[«Όποιος ξέρει ν’αγαπά, ξέρει και να χωρίζει…»
29/05/2019 § Σχολιάστε
Καταγέλαστοι και αξιοδάκρυτοι

Niccolò Machiavelli, Φλωρεντία 1469-1527
Του ©Χρήστου Χωμενίδη
«Όποιος ξέρει ν’αγαπά, ξέρει και να χωρίζει…» επισημαίνει το τραγούδι του Μανώλη Χιώτη σε στίχους της Μέλπως Κολοκοτρώνη. Ολόσωστο. Η τέχνη τού να κερδίζεις και η τέχνη τού να χάνεις είναι μία. Απαιτεί να έχεις αυτοπεποίθηση, εσωτερική συγκρότηση ώστε να μη σε παρασέρνει σαν φτερό στον άνεμο η λύπη ούτε όμως και η χαρά, πρωτίστως δε αίσθηση του μέτρου. Αυτό που λέμε χαρακτήρα. Ο Σύριζα απέδειξε περίτρανα, δυστυχώς, πως δεν διαθέτει τίποτα από τα παραπάνω.
Την εποχή τού καλπασμού, ο νους του είχε ψηλώσει δέκα φορές πάνω απ’τα ποσοστά του. Ξεχείλιζε από αλαζονεία, μισαλλοδοξία, από περιφρόνηση για όποιον στεκόταν απέναντί του. Οικειοποιούνταν αδίστακτα κεφάλαια ολόκληρα της Ιστορίας, την Εθνική και την Αντιδικτατορική Αντίσταση. Περιέφερε αυτάρεσκα ένα κληρονομημένο με πλαστούς τίτλους «ηθικό πλεονέκτημα». Κόμπαζε για τους διεθνείς επαίνους προς τον αρχηγό του δίχως να υποψιάζεται ότι ο Έλληνας πρωθυπουργός -μετά τη δεκαεπτάωρη διαπραγμάτευση και την απόλυτη συνθηκολόγηση το θέρος του 2015- είχε μετατραπεί σε πρόθυμο διεκπεραιωτή, πειθήνιο τοποτηρητή των ξένων συμφερόντων στην ευρύτερη περιοχή. Φλόμωνε με ψέματα την κοινωνία, κυρίως δε τον εαυτό του.
Από την Κυριακή το βράδυ, ο Σύριζα καλείται να αντιμετωπίσει, να μεταβολίσει, μια εκλογική συντριβή. Το κάνει κατά τρόπο καταγέλαστο και αξιοδάκρυτο ταυτόχρονα.
Έχετε νοιώσει σίγουρα πελώρια αμηχανία παρακολουθώντας κάποτε μία άθλια παράσταση. Βλέποντας τους ηθοποιούς να ψελλίζουν, το σκηνικό να θυμίζει καραγκιόζ μπερντέ, τα όσα συμβαίνουν στο σανίδι να μην έχουν την παραμικρή πειστικότητα, πόσω δε μάλλον να μεταδίδουν συγκίνηση… Αυτό ακριβώς το αίσθημα προξενεί σήμερα ο Σύριζα. Κι όσο κι αν σε έχει ως πολίτη προσβάλει -ακόμα και προσωπικά υβρίσει ή συκοφαντήσει- τα περασμένα χρόνια, δεν σού γεννιέται αντικρίζοντας τον να ανεμίζει τα κουρέλια του παρά μελαγχολία.
Οι απλοί οπαδοί του, οι απολίτικοι επί της ουσίας άνθρωποι που σαγηνεύτηκαν από τα κούφια λόγια του, δέθηκαν στο άρμα του, φανατίστηκαν, αρνούνται να δεχτούν ότι πιάστηκαν κορόιδα. Θρηνούν κι οδύρονται και βλαστημούν την πλειοψηφία που δεν κατάλαβε -λένε- το μεγαλείο του Αλέξη και του’ δωσε να πιεί πικρό ποτήρι. «Καληνύχτα Κεμάλ…» γράφουν στο διαδίκτυο «αυτός ο κόσμος δεν θ’αλλάξει ποτέ.» Λες και τον άλλαζε τον κόσμο ο Σύριζα με τα επιδόματα της ντροπής, με τις κακόγουστες φανφάρες του, με τις δειλές μεταρρυθμίσεις που επιβάλλονταν απ’ το μνημόνιο, με το υποκριτικό ενδιαφέρον του για τις μειονότητες. Λες και εξελισσόταν στην πατρίδα μας κάποια κοινωνική επανάσταση, η οποία ανεκόπη αιφνιδίως προχθές…
Όσοι πάλι περνιούνται για έγκυροι σχολιαστές της επικαιρότητας, διαμορφωτές τής κοινής γνώμης, αρθρογραφούν εμβριθώς για τα αίτια της ήττας. Με στομωμένα αναλυτικά εργαλεία, με ιδεοληπτικές παρωπίδες, μάς εξηγούν ότι «ο Τσίπρας επιχείρησε έναν ιδιότυπο τρίτο δρόμο εντός του ευρώ…» Τι περιελάμβανε ακριβώς αυτός ο «τρίτος δρόμος» αποφεύγουν βεβαίως να το αναφέρουν – πώς να περιγράψεις το κενό; Τα ρίχνουν έπειτα στην «πανευρωπαϊκή υποχώρηση της Αριστεράς», στην επικράτηση της «μεγάλης αστικής Δεξιάς» και τού «ολιγαρχικού σχεδίου» της.
Έχουν άραγε τέτοια τρικυμία εν κρανίω οι διανοούμενοι υπερασπιστές της Κουμουνδούρου ώστε να μην καταλαβαίνουν πως ο Σύριζα αποδοκιμάστηκε όχι εξαιτίας του αριστερού του προσωπείου αλλά επειδή πίσω από τη ριζοσπαστική του μάσκα -φτιαγμένη με υλικά των Απόκρεω- ξεπρόβαλε ένα πρόσωπο λιγούρικο, αρχοντοχωριάτικο, τραμπούκικο, ανίκανο εν τέλει να αντιμετωπίσει τα προβλήματα της χώρας και του λαού της;
Πως οι Έλληνες πολίτες δεν μαύρισαν τον Γρηγόρη Λαμπράκη αλλά τον Παύλο Πολάκη; Ότι δεν γύρισαν την πλάτη στον Ρήγα Φεραίο, πόσω δε μάλλον στον Ιησού Χριστό -με τον οποίον είχε την παράνοια να συγκρίνει τον εαυτό του ο πρωθυπουργός- μα στον Αλέξη Τσίπρα που φιλοξενείται σε θαλαμηγούς, που χαρακτηρίζει τον Κυμπουρόπουλο γλάστρα, που περιστοιχίζεται από τον Καρανίκα κι από τον Πετσίτη; Ότι η σύγκρουση στις εκλογές της 26ης Μαΐου δεν ήταν ιδεολογική. Όταν σε βαραίνει το Μάτι κι εσύ έχεις το θράσος να το αποκαλείς ξαναζεσταμένο φαγητό, κανένα Bella Ciao, καμιά επίκληση στο «δίκιο των πολλών» δεν θα σε σώσει. Το έχεις μόνος σου το δίκιο βάναυσα καταπατήσει.
Αδημονούσα για την εμφάνιση τού Αλέξη Τσίπρα μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων. Το ενδιαφέρον μου ήταν και συγγραφικό – «πώς θα αντιδράσει» αναρωτιόμουν «ένας άνθρωπος, ο οποίος στα σαρανταπέντε του γνωρίζει την πρώτη του ήττα, πολιτικά αλλά και προσωπικά; Που έχοντας σμίξει με το ταίρι του από τα δεκάξι, δεν έχει καν γευτεί την πίκρα τής χυλόπιττας; Τι σοκ πρέπει να’ ναι για εκείνον ο οποίος πέρασε τη ζωή του μέχρι τώρα ατσαλάκωτος, αγαλβάνιστος, ανέγγιχτος από τις ματαιώσεις και τα βάσανα που διαμορφώνουν φρόνημα και σθένος ψυχικό;»
Τι είδα;
Ένα αγόρι αλαφιασμένο μεν και πληγωμένο αλλά διόλου σοφότερο. Κάποιον ο οποίος επέμενε να μηρυκάζει τα ίδια έωλα επιχειρήματα, στο ίδιο παρωχημένο ιδίωμα. Που -σάμπως να βρισκόμαστε στη δεκαετία του 1980- μιλούσε για τη «δημοκρατική παράταξη», εννοώντας το κόμμα του και τα ρετάλια που έχει εσχάτως περιμαζέψει. Που επέσειε το φόβητρο της Δεξιάς και το ξόρκι του νεοφιλελευθερισμού. Που ως μόνο λάθος του αναγνώρισε την υπερβολική του αισιοδοξία κι ως καταληκτικό του επιχείρημα επικαλέστηκε ότι ο ίδιος και οι σύντροφοί του είναι καλά παιδιά, συμπάσχουν -λέει- με τους φτωχούς και τους καταφρονεμένους, ενώ οι αντίπαλοί τους κάτι άθλιοι τύποι, οι οποίοι νοιάζονται μονάχα για την πάρτη τους. Ο Νίκος Φώσκολος της τηλεοπτικής «Λάμψης» σίγουρα θα τον καμάρωνε. Ο Κάρολος Μαρξ αντιθέτως θα άφριζε ακούγοντάς τον…
Άμα πάει με αυτά τα όπλα ο Αλέξης Τσίπρας στις βουλευτικές εκλογές -και πού να βρει καλύτερα ένας άνθρωπος με ελλιπή μόρφωση και ανύπαρκτη εκτός του κομματικού σωλήνα κοινωνική πείρα-, αν διεκδικήσει με τέτοιες μπαρούφες (και δίχως πλέον το φωτοστέφανο του αήττητου) την ψήφο των Ελλήνων, το βράδυ της 7ης Ιουλίου θα νοσταλγεί τα ποσοστά της 26ης Μαΐου. Έσται η έσχατη πλάνη χείρων της πρώτης…
Δεν ξέρω εάν η Νέα Δημοκρατία θα μπορέσει να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση. Σίγουρα πάντως η Ελλάδα θα έχει άμεση ανάγκη από μια αντιπολίτευση στο ύψος των περιστάσεων, στις ανάγκες των καιρών. Πώς θα μπορούσε η αντιπολίτευση αυτή να’ναι ο σημερινός Σύριζα;
* Ο κ. Χρήστος Χωμενίδης είναι συγγραφέας
[Σκιάζονται ωρέ τα παλληκάρια της φακής;
19/04/2019 § Σχολιάστε

1) Ο Παύλος Πολάκης ισχυρίστηκε ότι ο Αδωνις Γεωργιάδης είναι ιδιοκτήτης offshore εταιρείας. Περιέργως ο αντιπρόεδρος της ΝΔ εθίγη και κατέθεσε μήνυση. Η υπόθεση έφτασε στη Βουλή. Εκεί ο Παύλος ο Πολάκης είχε δύο επιλογές: είτε θα πήγαινε λεβέντικα στο δικαστήριο, απογυμνώνοντας τον δεξιό, είτε θα ζητούσε να μη γίνει άρση ασυλίας αφού οι αναφορές στην offshore του Γεωργιάδη εντάσσονται στο πλαίσιο τήρησης των υπουργικών του καθηκόντων. Σωστά. Ηθελε να σπάσει το απόστημα της διαφθοράς στην Υγεία. Μέσα στο απόστημα λογικά θα ήταν και η offshore του Αδωνι. Το πρόβλημα είναι ότι μέχρι στιγμής για αυτήν την offshore ξέρει μόνο ο Πολάκης και κανένας άλλος. Και ενώ θα περίμενε κανείς, τώρα που βράζει η Novartis, να ρίξει και την μπαλωθιά ο Πολάκης, αυτός με μία κίνηση σφακιανής λεβεντιάς παίζει fair play τον Αδωνι. Ζήτησε να μη γίνει άρση της ασυλίας του και έτσι δεν θα πάει στο δικαστήριο να ξεμπροστιάσει τον δεξιό αντιπρόεδρο. Οι σύντροφοι του έκαναν δεκτό το αίτημα. Φαντάζομαι με βαριά καρδιά και απόθεμα ηθικού πλεονεκτήματος.
2) Ο Πάνος ο Καμμένος έχει κάτι προβλήματα με έναν δημοσιογράφο που μάλιστα διευθύνει μέσα συμφερόντων Μαρινάκη. Μία μέρα που ο Πάνος ήταν έντονα φορτισμένος, λόγω εθνικών θεμάτων, είπε δυο κουβέντες παραπάνω για τον δημοσιογράφο. Μπορεί και τρεις. Ο δημοσιογράφος του έκανε μήνυση για δυσφήμηση. Συνάντησε όμως και αυτός, όπως ο Άδωνις, τον οίκτο και τη μεγαθυμία του Καμμένου που ζήτησε από τη Βουλή να τον καλύψει με ασυλία. Η Βουλή τον κάλυψε και ο πρώην υπουργός δεν θα πάει στο δικαστήριο να χτυπήσει σαν χταπόδι ικαριώτικο τον δημοσιογράφο.
Ενδεχομένως βέβαια κάποιοι κακόπιστοι να παρεξηγήσουν τη στάση των δύο ανδρών, του Παύλου και του Πάνου, που τυγχάνουν και φίλοι. Να τους αποδώσουν χαρακτηρισμούς που παραπέμπουν σε οικόσιτα πουλερικά ή και να θεωρήσουν τη συμπεριφορά τους θρασύδειλη. Θα είναι άδικο. Όπως άδικη είναι η μομφή κατά των βουλευτών της πλειοψηφίας που προστατεύουν τους συντρόφους (και ο Καμμένος ως τέτοιος λογίζεται). Εκεί στον ΣΥΡΙΖΑ έχουν αποδείξει ότι είναι όλοι μία οικογένεια, μία μεγάλη, αγαπημένη φαμίλια. [Protagon.gr]
Ο Μύθος των Γερμανικών αποζημιώσεων
18/04/2019 § Σχολιάστε
Για μία ακόμη φορά,
οι ανιστόρητοι ελληναράδες εξελίσσονται σε επικίνδυνους

Την 27 Φεβρουαρίου 1953, υπεγράφη στο Λονδίνο η «πιλοτική» συνθήκη «περὶ ἐξωτερικῶν Γερμανικῶν χρεῶν» («Accord sur les dettes extérieures allemandes») μεταξύ αφενός τών ΗΠΑ, Βελγίου, Καναδά, Κεϋλάνης (νυν Σρι Λάνκα), Δανίας, Ισπανίας, Γαλλίας, Ηνωμένου Βασιλείου, Ελλάδος, Ιράν, Ιταλίας, Λιχτενστάϊν, Λουξεμβούργου, Νορβηγίας, Πακιστάν, Σουηδίας, Ελβετίας, Νοτίου Αφρικής και πρώην Γιουγκοσλαβίας και αφετέρου τής πρώην Δυτικής Γερμανίας. Επικεφαλής τής Δυτικογερμανικής αντιπροσωπείας ήταν ο τότε διοικητής τής «Deutsche Bank AG» Hermann Josef Abs (που έμελλε να μείνει στην ιστορία και ως «Finanzdiplomat») – οι Δυτικογερμανοί σκέφθησαν, ορθώς, ότι ένας τραπεζίτης μπορεί να διαπραγματευθεί καλύτερα από οποιονδήποτε διπλωματικό υπάλληλο. Αυτή η συνθήκη κυρώθηκε με το Νόμο 3480/1956 (ΦΕΚ 6 α΄). Στη συνέχεια (και σε εκτέλεση αυτής τής «πιλοτικής» συνθήκης), υπεγράφησαν διμερείς συνθήκες.
Την 18 Μαρτίου 1960, υπεγράφη στη Βόννη η διμερής συνθήκη «Περὶ παροχῶν ὑπὲρ Ἑλλήνων ὑπηκόων θιγέντων ὑπὸ ἐθνικοσοσιαλιστικῶν μέτρων διώξεως» («Vertrag überLeistungen zugunsten griechischer Staatsangehöriger, die von nationalsozialistischen Verfolgungsmassnahmen betroffen worden sind») μεταξύ αφενός τής Ελλάδος και αφετέρου τής πρώην Δυτικής Γερμανίας. Με το άρθρο II., συμφωνήθηκε η Ελλάς να λάβει το ποσό τών DM 115000000,00. Αυτή η συνθήκη κυρώθηκε με το Νομοθετικό Διάταγμα 4178/1961 (ΦΕΚ 133 α΄). Αυτή η αποζημίωση που έλαβε η Ελλάς καλύπτει τα πάντα· το μόνο αμφισβητήσιμο που (δεν προκύπτει σαφώς από τη διατύπωση) είναι εάν καλύπτεται, ή όχι, και το αναγκαστικό κατοχικό δάνειο. Πρέπει να σημειωθεί ότι μόνον η Γαλλία και οι Κάτω Χώρες έλαβαν μεγαλύτερες αποζημιώσεις – ενώ οι ΗΠΑ, ο Καναδάς και η Νότιος Αφρική είχαν, ήδη, αποποιηθεί[1] τις αποζημιώσεις που τους αναλογούσαν.
Για μία ακόμη φορά, οι ανιστόρητοι ελληναράδες εξελίσσονται σε επικίνδυνους. Μεταξύ 23 Απριλίου και 24 Ιουλίου 1923, διεξήχθη η β΄ φάση τών διαπραγματεύσεων στη Λωζάννη. Tέθηκε, από την Τουρκία, και το ζήτημα καταβολής πολεμικών επανορθώσεων (εκτός από τα μύρια όσα αίσχη[2] στα οποία είχαν προβή οι Έλληνες στρατιώτες κατά τών αμάχων Τούρκων, την περίοδο 1918-1922, υπάρχει και ο κανών «χάνεις πληρώνεις»). Η Ελλάς αρνήθηκε σθεναρώς (και με το αίολο επιχείρημα ότι, με την παραχώρηση εδαφών, έχει καταβάλει αποζημίωση in rem)· ο μετέχων στην Ελληνική αντιπροσωπεία Ελευθέριος Βενιζέλος δήλωσε, μεταξύ τών άλλων, και αδυναμία πληρωμής. Η Τουρκική αντιπροσωπεία δεν επέμεινε, τονίζοντας, μεταξύ τών άλλων, και την πρόθεση της να οικοδομηθούν σχέσεις καλής γειτονίας για το μέλλον. Τώρα, η Τουρκία δεν κυβερνάται από κεμαλικούς. Με την επαναδιεκδίκηση τών, ήδη καταβληθεισών, Γερμανικών πολεμικών αποζημιώσεων δίδεται λαβή στην Τουρκία να επαναδιεκδικήσει, κι αυτή, πολεμικές αποζημιώσεις.
[1]βλ., μεταξύ τών άλλων, και Kateřina Králová: «Nesplacená minulost», 2012, και για την Ελληνική «Στη Σκιά της Κατοχής – Οι ελληνογερμανικές σχέσεις την περίοδο 1940-2010», «Αλεξάνδρεια», Αθήνα 2013, σελ. 265-327
[2]βλ., μεταξύ τών άλλων, και Τάσος Κωστόπουλος: «Πόλεμος και Εθνοκάθαρση – η ξεχασμένη πλευρά μιας δεκαετούς εθνικής εξόρμησης (1912-1922)», «Βιβλιόραμα», Αθήνα 2007, σελ. 91-149)
