[εις συναναστροφάς εν γένει ·

22/04/2020 § Σχολιάστε

Αλλοτινά.

διαβάζουμε τα προηγούμενα [i] – [ii]

Της Οικοδεσποίνης: Κοινωνικαί σχέσεις [iii]
– Οσάκις ομιλούντες αναφέρωμεν άλλα πρόσωπα και τον εαυτόν μας, πρέπει τον εαυτόν μας ν’ αναφέρωμεν μετά τους άλλους· το «Εγώ» να έρχεται πάντοτε τελευταίον.
– Είναι απρεπές να διακόπτωμεν άλλον ομιλούντα. Εντούτοις, εάν είμεθα υποχρεωμένοι ν’ αναφέρωμεν εν τω μέσω της ομιλίας άλλο σχετικόν τι γεγονός, πρέπει να εκφράσωμεν τούτο με λεπτότητα, αφού προηγουμένως ζητήσωμεν ευγενώς την άδειαν.
– Αναγκαζόμενοι να ομιλήσωμεν προς άλλον συνομιλούντα με τρίτον, πρέπει να δικαιολογηθώμεν.
– Πρέπει να μεταχειριζώμεθα επιεικώς τους βραδύγλωσσους. Είνε αγενές να θέτωμεν αυτούς εις αμηχανίαν με μειδιάματα και με ειρωνικάς ή παραινετικάς παρατηρήσεις, διότι τοιουτοτρόπως το κακόν όχι μόνον δεν διορθώνεται, αλλά και αυξάνει.
– Κατά την συνομιλίαν πολλών είνε άτοπον να φεύγη εις εξ αυτών πριν τελειώση ο ομιλών την ομιλίαν του.
– Εις συναναστροφήν η ευθυμία είνε ευχάριστος όταν δεν παρεκτρεπεται. Οι θορυβώδεις γέλωτες είνε πάντοτε απρεπείς.
– Ας αποφεύγωμεν να φαινώμεθα άθυμοι ή και σκυθρωποί ομιλούντες περί δυσαρέστων υποθέσεων εις τόπους ευθυμίας, εις το θέατρον, εις συναυλίας και εις συναναστροφάς εν γένει.

*

[Οδηγός της Οικοδεσποίνης, ετυπώθη τω 1930, Κεντρικήν πώλησις: Βιβλιοπωλείον Ιωάννου Σιδέρη ―Εν Αθήναις, Οδός Σταδίου 52.

 

Συνεχίζεται.

[η νέα κόρη πρέπει να ανασηκωθή παρευθύς ·

14/04/2020 § Σχολιάστε

Αλλοτινά.

διαβάζουμε το προηγούμενο [i]

Της Οικοδεσποίνης: Κοινωνικαί σχέσεις [ii]
– Είνε απρεπές να διακόπτωμεν την ομιλίαν των άλλων με υπερβολικάς εκφράσεις θαυμασμού και επιδοκιμασίας. Εν γένει ας προσπαθούμε να περιορίζωμεν την εκδήλωσιν των εντυπώσεών μας.
– Ας προσπαθούμεν να είμεθα πάντοτε ευγενείς και πρόθυμοι, προ πάντων προς τους πρεσβυτέρους.
– Όταν μας απευθύνη άλλος τον λόγον ονομαστί, οφείλομεν εις ένδειξιν αβρότητος και προθυμίας να απαντήσωμεν λέγοντες και ημείς το όνομά του. Η ξηρά απάντησις «Πώς;» ή «Τί;» δεν είνε ευγενής, και το απλούν «Παρακαλώ» είνε ανεπαρκές.
– Όταν θέλωμεν ν’ απαντήσωμεν με έν απλούν «Μάλιστα» ή «Όχι» προσθέτομεν και το όνομα εκείνου, προς τον οποίον απευθυνόμεθα.
– Δεν αρμόζει οι νεώτεροι να αναλαμβάνουν την διεύθυνσιν της ομιλίας εις κύκλων πρεσβυτέρων.
– Όταν νέα κόρη προσαγορεύεται από πρεσβύτερον ή εν γένει από πρόσωπον υψηλοτέρας περιωπής, ιστάμενον όρθιον, πρέπει να ανασηκωθή παρευθύς και να μην καθίση ή απομακρυνθή εκτός εάν ο ομιλών λάβη θέσιν πλησίον και προσκαλέση την νέαν να καθίση.

*

[Οδηγός της Οικοδεσποίνης, ετυπώθη τω 1930, Κεντρικήν πώλησις: Βιβλιοπωλείον Ιωάννου Σιδέρη ―Εν Αθήναις, Οδός Σταδίου 52.

Συνεχίζεται.

[Καλόν είναι ν’ αποφεύγωμεν ·

07/04/2020 § Σχολιάστε

Αλλοτινά.

Της Οικοδεσποίνης: Κοινωνικαί σχέσεις
Διά να εκφράζομεν τας σκέψεις μας όσον το δυνατόν ευκρινώς και συντόμως, πρέπει να συνηθίσωμεν να εκλέγωμεν φράσεις απλάς και σαφεις. Στολισμός της γυναίκας ιδίως είναι η απλότης εις όλα. Καλόν είναι ν’ αποφεύγωμεν και τας εκφράσεις, των οποίων την έννοιαν δεν γνωρίζωμεν ακριβώς. Πρό πάντων ας σκεπτώμεθα πριν ομιλήσωμεν, και ας μην ομιλούμε απλώς και ώς έτυχε. Βεβαίως είναι προτιμότερον να λέγωμεν ολίγα παρά πολλ΄και περιττά. Ο φλύαρος κουράζει τους ακουόντας.
Πρέπει να συνηθίσωμεν να προφέρωμεν ευκρινώς και ευαρέστως· επίσης ν’ αποφεύγωμεν πολύ βραδείαν και πολύ ταχείαν ομιλίαν. Ησύχως ρέουσα γυναικεία φωνή προξενεί εξόχως ευάρεστον εντύπωσιν, ενώ η ασαφλης ομιλία κουράζει τον ακουόντα και γίνεται αφορμή περιττών ερωτήσεων. Πρέπει να ομιλώμεν πάντοτε τόσν βραδέως, ευκρινώς, και με αρμόζοντα τονισμόν, ώστε να γινώμεθα καταληπτοί χωρίς κόπον.
Ομιλούντες ας αποφεύγωμεν περιττάς χειορονομίας. Η στάσις μας ας είνε απροσποίητος και όσον δυνατόν ήσυχος.

*

[Οδηγός της Οικοδεσποίνης, ετυπώθη τω 1930, Κεντρικήν πώλησις: Βιβλιοπωλείον Ιωάννου Σιδέρη ―Εν Αθήναις, Οδός Σταδίου 52.

Συνεχίζεται.

[Ο γιος της καλογριάς ·

25/03/2020 § Σχολιάστε

Γεώργιος Καραϊσκάκης ή Καραΐσκος
(Σκουληκαριά Άρτας ή Μαυρομμάτι Καρδίτσας, 23 Ιανουαρίου 1782 – Φάληρο, 23 Απριλίου 1827)

Karl Krazeisen, 1828, Γεώργιος Καραϊσκάκης

Σαν τα παραμύθια αρχίζει τούτη η ιστορία. Στο κεφαλοχώρι του Ροδοβιτσιού της Άρτας, Σκουληκαριά, ζούσε πριν από εκατόν ογδόντα πάνω- κάτω χρόνια μια θεληματικιά κοπέλα, η ζωή Ντιμισκή, αδελφή του κλέφτη Κώστα Ντιμισκή και ξαδέλφη του καπετάν Γώγου Μπακόλα. Παντρεύτηκε ένα ξενοτοπίτη, τον Γιαννάκη από το Μαυρομάτι Καρδίτσας. Την πήρε νύφη, με τα λαγούτα και τις πίπιζες , και την πήγε στο δικό του χωριό. Μα τούτο το στεφάνωμα στάθηκε άτυχο. Έπειτα από λίγο πέθανε ο άντρας της και την άφησε χήρα, νέα και άτεκνη.

Θες τα λόγια του κόσμου, θες η φτώχεια, θες η συνήθεια, την έκαναν να καλογερέψει και να μπει καντηλανάφτισσα στο μοναστήρι του Αη-Γιώργη, που γνώριμος ή συγγενής της ήταν ο γέρος ηγούμενος.

Κάτω όμως από το ράσο έβραζε το αίμα της. Η ζωή της γύρευε τα δικαιώματά της που μάταια προσπάθαγε να πνίξει.

Εκεί γύρω στα 1780, κονάκιασε, ως φαίνεται στο μοναστήρι, ο φοβερός Δημήτρης Καραϊσκος, αρματωλός του Βάλτου. Λιμπίστικε την ομορφιά της νιας καλογριάς, την έμπλεξε στα δίχτυα του και πλάγιασε μαζί της. Ευλογημένη ώρα! Η Ελλάδα της χρωστάει έναν από τους πιο λαμπρούς ήρωες του εικοσιένα.

Οι μήνες περνούσαν και το γκάστρι πια δεν κρυβόταν. Να γεννήσει στο μοναστήρι ήταν σκάνδαλο και αμαρτία Την πήγανε σε μια σπηλιά, που τώρα τηνε δείχνουν με περηφάνια οι Μαυρωματιώτες, και σ΄ αυτή, όπως τα’ αρκούδια έφερε στον κόσμο το παιδί της. Τα’ αφαλόκοψε μοναχή της, συγυρίστηκε η ίδια και το φάσκιωσε με κάτι παλιοκούρελα που μπόρεσε να οικονομήσει! Άνοιξε τον κόρφο της κι έφερε τα χείλια του μωρού στη ρόγα του βυζιού της. Του χαμογέλασε. Ήτανε Μάης κι ολούθε γύρω στη σπηλιά ανθοβολούσε ο βράχος.

Μα γρήγορα συννέφιασε το πρόσωπό της, όταν λογάριασε το τιθ’ απογίνουν εκείνο κι αυτή. Η πόρτα του μοναστηριού βρισκόταν πια κλειστή για την αμαρτωλή και το μπάσταρδο. Να πάει στους συγγενείς του αντρός της ; Αμ ποιος θα τη δεχόταν, αφού απίστησε στη μνήμη του μακαρίτη; Να γυρίσει πίσω στο χωριό της; Δε θα συναντούσε άλλο τίποτα εξόν από την καταφρόνια των δικών της. Δεν της απόμενε παρά να τα βγάλει πέρα μοναχή της.

Αφού κάθισε η λεχώνα λίγο καιρό στη σπηλιά, όπου της έφερνε τροφή οι γέρος ηγούμενος, παράδωσε το παιδί στη γυναίκα κάποιου Σαρακατσάνη τσέλιγκα, Πουλιάνα τηνε λέγανε, να το βυζάξει κι αυτή πήρε των αμαρτιών της κι έφυγε. Ντυμένη πάντα τα καλογερίστικα, γύριζε από χωριό σε χωριό πουλώντας κεριά, μοσχολίβανο, σταυρούς και θαυματουργό από τα καντήλια της εκκλησίας λάδι, μοναδικό για τον πονόματο.

Ο τόπος όμως μικρός και σιγά- σιγά το μυστικό της γίνηκε βούκινο. Και καθώς ήτανε ναι κι όμορφη, άκουγε λόγια φαρμακωμένα. Μα η Ζωή δεν το ‘βαζε κάτω’ αποκρινόταν στα πρώτα με μια πιο βαριά ακόμα βρισιά και στ΄ άλλα μ΄ έναν πιο τσουχτερό λόγο. Απ’ αυτήνανε λένε πως πήρε ο ΚαραΪσκάκης την άτσαλη γλώσσα που είχε ως το τέλος της ζωής του.

Κι όταν τ΄ ανίδεο παιδί άρχισε να μπουσουλάει κι ύστερα να τραυλίζει, ρώταγαν τους Σαρακατσαναίους τσελιγκάδες που το είχαν;

– Ποιανού είναι τούτο το μούλικο;

Κι έπαιρναν την απόκριση:

Ο γιος της καλογριάς.

Αυτό στάθηκε το πρώτο όνομά του. Και Δε λησμονήθηκε ποτέ. Τον ακολούθησε ίσαμε το θάνατο. Κι έπειτα πέρασε στην ιστορία.

*
[Δημήτρης Φωτιάδης, Καραϊσκάκης, εκδόσεις Δωρικός

Where Am I?

You are currently browsing the αλλοτινά category at αγριμολογος.