[μικρός, τότε που χάζευα τις αράχνες·

22/02/2026 § Σχολιάστε

Δειλινό. Ο αέρας γαληνεύει. Ο κόσμος χαμηλώνει τη φωνή του. Η αράχνη ξεκινά το λεπτό της έργο. Η υφάντρα της σιωπής. Διαλέγει γωνιά — ανάμεσα σε δύο κλαδιά. Κάτω από ένα γείσο. Όπου οι διαδρομές εντόμων διασταυρώνονται με τη μοίρα τους.

Αφήνει μια πρώτη κλωστή να φύγει από μέσα της. Ασημένιο νήμα αιωρείται διστακτικά να βρει στήριγμα. Είναι η αρχή μιας γέφυρας. Ενός αόρατου περάσματος στο κενό. Περνά πάνω της. Τη δυναμώνει. Την εμπιστεύεται. Κάθε βήμα της μετρημένο. Γνωρίζει. Η ακρίβεια είναι επιβίωση.

Αργά αργά, ο σκελετός του ιστού απλώνεται. Ακτίνες ξεκινούν από ένα αδιόρατο ακόμη κέντρο. Σκέψεις γεννιούνται πριν πάρουν σχήμα. Με υπομονή τελετουργική. Αρχίζει η ύφανση της σπείρας — κύκλο τον κύκλο, γύρο τον γύρο — το κενό μεταμορφώνεται σε σχέδιο.

Το δίχτυ της δεν είναι απλώς παγίδα. Είναι αρχιτεκτονική από μετάξι. Μουσική από δονήσεις. Κάθε κλωστή τρέμει στο παραμικρό άγγιγμα. Μεταφέροντας μηνύματα. Μόνο εκείνη μπορεί να τα διαβάσει. Και όταν όλα πια είναι έτοιμα, η αράχνη στέκεται στο κέντρο του κόσμου που δημιούργησε. Ακίνητη και άγρυπνη.

Και μέσα στη νύχτα που πυκνώνει. Ένα ανεπαίσθητο ρίγος διαπερνά το μετάξι. Όχι ήχος — δόνηση. Όχι κραυγή — ψίθυρος. Παγιδευμένος σε κύκλους αόρατους. Η αράχνη δεν βλέπει· αφουγκράζεται με τα πόδια της. Διαβάζει το μήνυμα που τρέχει πάνω στις κλωστές. ‘Οπως νερό πάνω σε χορδή.

Κινείται αργά. Με βεβαιότητα αρχαία. Καμία βιασύνη. Στο σύμπαν της· υπάρχει μόνο ακρίβεια. Κάθε βήμα την φέρνει πιο κοντά. Στο σημείο το σχέδιο συναντά την τύχη. Το δίχτυ τεντώνεται. Αντέχει. Αγκαλιάζει.

Κι όταν η ταραχή κοπάσει, ο ιστός ξαναβρίσκει τη σιωπή. Στο κέντρο του, η δημιουργός του παραμένει ακίνητη. Στοχάζεται το εύθραυστο μεγαλείο της τέχνης της. Γιατί το έργο της δεν είναι μόνο ανάγκη — είναι επιμονή απέναντι στο χάος. Μια νίκη τάξης στον αέρα.

Το έργο της δεν είναι αιώνιο. Η σκόνη. Ο άνεμος. Ο χρόνος· το φθείρουν. Μετα από λίγες μέρες, θα το μαζέψει. Θα το πάρει πίσω μέσα της· για να το ξανακάνει νήμα. Και αύριο, αν ο άνεμος το σκίσει ή η βροχή το βαραίνει, θα αρχίσει πάλι από την αρχή. Με το ίδιο μετάξι. Την ίδια υπομονή. Την ίδια αόρατη γνώση πως ό,τι γκρεμίζεται μπορεί να υφανθεί ξανά — πως από το κενό γεννιέται πάντα, αθόρυβα, ένα θαύμα από μετάξι…

*

ΥΓ: Μικρός χάζευα τις αράχνες. Καθόμουν με τις ώρες και τις παρατηρούσα, πώς έπλεκαν τον ιστό τους, με τι απίστευτη υπομονή και ακρίβεια. Μου φαινόντουσαν τόσο παράξενες. Σχεδόν μαγικές — τόσο μικρές αλλά τόσο ικανές. Δεν τις φοβόμουν· αντίθετα, με γοήτευε το πόσο ήσυχα και συγκεντρωμένα πλάσματα ήταν.

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

What’s this?

You are currently reading [μικρός, τότε που χάζευα τις αράχνες· at αγριμολογος.

meta