[αλλοτινά: πρώτη συναρπαστική απόπειρα οδήγησης·

15/01/2025 § Σχολιάστε

Η νοσταλγική μυρωδιά του δέρματος του παλιού Morris Minor μοντέλο μάλλον του 1958 που το οδήγησα, ήδη παλιό, το 1966, κι οι αναμνήσεις που αναδύονται από μιαν άλλη εποχή. Η πρώτη συναρπαστική απόπειρα οδήγησης αυτοκινήτου (ναι, δεξιοτίμονου!) στα δώδεκά μου χρόνια. Τι αίσθηση! Διότι ξέρετε, τα περισσότερα παλιά αυτοκίνητα ήταν «ντυμένα» εσωτερικά από γνήσιο δέρμα, το οποίο, με την πάροδο του χρόνου, αναπτύσσεται μια πατίνα που επηρεάζει και τη συνολική μυρωδιά από τις αρωματικές ενώσεις όλων των παλιών υλικών που φθείρονται, όπως η κόλλα, τα λιπαντικά κλπ.

Γνωστή άλλωστε η σύνδεση του ανθρώπου με αναμνήσεις από μυρωδιές και εικόνες του παρελθόντως.

Νότιος Αφρική. Αξέχαστα παιδικά χρόνια.

✳︎

Όλα της κατηγορίας «αλλοτινά» —>

[όμως εγώ θα πιω και θα μεθύσω ·

27/03/2023 § Σχολιάστε

«[…] Καταραμένε κάπελα / και κλέφτη ταβερνιάρη, τι το νερώνεις το κρασί / και πίνω απ’ το ξανθό και πίνω από το κόκκινο / κι από το γιοματάρι κι από το σώμα το τραχύ / πίνω και δεν μεθώ […]» γκρίνιαζε ο Ιωάννης Πολέμης (1862-1924) στο ποίημά του Νερωμένο κρασί. Αλλά και ο κυρ Αλέξανδρος (1851- 1911), ο συγγραφέας που συνδέθηκε όσο κανείς άλλος με τη ζωή της αθηναϊκής ταβέρνας, μας χάρισε κάποια από τα σπουδαιότερα έργα του γράφοντας πάνω σε χαρτιά περιτυλίγματος στην μπακαλοταβέρνα του Καχριμάνη στου Ψυρρή. Στο διήγημά του Ο Αμερικάνος, που πρωτοδημοσιεύθηκε τα Χριστούγεννα του 1891, περιγράφει όχι μόνο τις αναμενόμενες «περιποιήσεις» του κάπελα, αλλά και τις συνθήκες εργασίας του μικρού παιδιού που εκτελούσε χρέη σερβιτόρου: «Επεριποιείτο τον κλήτορα και τους χωροφύλακας, εκέρνα νερωμένο κρασί εις την περίπολον ή πολιτοφυλακήν της νυκτός, και του επέτρεπαν να έχη ανοικτά και ως τας ένδεκα, ευρίσκοντες μάλιστα μεγαλυτέραν ζέστην να κάθηνται εκεί, παρά να περιέρχωνται την πολίχνην και να κρυώνωσι».

«Το παιδί ο Χρήστος, με την ποδιάν σχεδόν υπό τας μασχάλας περιδεδεμένην, εκοιμάτο όρθιον, νευστάζον την κεφαλήν, ως μικρά δίκωπος φελούκα, σαλευομένη υπό ελαφρού νότου εις την πλευράν της ηγκυροβολημένης βρατσέρας. Ενίοτε τον εξύπνα αποτόμως η κρούσις του ποδός του καπήλου, επαναλαμβάνοντος ηχηροτέρα τη φωνή τας διαταγάς των θαμώνων διά κεράσματα. Και τότε, ως εν υπνοβασία, εκινείτο, εκέρνα, ελάμβανε τας δεκάρας, τας έρριπτε μηχανικώς εις το λογιστήριον, κι επιστρέφων εξηκολούθει την συνέχειαν του ύπνου […]».

Πρωτοπόρος στην εποχή του κι ο Δημοσθένης Βουτυράς (1879-1958), στο διήγημά του Ο θησαυρόςζωντανεύει την παθολογία του κατατρεγμένου μπεκρή αλλά και του αδιόρθωτου γλεντζέ: «Για τον Παλούκη η ταβέρνα του Καρότη ήτανε ο παράδεισος. Εκεί όταν βρισκότανε, ενώ ήτανε σκυθρωπός, αμίλητος, άλλαζε, το σκυθρωπό χανότανε απ’ τη μορφή του, η ματιά του η άψυχη έπαιρνε ζωή και γινόταν όλος γέλιο και ομιλία. […] Και όσο ερχόταν η μισή γεμάτη απ’ το κιτρινωπό κρασί, τόσο η ευθυμία δυνάμωνε, και μόνο κάποτε, σα να ξυπνούσε ή να έβγαινε έξω απ’ την ευτυχία του, του ερχότανε λύπη πως αύριο, όλη την ημέρα, θα ήτανε μακρυά απ’ εκεί, απ’ την ταβερνούλα […]».

Μια ταβέρνα εκκλησιά για τους αυτόχειρες Λαπαθιώτη (1889-1944) και Καρυωτάκη (1896-1928) ήταν αυτή του Γιώργη Μιχαλάκου, του επιλεγόμενου κουλού, στα Εξάρχεια, όπου ο Λαπαθιώτης σύχναζε για το κρασί ή για λίγη ζεστασιά στα τελευταία του. «Για τον ποιητή!» σήκωναν τα ποτήρια τους και τον κερνούσαν οι θαμώνες, αυτόν που κάποτε είχε ευεργετήσει με την περιουσία του τη φτωχολογιά κι αυτός μπορεί και να σιγομουρμούριζε το ποίημά του Νυχτερινό κέντρο: «Τώρα που παίζει το βιολί κι έχομε πιει τόσο πολύ, που μ’ έναν έρωτα τρελό σα να ’μαστε δεμένοι, σ’ ένα συντρόφεμα ζεστό, βάνε ξανά να ζαλιστώ, μέσ’ στ’ όνειρό σου να κλειστώ. Το μόνο που μου μένει. Γιατί αν λείψει το κρασί και φύγεις άξαφνα κι εσύ και βουβαθεί και το βιολί με τον γλυκό βραχνά του, μεσ’ στης καρδιάς μου το κενό, μεγάλο σα τον ουρανό, θ’ ακούσω πάλι το βραχνό τραγούδι του θανάτου».

Κι ίσως στο ίδιο ταβερνάκι να εμπνεύστηκε ο Καρυωτάκης το πολύ γνωστό στιχάκι από το ποίημά του Σε παλαιό συμφοιτητή: «Θα πάω προς την ταβέρνα, το σαμιώτικο / που επίναμε για να ξαναζητήσω. Θα λείπεις, το κρασί τους θα ’ναι αλλιώτικο, /όμως εγώ θα πιω και θα μεθύσω […]».

Ιερός ο τόπος της ταβέρνας και για τις λογοτεχνικές συντροφιές, είτε μιλάμε για του Ψαρά είτε για τον Πλάτανο στην Πλάκα, έξω στις μυρωδάτες με τα γιασεμιά αυλές, αλλά και στριμωγμένοι στα πατάρια με λίγο μεζέ, ρετσίνα και κοκκινέλι: Σεφέρης, Θεοτοκάς, Παπανούτσος, Κατσίμπαλης, Καραντώνης, Πικιώνης και τόσοι άλλοι. Όμως, όσο και να πληθαίνουν οι μεταπολεμικές μαρτυρίες γι’ αυτά τα περιώνυμα στέκια, τόσο λάμπει διαμάντι αχάρακτο το απόσπασμα από τη Χαμένη άνοιξη του Στρατή Τσίρκα (1911-1980) για εκείνο το «καρβουνιάρικο του Θανάση», που μπορεί να είναι και το ξακουστό Δίπορτο στη Βαρβάκειο, όπου σύχναζε ο Βάρναλης, αλλά και κάποιο άλλο κολωνακιώτικο στέκι, γιατί πού αλλού θα έμενε μια Φλώρα; Η Φλώρα!

«[…] όταν κατέβηκα τα πρώτα σκαλοπάτια του καρβουνιάρικου, η δροσιά του, που μύριζε κρασίλα και δαδί, μου φάνηκε βάλσαμο […]», κι αφού χαιρέτησε τον Βάρναλη με έναν μοιραίο τρόπο, ένας από τους μοιραίους κι αυτός, αναγνώρισε «[…] δυο γυναικεία πόδια που […] φορούσαν κάτι ξεχειλωμένες παντόφλες, και είπα λάθος κάνω. Ήμουν κόντρα στο φως και δεν μπόρεσα να δω λεπτομέρειες […]. Ήταν η Φλώρα. Τυλιγμένη σ’ αντρικό αδιάβροχο, με παντόφλες, ξεμαλλιασμένη, και κρατώντας μια νταμιτζάνα. Εγώ πάγωσα. Εκείνη έφτασε στο πρώτο σκαλοπάτι, το φως κατέβαινε από την πόρτα και το παράθυρο και την έλουζε ολόκληρη […], γύρισε καταπάνω μου ένα πρόσωπο ζαρωμένο από τον πόνο, άνοιξε ακόμα πιο πολύ τα βουρκωμένα μάτια της, μέσα τους σάλεψε σαν αστραπή μια υποψία τρέλας κι απέραντη απορία. Γύρισε τη ράχη κι άρχισε ν’ ανεβαίνει αργά και με κόπο σφίγγοντας στην αγκαλιά της, σα να κρατούσε μωρό, την νταμιτζάνα […]» *.

Κι αν θα θέλαμε να πούμε την ιστορία μας κι αλλιώς, στα χνάρια του ταβερνόβιου Θωμά Γκόρπα, τότε λοιπόν ο ταβερνιάρης θα κατέβαζε τον δίσκο με τον Τσαουσάκη από το πικάπ, θα έπιανε μια καρέκλα και ένα κιλό κρασί και θα καθόταν στο τραπέζι μας. «Από τα ανοιχτά πορτοπαράθυρα έμπαιναν δροσιά κι ήχοι μακρινοί των παιδικών μας χρόνων […]» **. Ο επιλοχίας θα μοίραζε έναν γύρο τσιγάρα και θα άρχιζε να λέει. Να λέει την ιστορία μας από την αρχή και εις υγείαν!

* Στρατής Τσίρκας, Η χαμένη άνοιξη, δέκατη έκδοση, Εκδόσεις Κέδρος, σελ. 216-219.
**Θωμάς Γκόρπας, Όπως τα είπε ο μόνιμος επιλοχίας, διήγημα από τη συλλογή Περνάει ο Στρατός, Εκδόσεις Πορεία.

✳︎

[της συγγραφέως ©Εύας Μ. Μαθιούδακη ―πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Γαστρονόμος της Καθημερινής, τεύχος 203.

[θαμπά ·

05/02/2021 § Σχολιάστε

photo: stratos fountoulis

❇︎

Mικρές κομψές σμαλτωμένες επιγραφές με περίτεχνες γραμματοσειρές κι έντονα γλυκά γκρίζα νούμερα σε λευκό παλ φόντο μπρος σε ταπεινό ή μεγαλοπρεπές σπίτι· ή ακόμα και δωμάτιο ξενοδοχείου περιωπής· επιγραφές που προϊδεάζουν μία ευγένεια, μία λεπτότητα· προϊδεάζουν χαμηλόφωνες σοβαρές ή και σοβαροφανείς συζητήσεις σε χώρους όπου οι πόρτες δεν τρίζουν, δεν ακούγονται ποτέ να ανοιγοκλείνουν από το τακτικό λάδωμα των μεντεσέδων μέσα σε δωμάτια διακοσμημένα από έπιπλα διαχρονικής αξίας, αυτά που συνήθως λατρεύουν υπάλληλοι του διπλωματικού σώματος οι οποίοι τυγχάνουν συχνοί ανά τον κόσμο ταξιδιώτες εκπροσωπώντας τη χώρα τους ―όλα αυτά καλύπτουν πολλές ανθρώπινες αδυναμίες, ματαιοδοξίες, θαμπές υποκρισίες, πολιτισμό κι ευγένεια εντός ενός περίτεχνου κοινωνικού πλέγματος του φαίνεσθε· κι αυτό, όπως και πολλά άλλα ανθρώπινα, είναι

αναπόφευκτο.

 

❇︎

[28η Οκτωβρίου 1940: 7 π.μ. Πρώτος συναγερμός. Είδησις γενικής επιστρατεύσεως ·

28/10/2020 § Σχολιάστε

Μαρτυρίες

28-10-1940
Ώρα 5.30´ Είδηση ότι εκηρύχθη ο πόλεμος – Εις το σπίτι Θεμιστοκλέους 3.–
7 π.μ. Πρώτος συναγερμός. Είδησις γενικής επιστρατεύσεως.
10 π.μ. προκήρυξις ότι καλούμαι στρατιώτης. Προετοιμασία αναχωρήσεως – διάφορα.–
2 μ.μ. Έγραψα στο σπίτι. Ήρθε η Μ. και εκαθήσαμε λίγο.–
4.30´ μ.μ. Αναχώρησις διά Σύνταγμα. Είδησις ότι πρέπει να παρουσιαστούμε, [présenter, γαλλικά στο πρωτότυπο]
5 μ.μ. Ανεβήκαμε πολλοί σαν σαρδέλλες στο καμιόνι. Άφιξις νύχτα εις Χαϊδάρι. Πλήθος κόσμου εν αναμονή. Κατάταξις.
7 μ.μ. Μετάβασις διά διανυκτέρευσιν μετά 3-4 συμπατριωτών, περιπέτεια νυκτός, ύπνος στρωματσάδα.
Έλλειψις χρημάτων.–

*

29-10-1940
5 π.μ. Έγερσις, καφές ρεβίθι.
6 π.μ. Χαϊδάρι, κατάταξη, ντύσιμο, άρβυλα. Χάζεμα δίωρον.–
12 μεσημ. Συσσίτιο, κονσέρβα κρέας βόιο, δανικό, άνοστο. Έλλειψις νερού, μεγάλη περιποίηση από παιδιά.– Ύπνος στα πεύκα.
5 μ.μ. Εις αποστολήν μετ’ άλλων.–
9 μ.μ. Αναχώρησις πεζή από Χαϊδάριον εις Αθήνας με Χαρίλαον Οικονόμου.–
10 μ.μ. Ύπνος εις Αθήνας.

*

30-10-1940
7 π.μ. Εις Σύνταγμα τηλ/τών. Παραμονή δι’ όλας τας ημέρας εις Συν/μα.
Δύο μεταβάσεις εις την πόλιν, μεσημβρίαν και εσπέραν.
6 1/2 μ.μ. με Μαρ., μία ώρα ευχάριστη.
8 μ.μ. επιστροφή εις Σύνταγμα. Εις τας 11 μ.μ. κατόπιν τηλεφων. ήρθε ο Νιόνιος, όστις έφευγε διά Θεσσαλονίκην. δρχ. 500.–
Εις τας 3 1/2 μ.μ. άλλες 300 από θείον Θανάσην.
8 1/2 μ.μ. Είδησις ότι αναχωρούμεν εις τας 10 μ.μ.
10 1/2 μ.μ. Αναχώρησις, λίαν στενόχωρη επιβίβασις. Ταξίδι κουραστικό εις βαγόνια, αποθήκας. Μεγάλη καθυστέρησις. Έπειτα από ολονυκτία – διότι δεν υπήρχε τρόπος δι’ ύπνον.

*

31-10-1940
Ξημερώσαμε μόλις εις Λεβάδειαν. Το ταξίδι συνεχίσθη έτσι αργά και εκνευριστικά και ιδίως χωρίς καμμιά ξεκούραση. Στους σταθμούς έπαιρνα εδώ εκεί μερικά πραματάκια για φαγητό. Δεν υπήρχε όρεξις.–
Δευτέρα διανυκτέρευσις στο τραίνο. Νυχτώσαμε στη Λάρισσα. Παραμονή εκεί περίπου μία ώρα. Μια βιαστική επίσκεψις στην πόλη η οποία είναι πολύ μακρυά από τον σταθμό.–
Πήραμε μερικές ντομάτες και ένα κυδώνι. Βιαστικά και στο πόδι φάγαμε σ’ ένα μαγαζάκι 3 κεφτέδες τηγανιτούς, άθλιους και ήπιαμε ένα κατοσταράκι κρασί πιο άθλιο.–
Η νύχτα πέρασε χειρότερα από την προηγούμενη. Είχε αρκετό κρύο. Μου φάνηκε ιδίως περισσότερο το στίβαγμα. Είχε δε βρωμίσει πολύ το βαγόνι, σε σημείο που να μην μπορείς να το βλέπεις. Χάλια.– Γίνεται όμως κανείς, άλλος άνθρωπος και προσαρμόζεται αναγκαστικά σε όλα με λίγη αντοχή.–

*

[από το βιβλίο: Στάθης Γκοτσίνας, Από χιόνι… Πολεμώντας στην Αλβανία, Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας, Μαρτυρίες ΙV, Βιβλιόραμα, 2006 »»»Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού »

Where Am I?

You are currently browsing the αφήγηση category at αγριμολογος.