[Ο γιος της καλογριάς ·

25/03/2020 § 1 σχόλιο

Γεώργιος Καραϊσκάκης ή Καραΐσκος
(Σκουληκαριά Άρτας ή Μαυρομμάτι Καρδίτσας, 23 Ιανουαρίου 1782 – Φάληρο, 23 Απριλίου 1827)

Karl Krazeisen, 1828, Γεώργιος Καραϊσκάκης

Σαν τα παραμύθια αρχίζει τούτη η ιστορία. Στο κεφαλοχώρι του Ροδοβιτσιού της Άρτας, Σκουληκαριά, ζούσε πριν από εκατόν ογδόντα πάνω- κάτω χρόνια μια θεληματικιά κοπέλα, η ζωή Ντιμισκή, αδελφή του κλέφτη Κώστα Ντιμισκή και ξαδέλφη του καπετάν Γώγου Μπακόλα. Παντρεύτηκε ένα ξενοτοπίτη, τον Γιαννάκη από το Μαυρομάτι Καρδίτσας. Την πήρε νύφη, με τα λαγούτα και τις πίπιζες , και την πήγε στο δικό του χωριό. Μα τούτο το στεφάνωμα στάθηκε άτυχο. Έπειτα από λίγο πέθανε ο άντρας της και την άφησε χήρα, νέα και άτεκνη.

Θες τα λόγια του κόσμου, θες η φτώχεια, θες η συνήθεια, την έκαναν να καλογερέψει και να μπει καντηλανάφτισσα στο μοναστήρι του Αη-Γιώργη, που γνώριμος ή συγγενής της ήταν ο γέρος ηγούμενος.

Κάτω όμως από το ράσο έβραζε το αίμα της. Η ζωή της γύρευε τα δικαιώματά της που μάταια προσπάθαγε να πνίξει.

Εκεί γύρω στα 1780, κονάκιασε, ως φαίνεται στο μοναστήρι, ο φοβερός Δημήτρης Καραϊσκος, αρματωλός του Βάλτου. Λιμπίστικε την ομορφιά της νιας καλογριάς, την έμπλεξε στα δίχτυα του και πλάγιασε μαζί της. Ευλογημένη ώρα! Η Ελλάδα της χρωστάει έναν από τους πιο λαμπρούς ήρωες του εικοσιένα.

Οι μήνες περνούσαν και το γκάστρι πια δεν κρυβόταν. Να γεννήσει στο μοναστήρι ήταν σκάνδαλο και αμαρτία Την πήγανε σε μια σπηλιά, που τώρα τηνε δείχνουν με περηφάνια οι Μαυρωματιώτες, και σ΄ αυτή, όπως τα’ αρκούδια έφερε στον κόσμο το παιδί της. Τα’ αφαλόκοψε μοναχή της, συγυρίστηκε η ίδια και το φάσκιωσε με κάτι παλιοκούρελα που μπόρεσε να οικονομήσει! Άνοιξε τον κόρφο της κι έφερε τα χείλια του μωρού στη ρόγα του βυζιού της. Του χαμογέλασε. Ήτανε Μάης κι ολούθε γύρω στη σπηλιά ανθοβολούσε ο βράχος.

Μα γρήγορα συννέφιασε το πρόσωπό της, όταν λογάριασε το τιθ’ απογίνουν εκείνο κι αυτή. Η πόρτα του μοναστηριού βρισκόταν πια κλειστή για την αμαρτωλή και το μπάσταρδο. Να πάει στους συγγενείς του αντρός της ; Αμ ποιος θα τη δεχόταν, αφού απίστησε στη μνήμη του μακαρίτη; Να γυρίσει πίσω στο χωριό της; Δε θα συναντούσε άλλο τίποτα εξόν από την καταφρόνια των δικών της. Δεν της απόμενε παρά να τα βγάλει πέρα μοναχή της.

Αφού κάθισε η λεχώνα λίγο καιρό στη σπηλιά, όπου της έφερνε τροφή οι γέρος ηγούμενος, παράδωσε το παιδί στη γυναίκα κάποιου Σαρακατσάνη τσέλιγκα, Πουλιάνα τηνε λέγανε, να το βυζάξει κι αυτή πήρε των αμαρτιών της κι έφυγε. Ντυμένη πάντα τα καλογερίστικα, γύριζε από χωριό σε χωριό πουλώντας κεριά, μοσχολίβανο, σταυρούς και θαυματουργό από τα καντήλια της εκκλησίας λάδι, μοναδικό για τον πονόματο.

Ο τόπος όμως μικρός και σιγά- σιγά το μυστικό της γίνηκε βούκινο. Και καθώς ήτανε ναι κι όμορφη, άκουγε λόγια φαρμακωμένα. Μα η Ζωή δεν το ‘βαζε κάτω’ αποκρινόταν στα πρώτα με μια πιο βαριά ακόμα βρισιά και στ΄ άλλα μ΄ έναν πιο τσουχτερό λόγο. Απ’ αυτήνανε λένε πως πήρε ο ΚαραΪσκάκης την άτσαλη γλώσσα που είχε ως το τέλος της ζωής του.

Κι όταν τ΄ ανίδεο παιδί άρχισε να μπουσουλάει κι ύστερα να τραυλίζει, ρώταγαν τους Σαρακατσαναίους τσελιγκάδες που το είχαν;

– Ποιανού είναι τούτο το μούλικο;

Κι έπαιρναν την απόκριση:

Ο γιος της καλογριάς.

Αυτό στάθηκε το πρώτο όνομά του. Και Δε λησμονήθηκε ποτέ. Τον ακολούθησε ίσαμε το θάνατο. Κι έπειτα πέρασε στην ιστορία.

*
[Δημήτρης Φωτιάδης, Καραϊσκάκης, εκδόσεις Δωρικός

[οι «Παλιές Καλές Εποχές» ·

23/03/2020 § Σχολιάστε

Plague doctors sometimes wore a special uniform. Wellcome Collection, CC BY

Ημερολόγιό μου, στις προηγούμενες συμφορές/πανούκλες/επιδημίες της ανθρωπότητας δεν υπήρχε το διαδίκτυο, δεν πληροφορούνταν κανείς. Έξω σκότος, μέσα σκοτάδι χωρίς ηλεκτρικό και παντού να παραμονεύει το θανατικό κι οι άνθρωποι βουβοί, περίμεναν κάτι που ίσως ερχόταν ίσως όχι. Χωρις Ίντερνετ, τάμπλετ, άι-παντ ή λαπτοπ, εκεί στα σκοτεινά. Πάντα το σήμερα θα είναι καλύτερο από το χτες, και πάντα το μέλλον πιστεύω να είναι καλύτερο από το σήμερα. Όλα αυτά τις «Παλιές Καλές Εποχές», ημερολόγιό μου…

σήμερα στο fcbk  (έπρεπε να το γράψω πρώτα εκεί).

[αλλοτινά: Μοναστηράκι, 1950 ·

06/01/2020 § Σχολιάστε

λόγω νόστου, του αθεράπευτου, και για εποχές που ουδέποτε ζήσαμε…

Από το facebook: Παλιες φωτογραφιες της Ελλάδας- Old photos from Greece

 

δείτε όλα τα «αλλοτινά«

[εφηβικοί έρωτες ·

05/11/2019 § Σχολιάστε

Marie Laforêt (05.10.1939 – 02.11.2019)

Les Vendanges de l’Amour

Nous les referons ensemble, nous les referons ensemble,
demain les vendanges de l’amour.
Car la vie toujours rassemble, oui la vie toujours rassemble,
malgré tout, ceux qui se quittent un jour.
Et le soleil do bel âge brillera après l’orage,
un beau matin pour sécher nos pleurs.
Et ta main comme une chaîne viendra se fondre à la mienne
enfin pour le pire et le meilleur.

Nous les referons ensemble, nous les referons ensemble,
demain les vendanges de l’amour.
Car je sais que tu ressembles, oui je sais que tu ressembles,
comme deux gouttes d’eau à l’amour.
Ma comparaison peut-être, sur tes lèvres fera naître,
un sourire en guise de discours.
Mais pourtant j’en suis certaine, ce soir autant que je t’aime,
oui ce soir tu ressembles à l’amour.

Nous les referons ensemble, nous les referons ensemble,
demain les vendanges de l’amour.
Car la vie toujours rassemble, oui la vie toujours rassemble,
malgré tout, ceux qui se quittent un jour.
Et le soleil do bel âge brillera après l’orage,
un beau matin pour sécher nos pleurs.
Et ta main comme une chaîne viendra se fondre à la mienne
enfin pour le pire et le meilleur.

écoutez le chanson/ ακούστε το τραγούδι >>>

Source: LyricFind
écrit par: Danyel Gerard / Michel Eugene Jourdan

Where Am I?

You are currently browsing the αλλοτινά category at αγριμολογος.