογραφίας: επανήλθε στο πεδίο που διερεύνησε στην Τελευταία ουτοπία ‒ένα έργο με το οποίο απέκτησε διεθνή αναγνώριση‒ από μια εντελώς νέα οπτική. Εξίσου αξιόλογη, η πιο πρόσφατη «αναθεώρησή» του της ιστορίας των ανθρώπινων δικαιωμάτων καταλήγει ότι, πόρρω απέχοντας από το να είναι ουτοπικά, τα ανθρώπινα δικαιώματα όπως τα αντιλαμβανόμαστε σήμερα στην πραγματικότητα «δεν αρκούν». Δεν αρκούν για να αποτρέψουν τα τερατώδη άκρα της φτώχειας και του πλούτου· δεν αρκούν για να μας οδηγήσουν πέρα από την «κούφια αλληλεγγύη» της σύγχρονης κοινωνίας· δεν αρκούν για να αντιμετωπίσουν τους ολέθρους του νεοφιλελεύθερου φονταμενταλισμού της αγοράς. Ιστορικά, τα ανθρώπινα δικαιώματα παρείχαν ένα κρίσιμο λεξιλόγιο για τη χάραξη ορίων στην εξουσία των κρατών, ανεξάρτητα από το αν αυτή η εξουσία βρίσκεται στα χέρια ενός μονάρχη, ενός δικτάτορα ή μιας δημοκρατικής πλειοψηφίας. Όμως δεν έχουν σχεδόν καθόλου επιχειρήσει να κάνουν το ίδιο όσον αφορά την εξουσία των εταιρειών, των τραπεζών ή της ίδιας της αγοράς, με σημαντική εξαίρεση τον περιορισμό των διακρίσεων. Το Όχι αρκετά μας ζητά να ξανασκεφτούμε τι θα μπορούσαν πιθανόν να πετύχουν τα ανθρώπινα δικαιώματα εάν χρησιμοποιούνταν όχι απλώς για να θέσουν όρια στην κρατική εξουσία, αλλά για να αξιοποιήσουν αυτή την εξουσία με σκοπό την προαγωγή της οικονομικής ισότητας.

Διαβάστε τη συνέχεια στην ARB—>>

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

What’s this?

You are currently reading [Ξαναγράφοντας τα ανθρώπινα δικαιώματα · at αγριμολογος.

meta

Αρέσει σε %d bloggers: