Ο Μύθος των Γερμανικών αποζημιώσεων

18/04/2019 § Σχολιάστε

Για μία ακόμη φορά,
οι ανιστόρητοι ελληναράδες εξελίσσονται σε επικίνδυνους

του ©Επαμεινώνδα Παπαγιάννη

Την 27 Φεβρουαρίου 1953, υπεγράφη στο Λονδίνο η «πιλοτική» συνθήκη «περὶ ἐξωτερικῶν Γερμανικῶν χρεῶν» («Accord sur les dettes extérieures allemandes») μεταξύ αφενός τών ΗΠΑ, Βελγίου, Καναδά, Κεϋλάνης (νυν Σρι Λάνκα), Δανίας, Ισπανίας, Γαλλίας, Ηνωμένου Βασιλείου, Ελλάδος, Ιράν, Ιταλίας, Λιχτενστάϊν, Λουξεμβούργου, Νορβηγίας, Πακιστάν, Σουηδίας, Ελβετίας, Νοτίου Αφρικής και πρώην Γιουγκοσλαβίας και αφετέρου τής πρώην Δυτικής Γερμανίας. Επικεφαλής τής Δυτικογερμανικής αντιπροσωπείας ήταν ο τότε διοικητής τής «Deutsche Bank AG» Hermann Josef Abs (που έμελλε να μείνει στην ιστορία και ως «Finanzdiplomat») – οι Δυτικογερμανοί σκέφθησαν, ορθώς, ότι ένας τραπεζίτης μπορεί να διαπραγματευθεί καλύτερα από οποιονδήποτε διπλωματικό υπάλληλο. Αυτή η συνθήκη κυρώθηκε με το Νόμο 3480/1956 (ΦΕΚ 6 α΄). Στη συνέχεια (και σε εκτέλεση αυτής τής «πιλοτικής» συνθήκης), υπεγράφησαν διμερείς συνθήκες.

Την 18 Μαρτίου 1960, υπεγράφη στη Βόννη η διμερής συνθήκη «Περὶ παροχῶν ὑπὲρ Ἑλλήνων ὑπηκόων θιγέντων ὑπὸ ἐθνικοσοσιαλιστικῶν μέτρων διώξεως» («Vertrag überLeistungen zugunsten griechischer Staatsangehöriger, die von nationalsozialistischen Verfolgungsmassnahmen betroffen worden sind») μεταξύ αφενός τής Ελλάδος και αφετέρου τής πρώην Δυτικής Γερμανίας. Με το άρθρο II., συμφωνήθηκε η Ελλάς να λάβει το ποσό τών DM 115000000,00. Αυτή η συνθήκη κυρώθηκε με το Νομοθετικό Διάταγμα 4178/1961 (ΦΕΚ 133 α΄). Αυτή η αποζημίωση που έλαβε η Ελλάς καλύπτει τα πάντα· το μόνο αμφισβητήσιμο που (δεν προκύπτει σαφώς από τη διατύπωση) είναι εάν καλύπτεται, ή όχι, και το αναγκαστικό κατοχικό δάνειο. Πρέπει να σημειωθεί ότι μόνον η Γαλλία και οι Κάτω Χώρες έλαβαν μεγαλύτερες αποζημιώσεις – ενώ οι ΗΠΑ, ο Καναδάς και η Νότιος Αφρική είχαν, ήδη, αποποιηθεί[1] τις αποζημιώσεις που τους αναλογούσαν.

Για μία ακόμη φορά, οι ανιστόρητοι ελληναράδες εξελίσσονται σε επικίνδυνους. Μεταξύ 23 Απριλίου και 24 Ιουλίου 1923, διεξήχθη η β΄ φάση τών διαπραγματεύσεων στη Λωζάννη. Tέθηκε, από την Τουρκία, και το ζήτημα καταβολής πολεμικών επανορθώσεων (εκτός από τα μύρια όσα αίσχη[2] στα οποία είχαν προβή οι Έλληνες στρατιώτες κατά τών αμάχων Τούρκων, την περίοδο 1918-1922, υπάρχει και ο κανών «χάνεις πληρώνεις»). Η Ελλάς αρνήθηκε σθεναρώς (και με το αίολο επιχείρημα ότι, με την παραχώρηση εδαφών, έχει καταβάλει αποζημίωση in rem)· ο μετέχων στην Ελληνική αντιπροσωπεία Ελευθέριος Βενιζέλος δήλωσε, μεταξύ τών άλλων, και αδυναμία πληρωμής. Η Τουρκική αντιπροσωπεία δεν επέμεινε, τονίζοντας, μεταξύ τών άλλων, και την πρόθεση της να οικοδομηθούν σχέσεις καλής γειτονίας για το μέλλον. Τώρα, η Τουρκία δεν κυβερνάται από κεμαλικούς. Με την επαναδιεκδίκηση τών, ήδη καταβληθεισών, Γερμανικών πολεμικών αποζημιώσεων δίδεται λαβή στην Τουρκία να επαναδιεκδικήσει, κι αυτή, πολεμικές αποζημιώσεις.


[1]βλ., μεταξύ τών άλλων, και Kateřina Králová: «Nesplacená minulost», 2012, και για την Ελληνική «Στη Σκιά της Κατοχής – Οι ελληνογερμανικές σχέσεις την περίοδο 1940-2010», «Αλεξάνδρεια», Αθήνα 2013, σελ. 265-327
[2]βλ., μεταξύ τών άλλων, και Τάσος Κωστόπουλος: «Πόλεμος και Εθνοκάθαρση – η ξεχασμένη πλευρά μιας δεκαετούς εθνικής εξόρμησης (1912-1922)», «Βιβλιόραμα», Αθήνα 2007, σελ. 91-149
)

 

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

What’s this?

You are currently reading Ο Μύθος των Γερμανικών αποζημιώσεων at αγριμολογος.

meta

Αρέσει σε %d bloggers: