[τα χείλια της κουνιόνταν σε μια σιωπηλή χωρίς λόγια προσευχής·
22/03/2025 § Σχολιάστε

[…] Άν έφευγε, αύριο θά’ ταν κιόλας στην ανοιχτή θάλασσα και κοντά της ο Φρανκ· θα πλέαν προ το Μπουένος Άυρες. Οι θέσεις ήταν κρατημένες. Μπορούσε τώρα να οπισθοχωρήσει; ύστερα απ’ όσα έκανε γι’ αυτήν; Η στενοχώρια της έφερε σαν μια ναυτία· όλο το σώμα της ήταν παγωμένο και τα χείλια της κουνιόνταν σε μια σιωπηλή χωρίς λόγια προσευχής.
Μια καμπάνα χτυπούσε στη θέση της καρδιάς της.
Αισθάνθηκε τον Φρανκ να της σφίγγει το χέρι. «Έλα», είπε.
Όλες οι θάλασσες του κόσμου φουρτούνιασαν μές στην καρδιά της. Το χέρι του, το δικό της χέρι, την τραβούσε προς αυτή τη θάλασσα που θα την έπνιγε, θα την κατάπινε. Άρπαξε τη σιδερένια μπάρα με τα δυο της χέρια.
«Έλα», φώναξε ο Φρανκ.
Όχι, όχι, αυτό ήταν αδύνατον. Τα χέρια της σφίχτηκαν με μανία στο σίδερο. Από τα βάθη της θάλασσας που πλημμύριζε την καρδιά της, έστελνε σιωπηλές κραυγές αγωνίας.
Ο Φρανκ έσκυψε πάνω απ’ τη μπάρα και της φώναξε να τον ακολουθήσει.
«Έβελυν… Έβε…»
Τον έσπρωχναν, του φώναζαν να προχωρήσει, όμως αυτός αξακολουθούσε να την φωνάζει.
Γύρισε προς αυτόν ένα άσπρο ανέκφραστο πρόσωπο σαν ζώου αβοήθητου. Στα μάτια της δεν υπήρχε κανένα σημάδι, ούτε έρωτα, ούτε αποχαιρετισμού, ούτε καν αναγνώρισης.
*
[Τζέημς Τζόυς, Δουβλινέζοι ―Το τέλος του διηγήματος «Έβελυν». μτφρ.: Μαντώ Αραβαντινού, εκδόσεις Ηριδανός, 1977