[Η αμφιβολία ως πυξίδα του λόγου·

07/07/2019 § Σχολιάστε

Η αμφιβολία ως δρόμος προς την αλήθεια

Ο Σκεπτόμενος του Ροντέν

Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα ομιλίας που εκφώνησε τον περασμένο Ιούνιο ο γνωστός Ιταλός συγγραφέας Κλάουντιο Μάγκρις, στο πλαίσιο των πολιτιστικών εκδηλώσεων Milanesiana, που οργανώνει κάθε χρόνο ο δήμος του Μιλάνου.

Αν αρχίσεις να αμφιβάλλεις για τη σύζυγό σου, λέει σε ένα διήγημά του ο Ισαάκ Μπάσεβιτς Σίνγκερ, καταλήγεις να αμφιβάλλεις για τις Ιερές Γραφές. Δεν πρόκειται μόνο για ένα ευφυολόγημα. Το έργο του μεγάλου συγγραφέα, που γνώρισα καλά -μία από τις μεγάλες συναντήσεις της ζωής μου-, είναι μια αναζήτηση της αλήθειας που διαπερνιέται από τη βαθιά αίσθηση της ίσως ανέφικτης γνώσης της, αλλά και του μυστηριώδους χαρακτήρα της. Πολλά από τα πρόσωπα των αφηγημάτων του Σίνγκερ είναι ερευνητές της αλήθειας – συχνά αποτυχημένοι, αλλά στην έσχατη στιγμή αυτής της αποτυχίας είναι, χωρίς να το γνωρίζουν, μπροστά στην αλήθεια.

Αυτήν την ειρωνική προτροπή να μην αμφιβάλλουμε, που διαψεύδεται από τόσους πρωταγωνιστές των διηγημάτων και των μυθιστορημάτων του, πρέπει να την πάρουμε στα σοβαρά.

Πρώτα απ’ όλα, υπάρχει αμφιβολία και αμφιβολία. Προφανώς ο Σίνγκερ δεν έχει καμία σχέση με την αλαζονική αξίωση να γνωρίζουμε και να κατέχουμε την αλήθεια, αξίωση που είναι η μητέρα τόσων δογματισμών, αλλά και μισαλλοδοξιών και διώξεων εκείνων που δεν συμμερίζονται ή αμφισβητούν αυτήν την αλήθεια. Ο Σίνγκερ όμως δεν έχει τίποτα κοινό και με τη ρητορική της αμφιβολίας, που στους καιρούς μας περισσότερο από κάθε άλλη φορά κυριαρχεί με τις πιο κοινότοπες, πομπώδεις και στερεότυπες μορφές της.

Η δημιουργική αμφιβολία δεν είναι στενόμυαλη και υπεροπτική αδιαφορία για την αλήθεια, αδιαφορία που στις μέρες μας φαίνεται υποχρεωτική για να θεωρούμαστε πολιτισμένοι, ανοιχτόμυαλοι, εναρμονισμένοι με το πνεύμα των καιρών.

Υπάρχει μια κοινότοπη εξύμνηση της αμφιβολίας ως σχετικισμού, που γίνεται αντιληπτός όχι ως αναγκαίο συστατικό στην αναζήτηση της αλήθειας και ως διόρθωση της αλαζονείας ότι την έχουμε βρει και την κατέχουμε, αλλά ως αδιαφορία: Εγώ είμαι αντισημίτης, εσύ δεν είσαι, καθένας από τους δυο μας έχει τη δική του γνώμη, που πρέπει να είναι εξίσου σεβαστή. Τρομερή και ανόητη διαστρέβλωση της ανεκτικότητας.

Στην παραβολή των τριών δαχτυλιδιών, που επαναλαμβάνει ο Λέσινγκ στο έργο του «Νάθαν ο σοφός» -ένα αριστούργημα του Διαφωτισμού, της ελευθερίας της συνείδησης και της αυθεντικής ανεκτικότητας-, γίνεται λόγος για τρία δαχτυλίδια που συμβολίζουν τις τρεις μεγάλες μονοθεϊστικές θρησκείες, τον εβραϊσμό, τον χριστιανισμό και τον ισλαμισμό.

Ενα από τα δαχτυλίδια είναι το αυθεντικό, το πρωτότυπο. Τα άλλα δύο -λέει η παραβολή- είναι τέλειες απομιμήσεις, που δεν μπορούν να διακριθούν από το αληθινό. Δεν είναι επομένως δυνατό να γνωρίζουμε ποια είναι η αλήθεια, την οποία μπορούμε να διαβλέψουμε μόνον έμμεσα, στην ανθρωπιά εκείνου που έχει στο δάχτυλό του το δαχτυλίδι. Εκείνος από τους τρεις που φαίνεται πιο ανθρώπινος, περισσότερο ικανός για αγάπη και κατανόηση προς τους άλλους, πιο ανοιχτός, αυτός είναι που έχει στο δάχτυλό του το αληθινό δαχτυλίδι. Η αδυναμία όμως να γνωρίσουμε την αλήθεια δεν σημαίνει ότι αυτή δεν υπάρχει.

Αυτή, λέει ο Λέσινγκ, ανήκει μόνο στον Θεό, ενώ το καθήκον του ανθρώπου είναι να την αναζητάει, να την προσεγγίζει όσο το δυνατόν περισσότερο. Την αλήθεια δεν μπορούμε να την κοιτάξουμε απευθείας, επειδή είναι αβάσταχτη, εκτυφλωτική, όπως στο ευαγγελικό επεισόδιο της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος. Ο Κάφκα, που τον βασάνιζε η ιδέα της αλήθειας και της αδυναμίας να τη συλλάβουμε, έλεγε ότι μόνον ο μορφασμός στο κατάπληκτο πρόσωπο που αποτραβιέται από τη θέα του είναι αληθινός.

Μόνο στην πολύχρωμη αντανάκλασή της, λέει ο Γκέτε στον «Φάουστ», κατέχουμε τη ζωή. Σε αυτή τη διαδρομή του νου και της καρδιάς, η αμφιβολία έχει έναν αναγκαίο και θεμελιώδη ρόλο.

Οχι η στείρα και αλαζονική αυτοϊκανοποιημένη αμφιβολία ή εκείνη που χάνεται μέσα σε μια ψυχολογική αβεβαιότητα, αλλά η αμφιβολία ως αυτοκριτική συνειδητοποίηση των ορίων μας και των αβεβαιοτήτων μας. Με αυτήν την έννοια, η αμφιβολία είναι το άλας, η ουσία, η κινητήρια δύναμη κάθε έρευνας της σκέψης. Αν αμφιβάλλω, υποστηρίζει ο Καρτέσιος, σκέφτομαι, και αν σκέφτομαι υπάρχω.

Μέσα από τη συστηματική χρήση της αμφιβολίας φτάνουμε σε μια βέβαιη και αναμφισβήτητη πρόδηλη αλήθεια: Η αμφιβολία ως δρόμος προς την αλήθεια.

Η μεθοδική αμφιβολία -σύμφωνα με τον Καρτέσιο, αλλά ήδη και σύμφωνα με τον Αυγουστίνο- είναι μια πυξίδα του λόγου στο ταξίδι του προς την αλήθεια. Είναι επομένως το αντίθετο της απόλυτης αμφιβολίας, του ακραίου σκεπτικισμού που πρέσβευαν αρχαίοι και νεότεροι, ήδη από τον Πύρρωνα, που ήταν σύγχρονος του Μεγάλου Αλεξάνδρου, και από τους μαθητές του, για τους οποίους τα πράγματα είναι ανεξιχνίαστα και δεν μπορεί να διατυπωθεί κανένας ισχυρισμός γι’ αυτά, αλλά μόνον η αφασία, η σιωπή. Οδηγούνται έτσι στην αναστολή κάθε κρίσης και στην αταραξία, στην απαθή αδιαφορία που είναι η μοναδική ευτυχία· στο να είναι «χωρίς γνώμες», χωρίς κλίσεις, χωρίς ανησυχίες.

Η απόλυτη αμφιβολία των ακραίων σκεπτικιστών, ο πυρρωνισμός και άλλες ανάλογες σχολές αποκρούστηκαν ακριβώς από τους φιλοσόφους που υποστήριξαν και ακολούθησαν τη «μεθοδική αμφιβολία», θεωρώντας την αναγκαία για την αναζήτηση της αλήθειας, που με τη σειρά της είναι σταθμός περαιτέρω έρευνας μιας πληρέστερης αλήθειας. Κατά τον Καρτέσιο, η σκέψη κατέχει μια αφετηριακή βεβαιότητα απέναντι στον εαυτό της.

Η μεγάλη μπαρόκ λογοτεχνία μάς βοήθησε να κατανοήσουμε για πάντα ότι η ζωή είναι όνειρο και ότι πρέπει να αμφιβάλλουμε για τα πάντα, αλλά το εγώ που αμφιβάλλει, που ονειρεύεται, που σκέφτεται, γνωρίζει με αυτόν τον τρόπο ότι υπάρχει. Η αναζήτηση της αλήθειας προϋποθέτει ίσως την εγκατάλειψη κάθε αυθόρμητης βεβαιότητας και κάθε γνώσης που μας έχει μεταβιβαστεί, ιδίως κάθε προκατάληψης, αλλά στο τέλος της αυστηρής γνωστικής διαδικασίας η αλήθεια επιβάλλεται στη νόηση του ανθρώπου.

Η ανακάλυψη που κάνει ο άνθρωπος της ίδιας της ύπαρξής του, του εαυτού του ως όντος που αμφιβάλλει και σκέφτεται, κατορθώνει να φτάσει -σύμφωνα με τον Καρτέσιο- στην ιδέα του Θεού και στην απόδειξη της ύπαρξής του. Με αυτήν συνδέονται οι αποδείξεις των θεμελιωδών αληθειών των μαθηματικών γνώσεων. Οπως γνωρίζουμε, ο απόλυτος δυϊσμός του Καρτέσιου ανάμεσα σε res cogitans και res extensa και οι συνακόλουθες θεωρίες του για την ψυχή και το σώμα, τη βιολογία και τη φυσική, την ύλη και τη σκέψη, υποβλήθηκαν σε κριτική, για παράδειγμα από τον Νεύτωνα και τον Λάιμπνιτς.

Ο Καρτέσιος όμως επιβεβαιώνει με έμφαση ότι καμία ανθρώπινη έννοια δεν μπορεί να ξεφύγει από την αμφιβολία, που είναι το αφετηριακό σημείο για να φτάσουμε σε κάθε περαιτέρω αλήθεια. Αιώνες αργότερα, ο Χούσερλ υπογραμμίζει την αναγκαιότητα να αναστείλουμε την εγκυρότητα κάθε θεωρίας και κάθε κρίσης και προκατάληψης.

Ο Χούσερλ υποστηρίζει την αναστολή κάθε συμβατικότητας μέχρι το αισθητά προφανές, που μπορεί να συλληφθεί και να επιβεβαιωθεί μόνο με την καθαρή φαινομενολογική περιγραφή. Σύμφωνα με τον Χούσερλ, η νεότερη επιστήμη είχε καταπνίξει αυτή την αισθητή διαύγεια των πραγμάτων και της ζωής, που ήταν τόσο προσφιλής στον Γκέτε. […]

*

[©Θανάσης Γιαλκέτσης στην Εφημερίδα των Συντακτών

Advertisements

[η αγάπη σκόνη και τ’ όνειρο καπνός· ή, Όταν μιλά ο 95χρονος Δημήτρης Ραυτόπουλος

02/07/2019 § Σχολιάστε

36.

Δημήτρης Ραυτόπουλος: Ποιοι είναι οι «ιδιοκτήτες του λαού»;

Ήταν γνωστός ως λογοτεχνικός κριτικός της μαρξιστικής σχολής, μακριά όμως από τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό και, βέβαια, από κάθε κομματικό δογματισμό. Ο Δημήτρης Ραυτόπουλος, γεννημένος το 1924 στον Πειραιά, έχει γράψει τη δική του ιστορία στα γράμματα και στην πολιτική ζωή της χώρας, παραμένοντας μάχιμος ως δημοκρατικός πολίτης, ως σχολιαστής, ως πολιτικό ον, στα ενενήντα πέντε του αισίως. Το 1952 άρχισε να εργάζεται στην «Αυγή», μαζί με τους Τάσο Λειβαδίτη, Τίτο Πατρίκιο και Κώστα Κουλουφάκο.

Υπήρξε συνιδρυτής της ιστορικής «Επιθεώρησης Τέχνης» το 1954 (την έκλεισε η δικτατορία), ενώ κατέγραψε και ανέλυσε την ελληνική λογοτεχνική παραγωγή καθ’ όλη τη διάρκεια του δεύτερου μισού του εικοστού αιώνα. Το 1996 απέσπασε το Κρατικό βραβείο για το βιβλίο «Αρης Αλεξάνδρου, ο εξόριστος», το 2008 ονομάστηκε επίτιμος διδάκτωρ στο Τμήμα Φιλολογίας ΑΠΘ και το 2013 απέσπασε το Μέγα βραβείο Γραμμάτων.

Μολονότι στρατευμένος στην Αριστερά από πολύ νωρίς (στην ΕΠΟΝ το 1943· βαριά τραυματίας στα Δεκεμβριανά το 1944· εξόριστος σε Ικαρία, Μακρόνησο και Αγιο Ευστράτιο από το 1947 έως το 1952· αυτοεξόριστος στο Παρίσι κατά τη χούντα), δεν τα πήγε ποτέ καλά με την «πρώτη φορά Αριστερά». Επανειλημμένα έχει ασκήσει δριμύτατη κριτική στην τωρινή κυβέρνηση, από την αρχή που εξελέγη.

Ο πολιτικός πολιτισμός

Σήμερα, μία εβδομάδα πριν από τις εκλογές της 7ης Ιουλίου, και στη σκιά μιας συζήτησης που προέκυψε μετά τις ευρωεκλογές περί πολιτικού πολιτισμού, σκεφτήκαμε να του θέσουμε ορισμένα ερωτήματα γύρω ακριβώς από αυτό το ζήτημα.

– Με την ήττα του ΣΥΡΙΖΑ στις ευρωεκλογές, τέθηκε ζήτημα, από στελέχη του μάλιστα, έλλειψης ήθους και αλαζονικής συμπεριφοράς, ότι αυτό πλήρωσε κυρίως ο ΣΥΡΙΖΑ. Τον τελευταίο καιρό βλέπουμε τον ίδιο τον πρωθυπουργό να έχει ρίξει τους τόνους. Ελάχιστη σχέση έχει ο ΣΥΡΙΖΑ προ ευρωεκλογών με τον μετά. Συμφωνείτε εσείς με αυτή την άποψη και αν ναι, πώς θα ορίζατε αυτή την έλλειψη ήθους στην πολιτική; Είναι, π.χ., η επιθετική στάση των κυβερνώντων απέναντι στα θύματα του Ματιού, η γενική συμπεριφορά Πολάκη, η ανοχή απέναντι στον αντιεξουσιαστικό χώρο ή και κάτι άλλο, κάτι γενικότερο και βαθύτερο;

– Η πρωτοφανής αλαζονεία, το αρειμάνιο ήθος, ο διχαστικός λόγος και η δολιοφθορά των θεσμών συνδέονται, βέβαια, με τη γενική αποτυχία της πρώτης φοράς Αριστερά, της χειρότερης κυβέρνησης της δημοκρατικής Ελλάδας.

Η εμπειρία ΣΥΡΙΖΑ ήλθε να επιβεβαιώσει ότι δεν υπάρχει εξαίρεση –παγκοσμίως– στην καταστροφική πολιτεία της ριζοσπαστικής (κομμουνιστικής) Αριστεράς.

Παντού όπου επικράτησαν επιδείνωσαν τις συνθήκες ζωής των πολλών και κατάργησαν ή υπονόμευσαν τη δημοκρατία. Είναι «μέσα στη φύση τους», θα λέγαμε πάντως, είναι συνέπεια της ιδεολογίας τους, του μαρξισμού, κατά τον οποίο σοβεί στον καπιταλιστικό κόσμο «διαρκής εμφύλιος πόλεμος», η πάλη των τάξεων. Στον εμφύλιο δεν φοράς γάντια, ο αντίπαλος είναι εχθρός προς εξόντωσιν. «Ή αυτοί ή εμείς». Ο διχασμός, το μίσος, ο πολακισμός είναι αναγκαίο παρακολούθημα της διπλής αποτυχίας: της ιδεολογίας και της διαχείρισης, με το ζόρι, μιας ελεύθερης οικονομίας. Τα βρήκαν λοιπόν μια χαρά με το κεφάλαιο, με το ΝΑΤΟ, με την Εκκλησία, με τον «καταπιεστικό μηχανισμό». Τους έμεινε το κέλυφος, η εξίσωση του σωτήρα, του εντολοδόχου της Ιστορίας. Αυτοί είναι, εξ ορισμού, το Καλό, το προοδευτικό, το αγνό, είναι «ιδιοκτήτες του λαού», όπως είπε ο μεγάλος Κολακόφσκι. Απέναντι σε αυτό, όποια κριτική, κάθε αντιπολίτευση είναι συνωμοσία των εχθρών του λαού, της προόδου, της αλήθειας.

Νομίζω ότι ο Πολάκης είναι πολλάκις.

Αν είχαν πετύχει στην οικονομική διαχείριση έστω, απέναντί τους οι δημοσιογράφοι, οι διανοούμενοι, τα ΜΜΕ, εκτός εξαιρέσεων, θα ήταν μαζί τους, δεν θα χρειάζονταν γιουρούσια, θεσμικά και επιχειρηματικά, για να τα αλώσουν ή να τα πνίξουν. Τα «βοθροκάναλα» θα μοσχομύριζαν.
Αλλά τι δημοκρατική συνείδηση εκπέμπει ένας πρωθυπουργός που παροτρύνει τους πολίτες να μη διαβάζουν εφημερίδες «για να ’χουν την υγειά τους»; Σκεφθείτε την απόσταση μιας τέτοιας ορμήνειας από τον Διαφωτισμό και από τον φιλοσοφικό πρόδρομο του μαρξισμού, τον αριστερό εγελιανισμό. Ο Χέγκελ είχε απονείμει τον ωραιότερο τίτλο τιμής στον Τύπο: «Το διάβασμα της εφημερίδας είναι η πρωινή προσευχή του πολίτη». Οταν όμως θεωρείς τον πολίτη ιδιοκτησία του κράτους (και όχι το αντίθετο, το σωστό), τότε είναι φυσικό να μην ανέχεσαι την ελευθερία της γνώμης. Ο κ. Τσίπρας επανέφερε στην πολιτική γλώσσα την «υπακοή», κάτι που αρμόζει σε υπήκοο του μονάρχη.

Καλά το έχει πει ο Μοντεσκιέ στο «Πνεύμα των νόμων»: «Η υπακοή προϋποθέτει την άγνοια των υπηκόων, αλλά και εκείνου που διοικεί δεν επιτρέπεται να συζητήσει, να αμφιβάλλει, να σκέπτεται λογικά». Εξασφαλίζοντας την υπακοή «μπορείς να τους τα πάρεις όλα για να τους δώσεις κατιτί έτσι κάνεις έναν κακό πολίτη, έναν καλό δούλο». Να γιατί στη δημοκρατία ένιωσε χαστούκι στην αξιοπρέπειά του ο ψηφοφόρος με το πενηντάρικο μέσα στον εκλογικό φάκελο.

– Eλλειψη πολιτικού πολιτισμού έχουμε δει και από παλαιότερες κυβερνήσεις. Υπάρχει άραγε κάτι ειδικό που να διαχωρίζει την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ (και ΑΝΕΛ αρχικά) συγκριτικά με τις προηγούμενες; Μήπως το ότι δεν τηρούν ούτε τα προσχήματα; Εχουν ουσία τα προσχήματα στην πολιτική είναι κάτι υποκριτικό, κάτι δήθεν;
– Η φραστική οξύτητα, η οργή, η ύβρις δεν έλειπαν ποτέ στον κοινοβουλευτικό μας πολιτισμό. Θυμάμαι, λ.χ., το «φτου σας!»» του Κουλουμβάκη κατά των βουλευτών της Αριστεράς. Θυμάμαι τον Κουτσόγιωργα και το αείμνηστο «εσείς δεν δικαιούσθε διά να ομιλείτε» ή την επιθετικότητα του Βαγγέλη Γιαννόπουλου… Αλλά δεν θυμάμαι ποτέ τέτοια παραταξιακή οίηση, ιταμότητα, αρχηγικό αυτοθαυμασμό και υποτίμηση του αντιπάλου.

Εχει κάνει και ο Ανδρέας Παπανδρέου παραπατήματα αντιδημοκρατικά. Μας είχε προτείνει «το αλβανικό μοντέλο» σοσιαλισμού μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού». Δεν ξεχνιόνται ο Αυριανισμός, ο Τόμπρας, ο Κοσκωτάς, το «Τσοβόλα δώσ’ τα όλα». Είχε ψιθυρίσει ακόμη ότι θα έκανε Σύνταγμα τέτοιο που θα απέκλειε την επανεκλογή της Δεξιάς! Και είχε πρασινίσει τη δημόσια διοίκηση, μέσα σε μια νύχτα, λ.χ., παραμονή των εκλογών του 1985 – ο πληθυσμός του ΙΚΑ διπλασιάστηκε. (Ηλθε ο Καραμανλής μετά και επανίδρυσε την Αγροφυλακή…)

Δεν ξεχνιόνται και αυτά. Καταδικάστηκαν, έμεινε ό,τι θετικό, η σοσιαλδημοκρατική τάση και το ευρωπαϊκό άνοιγμα Σημίτη, η σύμπραξη με τη φιλελεύθερη παράταξη για την αντιμετώπιση της κρίσης. Δεν ξεχνιόνται… Ελα όμως που έρχεται η νυν ηγεσία της, να μας θυμίσει το στερεότυπο το αθάνατο της συνεργασίας «με τις άλλες δημοκρατικές δυνάμεις» – τις οποίες έχει καταγγείλει για αντιδημοκρατία.

Αριστερά ίσον κουλτούρα: άλλος κραταιός μύθος της μεταπολίτευσης

 Παραδοσιακά, η Αριστερά ήταν πάντοτε συνυφασμένη με την κουλτούρα, με τα γράμματα και τη διανόηση. Πολλοί περίμεναν από μια αριστερή κυβέρνηση αυτό ακριβώς: την ανάδειξη ενός άλλου ήθους αλλά και μιας άλλης αισθητικής. Βάσιμα τα περίμεναν αυτά; Αν ναι, τι πιστεύετε ότι πήγε στραβά;
– Αριστερά ίσον κουλτούρα: άλλος κραταιός μύθος της μεταπολίτευσης. Πολλά οφείλει στην (επιλεκτική) ανάγνωση Γκράμσι, μετά την κατάρρευση του Τείχους. Στη Δύση, ο μαρξισμός μετακόμισε από το προλεταριάτο (ανύπαρκτο πλέον, αντίθετα από την πρόβλεψη του Μαρξ) στο πανεπιστήμιο. Στα περισσεύματα του επικατάρατου καπιταλισμού τρέφεται μια ιντελιγκέντσια με εκατομμύρια υποτροφίες, διδακτορικά, πρότζεκτ, συμβούλια, έδρες. Η μοιραία μετριότητα των περισσοτέρων ευνοεί τη «ριζοσπαστικοποίηση». Αλλά εκφράζονται και ο σκεπτικισμός, η δυσφορία του πνεύματος για τις θηριώδεις ανισότητες, τα προνόμια, τα προκλητικά εισοδήματα και τη διαφυγή φορολογίας με τον οφσορισμό, τους φορολογικούς παραδείσους, ακόμα και στην καρδιά της Ευρώπης και της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Σε εμάς η πολεμική και πολιτική αποτυχία της Αριστεράς αντισταθμίστηκε με την έμφαση στον πολιτισμό, με τάσεις όμως αναθεωρητικές, πλουραλιστικές, δημοκρατικές. Αυτές ήλθε να διαψεύσει και να παραμερίσει ο τσιπρισμός, εκφράζοντας τον παραβολισμό του καταληψία, τις «συλλογικότητες» των επαναστατών εκ του ασφαλούς.

Τη συριζαϊκή κουλτούρα αντιπροσωπεύουν ο λόγος του πρωθυπουργού, το Αλ Τσαντίρι, η αμάθεια, αυτοί που διαβάζουν και Πασκάλ και Μπρικνέρ – κάτι όπως και Λέσβο και Μυτιλήνη.

– Σε μια χώρα που μαστίζεται δέκα χρόνια τώρα από κρίση και σε μια Ευρώπη που κλονίζεται διαρκώς, μήπως είναι πολυτέλεια να αξιώνουμε υψηλό πολιτικό πολιτισμό και φροντισμένη αισθητική από την εκάστοτε ελληνική κυβέρνηση;
– Μόνον η γνώση, η παιδεία, η αξιολόγηση, η αριστεία –αυτά που έπληξε συστηματικά ο τσιπρισμός– μπορούν να βγάλουν την Ελλάδα (και την Ευρώπη) από την παρακμή και τη στασιμότητα. Ο πολιτικός πολιτισμός δεν είναι βέβαια πολυτέλεια. Είναι συνιστώσα στο αξιακό σύστημα του ελληνικού ευρωπαϊκού πολιτισμού.

– Εάν αλλάξει τελικώς η κυβέρνηση στις εκλογές της 7ης Ιουλίου, τι θα περιμένατε, τι θα αξιώνατε από τους επόμενους, ειδικά σε ό,τι αφορά το ζήτημα του πολιτικού πολιτισμού;
– Περιμένω λίγα/πολλά από την πολιτική αλλαγή που υπόσχεται ο Ιούλιος. Από τα πρώτα: κατάργηση του αθλιέστατου πανεπιστημιακού ασύλου. Και να επανέλθει με ένα νόμο και με ένα άρθρο (έτσι για να πάρουν τα όνειρα εκδίκηση) ο νόμος Διαμαντοπούλου. Περιμένω νομιμότητα, κανονικότητα μιας πολιτισμένης χώρας, κατοχύρωση της ανεξαρτησίας των θεσμών, της διάκρισης των εξουσιών, της ελευθερίας του Τύπου. Περιμένω μέτρα κοινωνικής δικαιοσύνης και ανόρθωσης της μεσαίας τάξης – δεν είναι αντίθετα αυτά, είναι αλληλένδετα. Ελπίζω να προωθηθεί πληρέστερη συνταγματική μεταρρύθμιση, να ξεπεραστούν τα εμπόδια που έσπευσε να ταμπουρώσει η αντιδραστική αριστερά.

Ευελπιστώ ότι θα διδαχθούμε όλοι από την ήττα του πολακισμού/τσιπρισμού, ότι θα επικρατήσει ήθος, ευπρέπεια, ευγένεια στην πολιτική αντιπαράθεση. Οτι θα ορθώσουμε τον πολιτισμό –και τον πολιτικό πολιτισμό– απέναντι στη βαρβαρότητα, στην απειλή του αντιδιαφωτισμού-λαϊκισμού.

*

[©Ηλίας Μαγκλίνης – Καθημερινή

*

Διαβάστε όλα [τα όνειρα καπνός]

[η αγάπη σκόνη και τ’ όνειρο καπνός·

26/06/2019 § Σχολιάστε

35.

Ο Μεσσίας Λένιν

H εξουσία δεν είναι έμφυτη στον άνθρωπο. Είναι επίκτητη όπως και η ιδιοκτησία. Οταν οι άνθρωποι από τροφοσυλλέκτες και κυνηγοί, εγκαταλείπουν τη νομαδική τους ζωή και εγκαθίστανται σε μόνιμο έδαφος, τότε εμφανίζεται και η ιδιοκτησία χέρι χέρι με την εξουσία.

Μιλάμε για τη Νεολιθική Εποχή, όπου ο άνθρωπος έμαθε να καλλιεργεί τη γη, να εξημερώνει τα ζώα και παράλληλα ανακαλύπτει τους θεούς, επινοεί τον πόλεμο και χτίζει τους πρώτους οικισμούς. Αυτά περίπου 10-12 χιλιάδες χρόνια π.Χ. Στην πορεία των αιώνων διαμορφώνεται αυτό που λέμε αρχαίος πολιτισμός

Μεσοποταμία, Αίγυπτος, Περσία και λίγο πιο ανατολικά, Ινδία και Κίνα. Εμφανίστηκαν βέβαια και άλλοι πολιτισμοί αλλά είναι αρκετά μεταγενέστεροι. Αυτοί οι αρχαίοι πολιτισμοί είχαν ένα κοινό χαρακτηριστικό. Η απόλυτη εξουσία βρισκόταν στα χέρια κάποιου πανίσχυρου άρχοντα που συχνά ταυτιζόταν με τον θεό.

Ο σχετικά πρόσφατα εμφανισθείς στην Ιστορία, Μεγάλος Αλέξανδρος -σε σύγκριση με το βάθος των αρχαίων χρόνων βέβαια- εγοητεύθηκε τόσο πολύ από τα τελετουργικά του Μεγάλου Βασιλιά της Περσίας, που θέλησε να τα μεταφέρει στη δικιά του αυλή. Αλλά δεν τα κατάφερε. Εντούτοις αποζημιώθηκε όταν έγινε Φαραώ στην Αίγυπτο και διατηρεί έκτοτε τον ναό του. Είναι και σήμερα επισκέψιμος και αποτελεί τουριστική ατραξιόν.

Η Βίβλος, όπως είναι γνωστό, γράφτηκε στη Βαβυλωνία από εξόριστους Εβραίους σοφούς. Στην αρχή ήταν προφορική παράδοση ή παλιότερες περγαμηνές. Εκεί εμφανίζονται προφήτες, που έχουν έναν άλλο θεό, σε αντίθεση με τον θεό ή τους θεούς των Φαραώ και των μεγάλων βασιλιάδων. Αυτός ο θεός είναι δίκαιος, είναι ο θεός της Αγάπης και της Ειρήνης

Ασχετα αν διαβάσει κάποιος κυριολεκτικά τη Βίβλο και τη συγκρίνει με το Κοράνι, θα την βρει ασυγκρίτως πιο βίαιη (π.χ. Ιησούς του Ναυή, Δευτερονόμιον). Υπάρχει λοιπόν ένας και μοναδικός θεός, μία απόλυτη και αναμφισβήτητη αλήθεια. Ακολουθεί ένας προφήτης που ακούει και ερμηνεύει τον άρρητο λόγο του Θεού και γράφει θεόπνευστα κείμενα. Και τρίτον.

Αυτός ο λόγος του Θεού πρέπει να γίνει πράξη από τους ανθρώπους. Αν πάρουμε τώρα πως η εγκυρότερη ερμηνεία του άρρητου λόγου του Θεού, είναι ο Χριστός, τότε βγαίνει αβίαστα το συμπέρασμα πως έχουμε μία θρησκεία για τους φτωχούς, τους περιθωριακούς, τους εξωπεταγμένους και τους απέλπιδες. Η «Χρυσή Αυγή» χαρακτήρισε τον Χριστό σαν «μπολσεβίκο» της αρχαιότητας.

Το μέγεθος μιας εξουσίας μετριέται με τον αριθμό των ανθρώπων που αποκλείει και περιθωριοποιεί. Παράλληλα τους εδραιώνει την πεποίθηση πως δεν μπορούν να κάνουν τίποτα. Η φτώχεια και η απελπισία είναι η μοίρα τους. Και όσο η απελπισία εδραιώνεται σε έναν λαό που γίνεται όλο και πιο αδρανής και αυτό το θεωρεί πεπρωμένο του, τόσο καλύτερα για την εξουσία.

Ολες οι προηγούμενες αράδες ήταν μια αναγκαία εισαγωγή για ένα ερώτημα που με βασανίζει εδώ και κάποιες δεκαετίες: Μπορούμε να πούμε πως οι μπολσεβίκοι ήταν μια άθρησκη χριστιανική σέχτα; Και αυτό το ερώτημα το έθεσα στον τότε δάσκαλό μου Πιερ Βιντάλ-Νακέ.

Η απάντησή του με άφησε ενεό. «Απολύτως», μου είπε, «και θα σε συμβούλευα να αλλάξεις το θέμα του ντοκτορά σου και να κάνεις αυτό. Δεν έχουν γραφτεί ακόμα πολλά πράγματα για αυτό το θέμα». Αυτά στο Παρίσι το 1980. Τώρα όσο μας παίρνει ο χώρος να προσπαθήσω να στηρίξω αυτό μου το ερώτημα.

Οταν ο Λένιν ανακάλυψε τον Μαρξ (αμφιβάλλω αν τον κατάλαβε σωστά, σε αυτό θα επανέλθουμε), βρήκε μία απόλυτη αλήθεια που ίσχυε διεθνώς. Πίστευε ακράδαντα πως αμέσως μετά την επικράτηση του μπολσεβικισμού στη Ρωσία, θα ακολουθούσε η επανάσταση στην Ευρώπη.

Αρα ο Μαρξ ήταν οι θεϊκές γραφές, που έπρεπε να βρεθεί ένας προφήτης που να τις υλοποιήσει διά πυρός και σιδήρου, όπως ο Ιησούς του Ναυή που έκανε μία γενοκτονία και δεν άφησε κανέναν ζωντανό. Τον ρόλο του προφήτη τον βρήκε ο Λένιν στον εαυτό του. Μετά χρειαζόταν μαθητές και πιστούς.

Και διασπάει το κόμμα. Η φράξια των μπολσεβίκων κόβει κάθε δεσμό με τη Σοσιαλδημοκρατία και συγκροτεί τη δικιά της εκκλησία με στρατιωτική ιεραρχία, που αυτή έχει το κοπιράιτ της επαναστατικής αλήθειας.

Ολοι οι υπόλοιποι είναι εχθροί. Οι νόμοι της Ιστορίας είναι αδήριτοι και η επανάσταση είναι αναπόφευκτη. Αυτό δεν θυμίζει χιλιασμό και Δεύτερη Παρουσία; Και όταν ο Λένιν βρέθηκε στην εξουσία, όλες οι υπόλοιπες δυνάμεις που πολέμησαν για την ανατροπή του τσάρου, απόντος του Λένιν, έγιναν αιρέσεις (σολιαλεπαναστάτες, μενσεβίκοι, αναρχικοί, αριστερή αντιπολίτευση από το ίδιο του το κόμμα) και εξοντώθηκαν.

Και το κόμμα-κράτος- εξουσία χτίζει τον κρατικό καπιταλισμό και δημιουργεί έναν ολοκληρωτισμό κατ’ εξοχήν αντεπαναστατικό και αντιανθρώπινο. Τα γκούλαγκ πια είναι τα επαναστατικά επιχειρήματα και ο τρόμος η πειθώ.

ΥΓ. Πιστεύω ακράδαντα πως αν δεν κάνουμε φύλλο φτερό την Οκτωβριανή Επανάσταση δεν θα μπορέσουμε να καταλάβουμε ούτε την κρίση της Αριστεράς σήμερα, ούτε την άνοδο της φασιστικής Ακροδεξιάς στην Ευρώπη. (δική μου η υπογράμμιση)

*
[©Περικλής Κοροβέσης – Εφημ. τ. Συντακτών
*

Διαβάστε όλα [τα όνειρα καπνός]

Νεοελληνικός Διαφωτισμός [5α]

14/06/2019 § Σχολιάστε

από eikastikon.gr

διαβάστε τα μέρη [1][2]  – [3][4]

ΠΑΣΧΑΛΗΣ Μ. ΚΙΤΡΟΜΗΛΙΔΗΣ, Νεοελληνικός Διαφωτισμός. Οι πολιτικές και κοινωνικές ιδέες, ΜΙΕΤ, Αθήνα 1996.

Από τον ©Περικλή Σ. Βαλλιάνο

Η έκδοση του βιβλίου του Π. Μ. Κιτρομηλίδη αποτελεί πνευματικό γεγονός. Στη θεωρητική αυτή σύνθεση αναβιώνει σε όλη της την ένταση η τραγωδία της νεοελληνικής συνείδησης. Στο έργο συνταιριάζονται επιδέξια οι θεωρητικές ψηλαφήσεις και αναβάσεις των πρωτοπόρων στοχαστών της περιόδου, με το υπαρξιακό πάθος από το οποίο πήγασαν, καθώς και με τα οράματα της κοινωνικής ανάπλασης που είχαν ως πρακτικό (και διαψευσμένο) στόχο τους.

Αν ένα από τα μελήματα της ιστορικής συγγραφής είναι η κατα- νοητική ανασύσταση του διανοητικού ορίζοντα αλλά και της κοινωνικής υφής μιας παρωχημένης εποχής, ούτως ώστε να καθίσταται δυνατή η μέθεξη στη ζωτική αυτή εμπειρία, τότε έχουμε στα χέρια μας ένα δείγμα των αισθητικών απολαύσεων και των συναισθηματικών ανατάσεων που μπορεί να προσφέρει η ιστορία. Αν ένα παράλληλο αίτημα είναι η ακριβής αναπαράσταση των φαινομένων σύμφωνα με τα τελευταία πορίσματα της πρωτογενούς έρευνας, τότε θα πρέπει να υπογραμμισθεί η λεπτομερής τεκμηρίωση του έργου αλλά και η αμερόληπτη καταγραφή των τάσεων και από τις δυο πλευρές του πνευματικού ρήγματος το οποίο πραγματεύεται.

I

Η σημασία του εγχειρήματος έγκειται καταρχάς στο θέμα του. Μαζί με την Αναγέννηση, ο Διαφωτισμός είναι το κίνημα που διαμόρφωσε το πρόσωπο της ευρωπαϊκής νεοτερικότητας, με την οποία σχετιζόμαστε είτε το θέλουμε είτε όχι. Η ηθικοπολιτική του δυναμική διαπότισε τις πρωτοπορίες που ανέλαβαν τη διαμόρφωση μιας νεοελληνικής αυτοσυνειδησίας ως προάγγελου για την ανακαίνιση της κοινωνίας τους. Από την εμφάνιση τουλάχιστον της Διαλεκτικής του Διαφωτισμού των Horkheimer και Adorno, η φιλοσοφική ουσία αλλά και οι θεσμικές πραγματώσεις των αιτημάτων του αποτελούν κρίσιμο διακύβευμα της σημερινής κοινωνικής σκέψης. Στην ηπειρωτική διανόηση (αλλά και με ισχυρότατες απηχήσεις στη φιλοσοφία του πολιτισμού που καλλιεργείται στα βο- ρειοαμερικανικά πανεπιστήμια) έχει κρυσταλλωθεί μια συναίνεση ως προς την «εξάντληση» του διαφωτιστικού παραδείγματος με αναφορά στις πρακτικές δυσλειτουργίες και εκτροπές του, όπως λ.χ. την τεχνοκρατική ισοπέδωση του «ζωτικού κόσμου» (Lebenswelt) και την κατίσχυση μιας «μονοδιάστατης» ηθικής της εγωκεντρικής υπολογιστικότητας.

Το κίνημα της μετανεοτερικότητας διατυπώνει το αίτημα για την «υπέρβαση» του διαφωτισμού μέσα από την κατάλυση των ανθρωποκεντρικών και ορθολογικών του προπαραδοχών. Στο τέλος του εν πολλοίς μηδενιστικού 20ού αιώνα, η απελευθέρωση φαίνεται να περνάει μέσα από την έκλυση του έκλογου και του μη κανονικού που διασπά κάθε θεσμοθετημένη εξουσία, πέρα από κάθε «τυπική» της νομιμοποίηση είτε στο επίπεδο της λογικής είτε σε εκείνο της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.

Δε θα συζητήσουμε εδώ την εγκυρότητα αυτών των στοχεύσεων. Είναι όμως επιτακτικό να τονιστεί ότι αυτές οι επιθέσεις κατά του Διαφωτισμού, όπως και οι αντίστοιχες του ρομαντικού κινήματος πριν από ενάμιση αιώνα τις οποίες εν μέρει ανακινούν, λαμβάνουν ως δεδομένη τη θεσμική κυριαρχία του διαφωτιστικού παραδείγματος μέσα στις κοινωνίες όπου αναφύονται. Η αντιδιαφωτι- στική εδώ ένσταση έχει νόημα ακριβώς επειδή ο Διαφωτισμός έγινε εκεί εξουσία, κονιορτοποιώντας τις δομές και νοοτροπίες της προνεοτερικής κοινωνίας και εκδιπλώνοντας ως τις έσχατες (και αμφιλεγόμενες) απολήξεις της την ιστορική του δυναμική.

Για το λόγο αυτό, η σύγχρονη αντιδιαφωτιστική τάση είναι υποχρεωμένη να είναι «διαλεκτική», να στοχεύει δηλαδή σε ένα γνήσιο εγελιανό Aufhebung, μιαν αποσυναρμολόγμση του διαφωτιστικού κοσμοειδώλου, η οποία ταυτόχρονα εγκολπώνεται και συντηρεί εκείνα τα θεσμικά του κεκτημένα χωρίς τα οποία είναι αδύνατη κάθε έννοια πρακτικής ή διανοητικής ελευθερίας (με πρώτο το πανεπιστήμιο ως προνομιούχο τόπο ριζοτόμου και αντισυμβατικού στοχασμού).

Στη δική μας κοινωνία, αντίθετα, το άνθος του διαφωτισμού μαράθηκε πάνω στο κλήμα, χωρίς να τρυγηθεί ο καρπός του. Υπό αυτές τις συνθήκες, η πριμοδότηση μιας εισαγόμενης αντιδιαφω- τιστικής προβληματικής θα μπορούσε εξ αντικειμένου να κυρώσει θεωρητικά τις δομές και τις ιδεολογίες μιας κοινωνίας που εξακολουθεί να κατατρύχεται από τον παραλογισμό του κληρονομημένου προνομίου και την αυθαιρεσία των πιο εγωπαθών πα- ρορμήσεων, μιας κοινωνίας αποκομμένης από το σύγχρονο επιστημονικό γίγνεσθαι – και, φευ, επαιρόμενης γι’ αυτό.

Όσο δικαιολογημένη πάντως κι αν είναι σήμερα μια κριτική στάση απέναντι στα παρεπόμενα του διαφωτισμού, στην αυγή της νεοτερικότητας η έννοια του λόγου ήταν, όπως εξακολουθητικά υπενθυμίζει ο Τ. Eagleton, ταυτόσημη με την επαναστατική ανατροπή και την εκ βάθρων αναδιοργάνωση της ζωής. Αυτός ο ηλεκτρισμός της ιστορικής ελπίδας διαπερνούσε και τη νεοελληνική παραφυάδα του διαφωτισμού. Ο II. Μ. Κιτρομηλίδης ανασυγκροτεί το ιστορικοκοινωνικό πλαίσιο του κινήματος, δίνοντάς μας την ευκαιρία να δούμε τον κόσμο μέσα από τα μάτια των πρωτεργατών του και να συμμεριστούμε την ίδια αναγεννητική αγωνία. Μέσα από την προσέγγιση αυτή καταρρίπτονται μια σειρά μύθοι, εθνικιστικής κυρίως υφής, διά των οποίων το νεοελληνικό κράτος ενέταξε τους διαφωτιστές του 18ου αιώνα (όπως άλλωστε και την κληρονομιά της κλασικής αρχαιότητας) στη συμβολική μιας επίσημης παιδείας που τίποτε το κοινό δεν είχε με το ιδεώδες του αδέσμευτου κριτικού στοχασμού που εκείνοι πρέσβευαν.

***

Συνεχίζεται το 2ο μέρος της κριτικής του Περικλή Σ. Βαλλιάνου

πηγή: Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης/ Τομ. 11, 1998.

Where Am I?

You are currently browsing the Reason category at αγριμολογος.