[«Eπειδή είναι Eβραία, γι’ αυτό»
20/05/2017 § Σχολιάστε
Σταύρος Kουγιουμτζής (1932–2005)
Ρόζα
Λίγο πιο κάτω από μας έμενε η Pόζα με τη μητέρα της. Mια νέα ώς δεκαοχτώ χρονώ. Ήταν μελαχρινή με μαύρα μαλλιά, χτενισμένα προς τα πίσω. Eίχε και μια χωρίστρα στη μέση.
Ένα απόγευμα, καθώς έπαιζα με τ’ άλλα παιδιά, με πλησίασε, μου χάιδεψε τα μαλλιά, με φίλησε στο μάγουλο και μου είπε: «Θά ’ρθεις να πάμε μια βόλτα;». Eγώ πέταξα από τη χαρά μου. Tην έπιασα από το χέρι και, καθώς προχωρούσαμε, άρχισα να της μιλώ για διάφορα πράγματα. Για τα παιχνίδια μου, για το ποδηλατάκι μου, πως έχω μεγαλώσει και του χρόνου, που θα μπω στα επτά, θα πάω σχολείο.
H Pόζα μ’ άκουγε αφηρημένη. Mπορεί και να μη με άκουγε. Όμως, μ’ αυτά και μ’ αυτά, βγήκαμε έξω από το συνοικισμό, προς τα χωράφια. Eκεί τη Pόζα την έπιασε μια ανησυχία. Kάτι σαν απογοήτευση. Για μια στιγμή που θέλησα να πω πάλι κάτι, με σταμάτησε νευριασμένη. «Mα πάψε πια, επιτέλους». Ύστερα απ’ αυτό έμεινα αμίλητος. H Pόζα κοίταζε διαρκώς το ρολόι της. H ώρα περνούσε και στο πρόσωπό της διαγράφονταν μια πίκρα.
Γυρίσαμε πίσω και σε λίγο με φώναξε η μητέρα μου. «Έλα μέσα, νύχτωσε, φτάνει πια το παιχνίδι».
Πέρασαν μερικές μέρες χωρίς να δω τη Pόζα.
Θυμάμαι πως δεν είχα και πολλή όρεξη για τα παιχνίδια και προσπαθούσα να καταλάβω αυτά που έγιναν εκείνο το βράδυ. Ώσπου, ένα σούρουπο, πάλι χάδια, πάλι φιλιά και «θα ’ρθείς να πάμε βόλτα;». Mεμιάς χάθηκε η πίκρα μου και την έπιασα από το χέρι.
Mε τη Pόζα ένιωθα μια ευχαρίστηση, όταν την έβλεπα. Mια ευχαρίστηση διαφορετική απ’ αυτήν που ένιωθα με τα παιχνίδια, που όμως δεν μπορούσα να την προσδιορίσω.
Σε λίγο ήμασταν πάλι έξω από το συνοικισμό, όπως και την πρώτη φορά. Όμως αυτή τη φορά μάς περίμενε κάποιος. Ένας στρατιώτης. Tο πρόσωπο της Pόζας έλαμψε, και σε λίγο: «Σταυράκη, πας να παίξεις πιο κάτω;». Άρχισα ν’ απομακρύνομαι με μισά βήματα, νιώθοντας ένα βαθύ πόνο.
Ήταν φανερό πως δε με ήθελαν κοντά τους. H ώρα περνούσε κι εγώ έκανα πως παίζω. Ώσπου οι σκιές (είχε πια νυχτώσει) χώρισαν.
H Pόζα ήρθε κατά μένα κι ο στρατιώτης τράβηξε κατά τις φυλακές του Γεντί-Kουλέ.
Στο γυρισμό, μου είπε, σφίγγοντάς μου τρυφερά το χέρι. «Δε θα πεις τίποτα γι’ αυτή τη συνάντηση, ε;».
Nαι, της είπα, και κράτησα το λόγο μου.
Όταν αργότερα ήρθαν οι Γερμανοί, είδα τη Pόζα μ’ ένα άστρο στο πέτο. Pώτησα τη μητέρα μου και κείνη μου είπε: «Eπειδή είναι Eβραία, γι’ αυτό».
Ένα πρωί ήρθαν κάτι πεταλάδες Γερμανοί με μια μοτοσικλέτα με καλάθι κι από πίσω ένα φορτηγό με πέντ-έξι οπλισμένους. Στη γειτονιά μας δεν είχαμε πολλούς Eβραίους. Όλο κι όλο καμιά δεκαριά. Tους πήραν όλους. Mαζί και τη Pόζα.
Ήταν η τελευταία φορά που την έβλεπα. Ήμουν δέκα χρονώ κι ήταν εικοσιδύο.
[Σταύρος Kουγιουμτζής, Aνοιχτά παράθυρα με κλειστά παντζούρια, Eκδόσεις Eντευκτηρίου, 1998]
[Η νενέ·
06/05/2017 § Σχολιάστε
Συγκινητική μαρτυρία από τη Σμύρνη

Στα παληά χρόνια, ίσως από το 1860, ήτανε στον αυλόγυρο τση Άγια Φωτεινής ένα κοριτσίστικο σκολειό. Εκεί επήγε φαίνεται για λίγο καιρό και η νενέ μου η κώνα Παρασκευούλα καθώς και η μητέρα μου η Πολυξένη. Η νενέ μου το μόνο που απεκόμισε από το σκολειό αυτό, ήτανε το γράμμα όμικρον το οποίο το θυμότανε επειδή ήτανε στρογγυλό. Είχε κι ένα θείο που έμενε ματζί τους και που τόνε λέγανε Γιώργη. Αυτόνανε, κάποτε που γύριζεν από την εξοχικήν εκκλησιά του Προφητηλιά, τόνε χτύπησεν ένα βόδι με τα κέρατά του κι από τότες σακατεύτηκε, δεν μπόραγε να πορπατήση κι έμενε πάντα στο σπίτι. Ήτανε, ηλέγανε, πρακτικός φιλόσοφος, κι ερχόντουστε κι άλλοι φίλοι του, φιλόσοφοι κι αυτοί στο σπίτι μας και συζητάγανε. Η νενέ μου μάλιστα, θυμόντανε από τις συζητήσεις των φιλοσόφων εκείνων αυτό το αρχαίο γνωμικό:
Υπομονή των πενήτων
ού και κατελύτον
Δεν ξαίρω όμως αν αυτό το γνωμικό ήτανε της Ελεατικής φιλοσοφικής Σχολής ή της Πυθαγόρειας.
Είχε η νενέ μου το βιβλίο του Σεβάχ Θαλασσινού τυλιγμένο μέσα σε ένα τσερβέ ―κεντημένη ζώνη― κι όταν είχε κανένα μεταλλήκι περισσευούμενο μου τόδινε για να της διαβάσω τις περιπέτειες του Σεβάχ Θαλασσινού, τις οποίες ηάκουε με μεγάλην ευχαρίστηση. Η νενέ μου μούλεγε ότι παλαιά ηκαθούντανε στο μαχαλά μας η άμια Ντουντού ―θεία θα πη― η χιώτισσα που είχε μιαν αδερφή Τουρκάλα. Την είχανε αρπάξη οι Τούρκοι στις σφαγές της Χίου και τήνε παντρέψανε μ’ έναν δικό τους. Κάθε Κυριακή το λοιπόν μετά τη λειτουργία ήπαιρνε αντίντερο ―αντίδωρο― από την εκκλησιά η άμια Ντουντού, τόκρυβε μέσα στον κόρφο της τυλιγμένο σε χαρτάκι, το πήγαινε στην αδερφή τση εκεί στον Τουρκομαχαλά και τση τόδινε και τότρωγεν αυτή.
Ήλεγε στη νενέ μου η άμια Ντουντού για την αδερφή τση. Τι να κάνη η κακομοίρα που είχε παιδιά κοτζαμάμ άντρες, κι αν το μάθουνε πως φέρνω αντίντερο στη μάνα τους, θα με σφάξουνε.
_____
[από το βιβλίο: Ν. Kαρτσωνάκης-Nάκης, Θυμάμαι τη Σμύρνη, Tο Eλληνικό Bιβλίο, 1972]
Η φωτογραφία είναι από το σάιτ του Απόλλωνα Σμύρνης
[για ό,τι θα αποτύχει, ή μερικώς πετύχει στο μέλλον·
04/05/2017 § Σχολιάστε
«Οι λαοί δεν έχουν σταθερά ιδανικά.
Πιο εύκολα πείθονται από ένα δημαγωγό,
παρά κρατάνε σταθερά τα πιστεύω τους»
Νικολό Μακιαβέλι – Ο Ηγεμόνας
Το ποιοτικό επίπεδο της Δημοκρατίας, κυρίως η επιβίωσή της, εξαρτάται από την παιδεία που διαμορφώνει το εκπαιδευτικό σύστημα. Το θέμα της παιδείας δεν είναι μόνο πρόβλημα παραγωγικότητας της οικονομίας. Είναι προφανές ότι δίχως κριτική σκέψη ένα πολίτης ελάχιστα μπορεί να συνεισφέρει στην εύρυθμη, ισόρροπη και δίκαιη λειτουργία της κοινωνίας του. Η κριτική σκέψη είναι συστατικό στοιχείο της λογικής σκέψης. Η κριτική σκέψη είναι εξ ορισμού και ταυτοχρόνως συστηματική και δημιουργική. Με τη συστηματική σκέψη προσπαθούμε να βάλουμε σε κάποια τάξη το χάος του Κόσμου και της Φύσης.[1]
Ο Φρόυντ (1923) παρατηρεί σχετικά με τις παλινδρομικές τάσεις της κοινωνικής ψυχολογίας των μαζών. Η μάζα μας λέει:
«[…]σέβεται την ισχύ και επηρεάζεται μόνο λίγο από την καλοσύνη, που γι΄ αυτήν σημαίνει μόνο είδος αδυναμίας. Αυτό που απαιτεί από τους ήρωές της είναι ισχύς, ακόμη και βιαιότητα. Θέλει να εξουσιάζεται, να καταπιέζεται και να φοβάται τον κύριό της. Κατά βάση απόλυτα συντηρητική, αποστρέφεται βαθιά κάθε νεωτερισμό και πρόοδο και σέβεται απεριόριστα την παράδοση.» […] «με την συνύπαρξη των ατόμων στη μάζα αίρονται όλες οι ατομικές αναστολές, ενώ αφυπνίζονται προς ελεύθερη ορμική ικανοποίηση όλα τα θηριώδη, ωμά και καταστροφικά ένστικτα, που υποβόσκουν στο άτομο ως κατάλοιπα της πρωταρχικής εποχής της ιστορίας.»[…] «Οι μάζες δεν έχουν γνωρίσει ποτέ δίψα για αλήθεια. Απαιτούν αυταπάτες από τις οποίες δεν μπορούν να παραιτηθούν.»[2]
Όσες αναλύσεις και αν γραφτούν για το μέλλον της ανθρωπότητας, όσες αιτίες και αν αναλυθούν για «προσδοκίες» που διαψεύστηκαν από κοινωνικές επαναστάσεις κλπ., όσο και αν αναρωτηθούμε γιατί στην εποχή του θριάμβου των φυσικών επιστημών, συνεχίζουν, έστω και με μειωμένη επιρροή, θρησκευτικές δοξασίες και μυστικισμοί, πίσω από όλες τις απορίες και κυρίως τις απαντήσεις, θα βρίσκεται το ζήτημα της Παιδείας. Όλα τα οράματα για την πρόοδο της κοινωνίας για ένα καλύτερο δημοκρατικό Αύριο, σκόνταψαν και συνεχίζουν να σκοντάφτουν στην Παιδεία. Ό,τι με καλές προθέσεις απέτυχε στο παρελθόν και ό,τι θα αποτύχει, ή μερικώς πετύχει στο μέλλον, εξαρτάται πάντα από το ποσοστό του πληθυσμού που κατέχει επάρκεια κριτικής σκέψης που μόνο η παιδεία μπορεί να προσφέρει.
_______________
[1] Γ.Β. Δερτιλής, Η Τυραννία της Αμάθειας, Athens Review of Books, τ.83, Απρίλιος 2017
[2] Φρόυντ, Ψυχολογία των μαζών και ανάλυση του εγώ, μτφρ: Κ. Τρικεριώτη, εκδόσεις Επίκουρος 1994
η φωτογραφία είναι του ©αγριμολόγου
[το διφορούμενο
26/04/2017 § Σχολιάστε
Θολές σκέψεις
περί…

Όπως το «τέλος της Ιστορίας» συμπίπτει με την αποθέωση νέων ιστορικών και φιλοσοφικών μελετών, άρα και της Ιστορίας, έτσι και το «τέλος της τέχνης» συμπίπτει με την αποθέωση της Τέχνης που προκαλείται από την ίδια την ποιητική πράξη, την προκαλεί η ίδια η Ποίηση όπου η δομή της συνεχώς αναδιαρθρώνεται εισάγοντας συνεχώς Το διφορούμενο κατά τη διαδικασία της, η οποία δεν είναι φυσικά μονογραμμική, υπάρχουν οι αναγκαίες μεταπτώσεις (βλ. μουσική), το αυτό ισχύει για όλες τις τέχνες, διότι νομοτελειακά οι (επικαιρικές) έννοιες σβήνουν κι αυτό που τελικά απομένει στην τέχνη, δεν είναι παρά η δομική σύνταξη «των σημείων» της. Όταν βεβαίως μιλάμε για… αποθέωση, εννοούμε πάντα ότι αυτή που συντελείται μεταξύ των ολίγων, των ελαχίστων υποψιασμένων, οι οποίοι στο σύνολο του πληθυσμού, δεν αποτελούν παρά ένα αμελητέο μονοψήφιο ποσοστό λίγο πάνω από το 0% αλλά συμβάλλει ανάλογα με το κάθε φορά «βάρος» της, άλλοτε σημαντικά κι άλλοτε ελάχιστα στην εξέλιξη της κοινωνίας συνολικά.
Με συγχωρείτε που σας αντιλέγω, αλλά στη θέση σας δεν θα χρησιμοποιούσα επιχειρήματα του είδους, διότι είναι κοινότοπα. Μα κύριέ μου οι κοινοί τόποι όπως τολμάτε να λέτε είναι τα ευκόλως, δια των ελαχίστων, εννοούμενα, διότι πολλά ή όλα μπορούν να παρουσιαστούν -φιλοδοξούν τέλος πάντων- ως νεωτερισμός· όπως ερωτά γεμάτος απορία ο Σαραμάγκου[*] και σας ερωτώ κι εγώ με τη σειρά μου την ίδια ερώτηση: γιατί εσείς δεν θα λέγατε «νύχτα του χρόνου»; Απάντηση: Γιατί ο χρόνος έπαψε από μόνος του να είναι νύχτα από τότε που οι άνθρωποι άρχισαν να γράφουν, ή να διορθώνουν, το οποίο επαναλαμβάνω, είναι έργο ιδιαίτερα εξεζητημένο, είναι ένα είδος μεταμόρφωσης. Μου αρέσει η φράση σας. Κι εμένα, προπαντός γιατί είναι η πρώτη φορά που τη λέω, τη δεύτερη φορά δεν θα έχει την ίδια χάρη. Θα έχει γίνει κοινός τόπος.
(θα έπρεπε εδώ να προηγηθούν περισσότερες «εξηγήσεις» αλλά τέλος πάντων σημειώσατε «χ») Στη πρώτη παράγραφο μιλώ για Το διφορούμενο και αυτό ίσως είναι το κλειδί· ο Κίρκεγκωρ συνέδεσε Το διφορούμενο με το άγχος. Όλα αυτά γράφονται, ομολογώ, με έντονες επιφυλάξεις διότι δεν αποκλείω Το διφορούμενο να έχει προέλευση από τους αρχαίους μύθους, τις παλιές τελετουργίες με Τα διφορούμενα σύμβολα που πέρασαν από το μύθο στην ποίηση για την υπόμνηση άλλων επιπέδων ύπαρξης. Μήπως Το άλλο δεν υποδηλώνει, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο αυτό Το μυστικό (το κρυμμένο) που περιέχεται μέσα στο σύστημα της παίδευσης και αποτελεί (μεταλαμπαδευόμενο εκ της παιδείας) αναπόσπαστο στοιχείο καλλιέργειας ενός ατόμου;
Υποθέτω, τι να σας πω…
ΥΓ: Οι καλλιτέχνες του «σαββατοκύριακου» και η επωνυμία «μεγάλος» για ναΐφ ζωγράφους οι οποίοι δήθεν αντιπροσωπεύουν «την παράδοσή μας» κατά τους φανατικούς οπαδούς «της γενιά του ‘30», απωθούν με το φάλτσο τους, κυρίως λόγω έλλειψης μιας απαραίτητης αυτογνωσίας.
[*] Ζοζέ Σαραμάγκου, Ιστορία της Πολιορκίας της Λισαβόνας, εκδόσεις Καστανιώτη
Στη φωτογραφία: η φάτσα του αγριμολόγου στο μουσείο Πεσσόα στη Λισαβόνα


