[Νεοελληνικός Διαφωτισμός [3]

18/04/2019 § Σχολιάστε

Ελληνική Νομαρχία ήτοι Λόγος περί Ελευθερίας
Εκδόσεις Πέλλα, Σσ.29-102, 103-199, Πρώτη Έκδοση Έργου: Ιταλία, 1806

διαβάστε τα μέρη [1][2]

Εσείς, ω αθάνατοι ψυχαί των ελευθέρων προγόνων μου! ενδυναμώσατε τώρα τον ζήλον μου με τα ηρωικά σας εντάλματα, δια να εκφράσω, καθώς πρέπει, τα της ελευθερίας κάλλη εις τους απογόνους σας. Και συ, ιερά Πατρίς, εγκαρδίωσον και στερέωσον την προς σε αγάπην μου, με την ενθύμησιν των παλαιών τερατουργημάτων σου, δια να παραστήσω με σαφήνειαν εις τα τέκνα σου τας φοβεράς χρείας σου, και να ενθουσιάσω τας ελληνικάς των καρδίας με τον θείον σου έρωτα.
Ναι, φιλτάτοι μου Έλληνες, το επιχείρημα είναι δύσκολον δι’ εμέ, αλλ’ η Πατρίς το ζητεί, το χρέος μου με βιάζει, και μόνον η αλήθεια των λόγων μου μου προμηνύει καλήν έκβασιν. Αντί ρητορικών φράσεων, θέλει καλλωπίσει τον λόγον μου η διήγησις των θαυμαστών έργων των πάλαι Ηρώων, η μεγαλειότης δε του θέματος και το κοινόν όφελος μου τάζουσι την παρ’ εμού ποθουμένην ανταμοιβήν, λέγω την κατάπεισιν των ομογενών μου Ελλήνων.
Άμποτες, λοιπόν, να αξιωθώ να αποδείξω εμπράκτως τα όσα, κατά το παρόν, δια λόγου απεφάσισα να σας κοινοποιήσω, το οποίον επεύχομαι εις όλους τους αγαπητούς μοι Έλληνας και όλους τους αληθείς […]
Αναγκαίον πράγμα είναι εις όποιον αποφασίσει να εξετάση την αλήθειαν των πραγμάτων, συχνάκις να δυσπιστή εις τον ίδιον εαυτόν του, και χωρίς να είναι ευκολόπιστος εις τους άλλους, να καταπείθεται μόνον εις την αναμφιβολίαν. Ωσάν οπού πολλάκις αμελώντας τινάς μίαν παραμικράν έρευναν, και δίδοντας πίστιν εις όσα ακροάζεται από άλλους, ευκόλως ημπορεί να απατηθή, και τότε λαμβάνει μίαν περίληψιν ακατάστατον εις την υπόθεσιν οπού ζητεί, και εξακολούθως ούτε αυτός ημπορεί να εύρη την αλήθειαν, ούτε άλλοι παρ’ αυτού να την εννοήσωσι.
Όταν όμως εξετάζη την υπόθεσιν με προσοχήν, συγκρίνει αδιαφόρως τους περί αυτής ομιλήσαντας, ερευνώντας προς τούτοις τας αιτίας, οπού τον καθένα επαρακίνησαν να ομιλήση• όταν, λέγω, εκλέγει το πιθανόν από το αδύνατον και το δύσκολον από το αμφίβολον, τότε προχωρεί βαθμηδόν, και φθάνει τέλος πάντων εις την αλήθειαν, και ευρίσκει την ανταμοιβήν εις τους κόπους του με την ακριβήν της απόκτησιν. Τότε, λέγω, πρέπει καθείς να καταπείθεται, και ανοητότατος ήθελεν είναι ο ακατάπειστος.
[…]
Πολλοί, μέχρι της σήμερον, εστάθησαν οι πολυπράγμονες της ανθρωπίνης ευδαιμονίας, πολλά ολίγοι όμως διετήρησαν τους προλεχθέντας κανόνας, και ολιγότατοι επέτυχον του σκοπού των• και δια τούτο άλλος μεν ήλπισε να την εύρη εις τα πλούτη, άλλος εις την μάθησιν, άλλος εις την πτωχείαν, άλλος εις την φιλαυτίαν• μερικοί πάλιν, εξετάζοντες τα ανθρώπινα περιστατικά, και απαντούντες πανταχόθεν εμπόδια και δυσκολίας, είπον ότι ο άνθρωπος δεν ημπορεί να είναι ευτυχής κατ ουδένα τρόπον• άλλοι δε, οπού δεν έλαβον επιμέλειαν να ερευνήσωσι όσον εχρειάζετο την υπόθεσιν, απεφάσισαν ευθύς ευθύς, ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ευτυχείς.
Ανάμεσα, λοιπόν, εις τοιούτον λαβύρινθον τοσούτων στοχασμών, άλλο, βέβαια, δεν ημπορεί τινάς να καταλάβη, ειμή μόνον ότι η ευτυχία του ανθρώπου στέκεται εις το να είναι ευχαριστημένος, και εξακολούθως, μην ημπορώντας να είναι κατά πάντα ευχαριστημένος, ούτε κατά πάντα ευτυχής ημπορεί να ονομασθή.
Όθεν, δια να ευτυχήση ο άνθρωπος όσον περισσότερον είναι δυνατόν, πρέπει πρότερον να εξαλείψη όσας αιτίας της δυσαρεσκείας του ημπορέση, δηλ. να υπακούη εις την θέλησίν του. Αλλ επειδή οι άνθρωποι δεν έχουσιν όλοι τας αυτάς θελήσεις, είναι αναγκαίον οι ολιγότεροι να υπακούουν εις την θέλησιν των περισσοτέρων και μην όντας δυνατόν να είναι όλοι ευτυχείς, καν να είναι οι περισσότεροι.
Η ευτυχία μας λοιπόν κρέμαται από την διοίκησιν, η οποία ημπορεί να μας καταστήση ευτυχείς μόνον τότε, όταν αρέσκη των περισσοτέρων. Δια τούτο αναγκαίον είναι να εξετάσητε μαζί μου, ανάμεσα εις τας τόσας διοικήσεις, οπού την σήμερον έχουσιν οι άνθρωποι, ποία είναι η καλλιοτέρα, το οποίον δεν θέλει σας φανή δύσκολον, επειδή ηξεύρετε τον τρόπον, οπού σας προείπον, της δοκιμής της. Αφού δε εύρομεν την καλλιοτέραν διοίκησιν, τότε θέλομεν καταλάβει και τι εστί ελευθερία, περί ης ο λόγος, και πόσων αξίων κατορθωμάτων και αρετών είναι πρόξενος, και τέλος πάντων εις τι συνίσταται η ομοιότης και η ομόνοια• οπού βεβαιωθέντες εις αυτά, να προσπαθήσωμεν να τα ξαναποκτήσωμεν, και να αναλαμπρύνωμεν το Γένος μας, το οποίον η τυραννία τόσον ημαύρωσεν.
[…]
Ο άνθρωπος είναι πεπροικισμένος από την φύσιν με το λογικόν, δια μέσου του οποίου συγκρίνει τα πράγματα αναμεταξύ των, και προκρίνει από αυτά όποιον τον ωφελεί περισσότερον, έχει δε μίαν κλίσιν προς το βελτίον, οπού πάντοτε τον παρακινεί, εις οποιανδήποτε κατάστασιν ήθελεν είναι, να ζητή μίαν καλλιοτέραν• ο πρώτος του λοιπόν και αναγκαιότερος στοχασμός είναι το να διαφυλάξη την ζωήν του και να την διαυθεντεύση όσον ημπορεί από κάθε εναντίον.
Έως οπού ο άνθρωπος ημπόρεσε να τραφή και να διαυθεντευθή μόνος του, έως τότε εσώθη η φυσική ζωή, και βέβαια η ευτυχεστέρα δια ημάς τους θνητούς. Αφού όμως ο ένας έκραξεν προς βοήθειάν του τον άλλον, το φυσικόν σύστημα ετελείωσεν, και ευθύς ήρχισεν, δια να ειπώ έτζι, το ελεεινόν θέατρον των ανθρωπίνων περιστάσεων.
Ίσως τινάς ήθελεν ερωτήσει, πόθεν προήλθεν η ανάγκη, οπού εβίασεν τον άνθρωπον να ζητήση βοήθειαν παρ’ άλλου• αλλά ήθελεν είναι το ίδιον να ερωτούσε τινάς, δια ποίον τέλος και δια τι το υπέρτατον Ον έκτισε την οικουμένην. Η μεγαλειτέρα αμάθεια είναι, αδελφοί μου, το να θέλη τινάς να μάθη εκείνα οπού δεν ημπορεί να καταλάβη. Όθεν, όποιος γνωρίζει τα όσα δεν δύναται να εννοήση και τα παραιτεί, είναι ο σοφώτερος των ανθρώπων.
Αφού λοιπόν έπαυσεν, ως είπον, το πρώτον σύστημα των ανθρώπων, εις το οποίον η φύσις ήτον αντί των νόμων, η γη όλη αντί των πολιτειών, και η θέλησις καθενός αντί των ηθών, αφού, λέγω, ο άνθρωπος δεν ηθέλησεν να ευχαριστηθή με την σημερινήν τροφήν, αλλ’ εζήτησε να προητοιμάση και δια την αύριον, και αφού τέλος πάντων απεφάσισε να ζήση μαζί με άλλους, έχασε την αληθή ευτυχίαν, και έγινε δούλος όχι μόνον του εαυτού του, και άλλων, αλλά και των ιδίων αψύχων πραγμάτων.
Πρώτη λοιπόν εστάθη, η αναρχία να φανερωθή ανάμεσα εις τους ανθρώπους. Ευθύς ο δυνατότερος άρχισε να δώση νόμον του αδυνάτου, και οι περισσότεροι να αρπάζωσι το δίκαιον από τους ολιγοτέρους: εκεί φόνοι, εκεί αδικίαι, εκεί τέλος πάντων μύρια αναγκαία πλημμελήματα έως τότε αγνώριστα. Είδεν η ανθρωπότης το καλόν οπού έχασεν, αλλά δεν της ήτον πλέον δυνατόν να το ξαναποκτήση, και αναγκαίως εχρειάσθη να βασανισθή όχι ολίγον καιρόν, έως οπού η σκιά του θρόνου ήρχισε να απομωράνη τας ψυχάς των ανθρώπων, και ιδού η μοναρχία εμφανίσθη, η οποία ως πρόξενος και γεννήτρια της πολιτικής ανομοιότητος των ανθρώπων, μετ’ ου πολλού μεταβληθείσα εις τυραννίαν, έφερεν εις την γην όλα τα κακά οπού ημπορούσεν να δοκιμάση το ανθρώπινον γένος.
Ιδού ο τύραννος, ως ημίθεος, να δίδη τον θάνατον εις τους άλλους, και να χαρίζη την ζωήν όσων δεν θανατώνει. Ιδού τα ελαττώματα, όχι πλέον μισητά, αλλά επαινετά, και επιθυμητά. Ιδού η αδικία με το ξίφος εις την δεξιάν, να καταπατή την αρετήν, και να διώκη την δικαιοσύνην. Ιδού…
Αλλά, τέλος πάντων, αυτά τα ίδια κακά, και ανυπόφοροι δυστυχίαι εδίδαξαν την ανθρωπότητα να εύρη μίαν διοίκησιν, εις την οποίαν να επιτύχη την ανάπαυσίν της και την ευτυχίαν της• αυτή είναι λοιπόν εκείνη η διοίκησις, οπού εγώ θέλω να την ονομάσω Νομαρχίαν, η οποία, όσον περισσότερον οι άνθρωποι αγαπώσι την ευτυχίαν των, τόσον αυτή στερεούται και φυλάττεται αμετάτρεπτος, ούσα η υστερινή μεταμόρφωσις, δια να ειπώ ούτως, των διαφόρων διοικήσεων, και η μόνη πρόξενος της αρετής, της ομοιότητος, και της ελευθερίας.
Πολλάκις βλέπομεν, να μην ακολουθούν τον ειρημένον κανόνα εις τας μεταβολάς των αι διοικήσεις, αυτό όμως προέρχεται από διαφόρους αιτίας, οπού το παρόν θέμα δεν συγχωρεί την εκτεταμένην των διήγησιν. Φθάνει μόνον να ηξεύρη καθείς, ότι οποιαδήποτε διοίκησις πρέπει να είναι μία από τας ειρημένας τέσσαρας, τας οποίας ως γενικάς κρίνω, και ότι η υστερινή είναι η καλλιοτέρα και αρμοδιωτέρα προς το ημέτερον ευ ζην.
Αυτήν λοιπόν ας εξετάσωμεν όσον δυνηθώμεν ακριβέστερα• και βέβαια εις αυτήν θέλομεν εύρει την ελευθερίαν διασωσμένην, και εξακολούθως, την είσοδον εις την ανθρωπίνην ευδαιμονίαν. Η νομαρχία, αδελφοί μου, ευρίσκεται τόσον εις την δημοκρατίαν, καθώς και εις την αριστοκρατίαν, αι οποίαι εις άλλο δεν διαφέρουσι, ειμή μόνον, ότι η μεν δημοκρατία κλίνει εις την αναρχίαν, η δε αριστοκρατία εις την ολιγαρχίαν, η οποία πολλάκις είναι χειροτέρα και από την ιδίαν τυραννίαν. Επειδή όμως και εις τας δύο αυτάς διοικήσεις σώζεται η Ελευθερία, αδιάφορος είναι η εκλογή. Όθεν, κατά το πλήθος του λαού, και κατά το κλίμα, ποτέ μεν προτιμάται η μία, ποτέ δε η άλλη.
Αλλά τι εστί ελευθερία; Εις την αναρχίαν, ω Έλληνες, ελεύθεροι είναι μόνον οι ισχυρότεροι, εις μεν εις την μοναρχίαν, ουδείς δε εις την τυραννίαν, και όλοι εις την νομαρχίαν. Όθεν, κατά μεν τους πρώτους η ελευθερία άλλο δεν είναι, ειμή η εκτέλεσις της θελήσεως του καθενός, επειδή, ευρισκόμενοι χωρίς νόμους, και χωρίς κριτάς, ο μεν άρπαξ ονομάζει τας αρπαγάς του αποτέλεσμα της ελευθερίας του, ομοίως δε και ο άσωτος τας ασωτίας του, και ο κακός τας κακίας του.
Κατά δε τους δευτέρους, ωσάν οπού επώλησαν την ελευθερίαν τους ενός, άλλο δεν εννοούσι με αυτήν την λέξιν, ειμή τας προσταγάς του κυρίου των, και είναι μόνον ελεύθεροι δια να τον υπακούωσι. Ο τύραννος δε και οι δούλοι του αγνοούσι παντάπασιν τοιαύτην λέξιν, επειδή ποτέ δεν την εδοκίμασαν, δια να έχουν ιδέαν περί αυτής.
Υπό της νομαρχίας, τέλος πάντων, η ελευθερία ευρίσκεται εις όλους, ωσάν οπού όλοι κοινώς την αφιέρωσαν εις τους νόμους, τους οποίους διέταξαν αυτοί οι ίδιοι, και υπακούοντάς τους καθείς υπακούει εις την θέλησίν του, και είναι ελεύθερος. Ιδού λοιπόν, οπού κατ’ αυτούς η ελευθερία είναι η υπακοή εις τους νόμους, και εν ενί λόγω, άλλο δεν είναι η ελευθερία παρά η αυτή νομαρχία. Αυτή είναι, αγαπητοί μου, εκείνη η ελευθερία, οπού άλλοι μεν αστοχάστως ενόμιζον την απώλειαν, άλλοι δε παραφρόνως την απείθειαν, και άλλοι άλλως, ως η απαιδευσία εδίδασκε τον καθένα, άφευκτα αποτελέσματα της δουλείας, η οποία εβαρβάρωσεν τους ανθρώπους, κατέφθειρεν τα ήθη, και εξ αιτίας της ημείς διαφέρομεν τόσον από τους προγόνους μας, οπού εις μερικούς φαινόμεθα αλλοτρίου γένους.
Φευ! πού είσαι, ελευθερία ιερά! πού νόμοι! πού νομοδόται! Όσον γνωρίζομεν την αληθή σημασίαν σου, τόσον αυξάνει ο πόθος μας εις το να σε απολαύσωμεν. Εσύ είσαι η μήτηρ των μεγάλων ανδρών, συ ο στύλος της δικαιοσύνης, συ η πηγή της ευτυχίας. Ε, πόσον καλόν λείπει εκείνων, οπού σε υστερούνται! Πόσον θέλουν κλαύσει όσοι μέχρι τούδε δεν σε εγνώριζον!
Ημείς δε, ναι ιερά Ελευθερία, με τους οδόντας μας θέλομεν συντρίψει τας αλύσους μας, δια να τρέξωμεν προς απάντησίν σου. Είναι αδύνατον αι ελληνικαί ψυχαί να κοιμηθούν πλέον εις την ληθαργίαν της τυραννίας! Ο λαμπρός ήχος των αρμάτων των πάλιν θέλει ακουσθή προς κατατρόπωσιν των τυράννων των, και ταχέως.
Αλλά, πριν εισέλθω εις την επαρίθμησιν των καλών της αυτής νομαρχίας, κρίνω αναγκαίον να σας φανερώσω τι προλαβόντως περί της ομοιότητος των ανθρώπων, και τούτο δια να μην απατηθώσιν όσοι ήθελαν νομίσει να εύρωσιν εις αυτήν την διοίκησιν μίαν απόλυτον ομοιότητα.
[…]
Τρεις είναι λοιπόν αι αιτίαι της ανομοιότητος των ανθρώπων, αδελφοί μου, αγκαλά και αυτοί να διαφέρωσι κατά πολλούς τρόπους. Η πρώτη από αυτάς είναι η ιδία φύσις, η οποία άλλους μεν έκαμεν δυνατής κράσεως, και άλλους αδυνάτου, εχάρισε μερικών περισσότερον πνεύμα, και άλλων τινών ολιγότερον, και ούτως οι άνθρωποι διαφέρουσιν εν πρώτοις αναμεταξύ των κατά φυσικόν τρόπον.

Συνεχίζεται >

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

What’s this?

You are currently reading [Νεοελληνικός Διαφωτισμός [3] at αγριμολογος.

meta

Αρέσει σε %d bloggers: