[έτοιμοι όλοι από καιρό, περίμεναν ·

19/05/2021 § Σχολιάστε

©Δημήτρης Χαντζόπουλος, Καθημερινή 18.05.2021

«Σχετικά με τη φωτογραφία της ΠτΔ δίπλα φράχτη στον Έβρο. Προσπαθώ να καταλάβω. Υποθέτω όσοι αντιδρούν δεν θα ήθελαν καθόλου φράχτη. Τους ενοχλεί όμως ο φράχτης ως φυσικό και συμβολικό αντικείμενο ή τα σύνορα εν γένει; Αν δηλαδή τα σύνορα προστατεύονταν από κάποιο αόρατο ηλεκτρονικό σύστημα δεν θα είχαν πρόβλημα (το λέω γι΄αυτούς που λένε ότι τους ενοχλεί ο συμβολισμός του φράχτη); Νομίζω θα είχαν, οπότε είναι προφανές ότι μάλλον, εν ονόματι των ανθρώπινων δικαιωμάτων και ενός ιδιάζοντος κοσμοπολιτισμού, δεν θα ήθελαν καθόλου σύνορα. Να θυμόμαστε όμως, αυτό που έχει πει η Arendt, ότι τα δικαιώματα ως πρότερα κάθε πολιτικής συγκρότησης και εκτός πολιτικών συγκρούσεων, αποκτούν μεταφυσικό χαρακτήρα και δεν προστατεύουν ουσιαστικά. Οι δημοκρατικές λειτουργίες εντός των εθνικών κρατών προστατεύουν τα δικαιώματα και τους πολίτες. Αν δεν υπάρχουν δημοκρατικά κράτη, δηλαδή σύνορα, δεν υπάρχει αποτελεσματικός δημοκρατικός έλεγχος για την προστασία των δικαιωμάτων.

Είναι άλλο να διεκδικείς και να έχεις ως κράτος διαδικασίες που υποδέχονται με ελεγχόμενο τρόπο (εκτός εάν υπάρχουν έκτακτες συνθήκες όπως πόλεμος) πρόσφυγες και μετανάστες (να μην είσαι περίκλειστη χώρα), και άλλο στην ουσία να μην έχεις σύνορα. Στον Έβρο εκτιμήθηκε από διαδοχικές κυβερνήσεις (και του Συριζα) ότι επιχειρησιακά ο φράχτης είναι αποτελεσματικός απέναντι σε έναν προβληματικό γείτονα. Δεν χαρακτηρίζουν οι φράχτες τη χώρα -δεν υπάρχουν φράχτες π.χ., στα βόρεια σύνορα, παρότι υπάρχουν σύνορα. Είναι ένα επιχειρησιακό μέτρο που δηλώνει τη θέση της χώρας απέναντι σε οργανωμένες προσπάθειες παραβίασης των συνόρων της. Αυτό υποθέτω υπερασπίστηκε και η ΠτΔ.»

[Βάσω Κιντή, Καθηγήτρια Φιλοσοφίας της Επιστήμης και Αναλυτικής Φιλοσοφίας στο τμήμα Ιστορίας και Φιλοσοφίας της Επιστήμης του ΕΚΠΑ.

*

«Η Κατερίνα Σακελλαροπούλου πήγε στον φράχτη στον Έβρο, ανάμεσα σε άλλους σταθμούς του ταξιδιού της. Η φωτογραφία την έδειξε δίπλα στη συγκεκριμένη κατασκευή. Και πάνω σε αυτό το στιγμιότυπο, βγήκε στον αέρα μια ολόκληρη σημειολογία περί τραμπισμού, ακροδεξιάς, υποταγής στην ‘εθνική κρατική’ ιδεολογία. Λες και η Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι μόνο μια φωτό δίχως λόγο, δίχως αλληλουχία παρεμβάσεών της σε διάφορα ζητήματα Λογική φτηνής σοσιαλμηντιακής εκστρατείας λοιπόν. Και στο βάθος η ενόχληση γιατί κάποιος/ α μπορεί να είναι προοδευτικός και συγχρόνως να μη θεωρεί τα σύνορα ντροπή. Οι φράχτες είναι λύπη πάντα, το ίδιο όμως και οι περιπέτειες των κρατών και των ανταγωνισμών και τα ανθρώπινα δράματα. Και η Πρόεδρος της Δημοκρατίας, απ όσο είδα, δεν χαίρεται δίπλα στον φράχτη, ούτε το απολαμβάνει. Μόνο στη φαντασία όσων ήταν έτοιμοι από καιρό και περίμεναν.

[Νίκος Σεβαστάκης, Καθηγητής Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ

 

[για την ιδεολογική ταυτότητα του λογοτέχνη – σημείο αναφοράς για την αντίσταση σε κάθε δογματισμό ·

12/05/2021 § Σχολιάστε

Ηταν ο Αρης Αλεξάνδρου αναρχικός;

Εδώ και τουλάχιστον δύο δεκαετίες ο Αρης Αλεξάνδρου (1922-1978) είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένας μείζων δημιουργός της νεοελληνικής λογοτεχνίας: είναι ένας ιδιότυπος θρύλος της ελληνικής πνευματικής ζωής. Ενα εξακολουθητικό σημείο αναφοράς για την αγωνία της ουμανιστικής αντίστασης σε κάθε ολοκληρωτισμό και κάθε δογματισμό.

Το εκπληκτικό, όσο και σπαρακτικό, «Κιβώτιο» λογαριάζεται σχεδόν από όλους (κατά την εκτίμησή μου δικαίως) ως το σημαντικότερο νεοελληνικό μυθιστόρημα. Τα αιμορραγικά ποιήματά του (που στις πρώτες τους εκδόσεις εκδίδονταν εκτός εμπορίου από ανύπαρκτους εκδοτικούς οίκους, καθώς δεν υπηρετούσαν καμία κομματική ή αισθητική γραμμή) κατακτούν όλο και περισσότερους παθιασμένους αναγνώστες στις φυγόκεντρες γωνίες του Διαδικτύου. Οι θεμελιακές μεταφράσεις του, ιδίως στον Ντοστογιέφσκι και στους Ρώσους κλασικούς (με τις οποίες ο ίδιος τόσο βασανιστικά και επώδυνα βιοπορίστηκε), έχουν μεγαλώσει τουλάχιστον τέσσερις γενιές αναγνωστών και συνεχίζουν ακάθεκτες.

Ο δε πολιτικός στοχασμός του Αρη Αλεξάνδρου, που εκφράζεται τόσο με το λογοτεχνικό έργο του όσο και με τα δοκιμιακά του κείμενα, από περιθωριακή έκφραση ενός παντοειδώς αποκλεισμένου αυτοεξόριστου βρίσκεται πλέον όλο και περισσότερο στο κέντρο της πολιτικής (ή, σωστότερα, της βιοπολιτικής) συζήτησης των καιρών μας.

Τι είναι «Αριστερά»

Η βασανισμένη ζωή του Αρη Αλεξάνδρου, ο τιτάνιος αγώνας του να εναρμονίσει τη ζωή και το έργο του σύμφωνα με τις ηθικές αρχές του, η απομόνωση που βίωσε καθώς αρνήθηκε τόσο τον καπιταλισμό όσο και τον κομμουνισμό, τόσο το «Εθνος» όσο και το «Κόμμα», τόσο τον στρατό όσο και κάθε πολιτική ορθοδοξία, καταγράφηκαν υποδειγματικά στο θεμελιακό βιογραφικό βιβλίο του (φίλου και συνεργάτη του) δοκιμιογράφου Δημήτρη Ραυτόπουλου «Αρης Αλεξάνδρου: ο εξόριστος» (Θεμέλιο, 1996). Το βιβλίο αυτό διαβάστηκε ευρύτατα και επανατοποθέτησε τον Α.Α. στο προσκήνιο μιας νέας αναστοχαστικής συζήτησης για το τι είναι και τι δεν είναι «Αριστερά». Και δεν είναι λίγοι οι φιλελεύθεροι διανοητές που, ενθουσιασμένοι από τον πυρακτωμένο αντιμαρξισμό και αντικομμουνισμό του Αλεξάνδρου (ιδίως όπως εκφράζεται στο «Κιβώτιο»), είδαν σε αυτόν έναν στοχαστή-συγγραφέα που, έστω και φυγόκεντρα, εντάσσεται στη φιλελεύθερη παράδοση.

Πριν από μερικά χρόνια κυκλοφόρησε και μια νέα πρόταση – αυτή τη φορά για τη συμπερίληψη του Αλεξάνδρου στην αναρχική παράδοση. Εισηγητής της ο ποιητής και δοκιμιογράφος Κώστας Δεσποινιάδης, ο οποίος εδώ και είκοσι χρόνια βγάζει τις πολύ σημαντικές εκδόσεις Πανοπτικόν (ανάμεσα στα άλλα, έχει εκδώσει τα «Απαντα» του Νίτσε σε μετάφραση Ζήση Σαρίκα, αλλά και πλήθος βιβλίων από σημαντικούς θεωρητικούς του αναρχισμού).

Ο Δεσποινιάδης το 2015 εξέδωσε σε δεύτερη έκδοση στο Πανοπτικόν το βιβλίο «Η εξέγερση της Κροστάνδης» του Αλεξάνδρου (πρώτη έκδοση: εκδόσεις Φυτράκης στη σειρά «Τα φοβερά ντοκουμέντα», 1975), ιστορικό μελέτημα που περιγράφει την εξέγερση των ναυτών της Κροστάνδης ενάντια στο σοβιετικό καθεστώς των Λένιν και Τρότσκι το 1921. Τέσσερα χρόνια αργότερα, ο Δεσποινιάδης εξέδωσε τη μικρή μελέτη του «Ο ανυπότακτος Αρης Αλεξάνδρου» (Πανοπτικόν, 2019) – όπου συνοψίζει τις σκέψεις του για τον πολιτική στάση του Α.Α.

Ο Δεσποινιάδης (γεννημένος το 1978, χρονιά θανάτου του Α.Α.) στο βιβλίο του επιχειρεί με πάθος να εντάξει τον Αλεξάνδρου στην αναρχική παράδοση. Παραθέτει μια σειρά από αρκετά πειστικά επιχειρήματα: από το 1950 και μετά και μέχρι το τέλος της ζωής του, ο Α.Α. σε βιβλία, ποιήματα, κείμενα, στάσεις ζωής στάθηκε σταθερά αντίθετος στα έθνη, στις θρησκείες, στον στρατό, στην κρατική καταστολή, στους θεσμούς της ομογενοποίησης, στον καπιταλισμό και στους νόμους της αγοράς, στον κομμουνιστικό ολοκληρωτισμό, σε κάθε κομματική ορθοδοξία, στον δογματισμό, στα άδεια κιβώτια που τα γεμίζουν με τα πτώματα ανθρώπων. Επιπλέον επικαλείται μια αρκετά οργισμένη ιδιωτική επιστολή του Αλεξάνδρου προς τον Ραυτόπουλο της 1ης Μαρτίου του 1976 (που δεν συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο του τελευταίου, αλλά δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Μανδραγόρας», τεύχος 92). Εκεί ο Αλεξάνδρου, μιλώντας με οργή για τις πρακτικές του ΚΚΕ αλλά και για τον μαρξισμό, γράφει: «Είναι φανερό πως ήμουνα από τότε αναρχικός χωρίς να το ξέρω. Ημουν οπαδός των συμβουλίων και της αυτοδιαχείρισης – όπως προτιμάς…».

Ο Δεσποινιάδης θεωρεί πως αυτή η φράση είναι μια κατάφαση του Αρη Αλεξάνδρου προς την αναρχία και δικαιολογεί τη συμπερίληψή του στον «πασιφιστικό, ουμανιστικό αναρχισμό». Στο τέλος του βιβλίου γράφει: «Είναι καιρός να εντάξουμε στη γενεολογία μας έναν εμβληματικό πρόγονο».

H αυτοσυνέντευξη

Πρέπει να πούμε, πως μια ιδιωτική επιστολή δεν έχει το ίδιο βάρος με τη δημόσια τοποθέτηση – ιδίως εάν ο συγγραφέας της δεν επαναλαμβάνει σε δημόσιο επίπεδο όσα εκφράζει ιδιωτικά. Και στην καθοριστική δημόσια τοποθέτηση, στο πολιτικό credo μιας ολόκληρης ζωής, την αυτοσυνέντευξη του Αυγούστου-Σεπτεμβρίου του 1975 στο περιοδικό «Ηριδανός», ο Αλεξάνδρου αφιερώνει συγκλονιστικές αράδες για να προσδιορίσει την πολιτική του ταυτότητα: «Ανήκω στο ανύπαρκτο κόμμα των ποιητών. Σαν ανύπαρκτο που είναι, δεν χορηγεί ούτε κομματικές ούτε λογοτεχνικές ταυτότητες. […] Δεν ανήκω σε κανένα κόμμα και σε καμιά πολιτική οργάνωση. Δεν είμαι μέλος καμιάς εκκλησίας. Δεν είμαι οπαδός καμιάς θρησκείας. Οπως το ’χω ξαναπεί, Δεσμώτης τήδε ίσταμαι τοις ένδον ρήμασι πειθόμενος. Εχοντας περάσει από τα ξερονήσια και τις φυλακές, νιώθω πως είμαι συγκρατούμενος όχι μόνο με όσους υποφέρουν στα φασιστικά στρατόπεδα μα και σε όσους βασανίζονται στο Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ. Νιώθω αλληλέγγυος και συνυπεύθυνος με όσους αγωνίστηκαν, αγωνίζονται και θα αγωνιστούν εναντίον όλων των τυράννων, εστεμμένων και τραγιασκοφόρων, εναντίον όλων των δεσποτών, γαλονάδων και ρασοφόρων».

Σε τούτη τη συνέντευξη, ο Α.Α. δεν αναφέρεται πουθενά στον αναρχισμό ή στην αναρχία. Αντιθέτως, κλείνει τη συνέντευξη με την ποιητική/πολιτική του στοχοθεσία: «Αν κατόρθωνα να ρίξω και τον ελάχιστο κόκκο τσιμέντου για να στρωθεί ο δρόμος από τον homo sapiens στον homo humanus, θα έλεγα πως η ζωή μου δεν πήγε του κάκου».
Η γνώμη μου είναι πως ο Αρης Αλεξάνδρου (και κάθε άλλος καταστατικός δημιουργός) είναι μεγαλύτερος από οποιαδήποτε ιδεολογία – και από τον φιλελευθερισμό και από τον αναρχισμό και από οποιονδήποτε άλλο -ισμό. Συνάμα, εάν έχω διαβάσει καλά τα βιβλία του, και ακολουθώντας έναν πιο προσωπικό ορισμό της αναρχίας, δεν έχω κανένα πρόβλημα να πω πως τον λογαριάζω ως τον μόνο αληθινά αναρχικό συγγραφέα της ελληνικής γλώσσας: Υπήρξε ένας συνειδητά άεθνος, άπατρις, αποδιωγμένος από όλους homo humanus. Μα μία τόσο ιδιοσυγκρασιακή φύση σαν του Α.Α. δεν θα τασσόταν ποτέ δημόσια υπέρ μιας ομολογημένης «αναρχίας», διότι ένιωθε πως η πραγματική αναρχία υπάρχει μονάχα εφόσον αρνηθείς ακόμη την ίδια την ομολογία της.

H ουσιαστική δικαίωση της πνευματικής του κατάθεσης

Ο Αλεξάνδρου διαισθάνεται πως η ομολογημένη «αναρχία» είναι (ή μπορεί να γίνει) ακόμη μία δέσμευση, ακόμη ένας δογματισμός, μια σημαία ή, εντέλει, ακόμη μία αγέλη – και στον δρόμο προς τον homo humanus του, κάθε σημαία και κάθε αγέλη είναι μια καινούργια σκλαβιά. Επιπλέον, η αναρχία του Αλεξάνδρου στέκεται αφετηριακά ενάντια σε κάθε βία – την οποία θεωρεί εκ προοιμίου εξουσία (και για αυτό γίνεται το 1953 ο πρώτος Ελληνας αντιρρησίας συνείδησης και αρνητής στράτευσης). Ο Α.Α. έχει διαβάσει πολύ καλά τους «Δαιμονισμένους» αλλά και την πολιτική ιστορία των δύο τελευταίων αιώνων: ως εκ τούτου γνωρίζει πως μέσα στο ευρύτατο φάσμα του αναρχισμού πλειοψηφεί (ή, έστω, εγγράφει ένα δραστικότερο πολιτικό αποτύπωμα) η αποδοχή της πολιτικής βίας ή και, συχνά-πυκνά, η καταστατική δοξολογία της. Είναι καθαρό πως στον κόσμο του Αλεξάνδρου αυτό δεν γίνεται ούτε κατ’ ελάχιστον αποδεκτό: κάποιος που πυροβολεί ανθρώπους, ανατινάζει ανθρώπους ή πετάει μολότοφ σε ανθρώπους ή σπίτια δεν είναι «αναρχικός» αλλά εξουσιομανής φασίστας.

Και εδώ χωράει μια αντερώτηση στην παθιασμένη πρόταση του Κ. Δεσποινιάδη: Για ποια αναρχία μιλάμε; Για την άρνηση κάθε εξουσίας – ή για την «αντι-εξουσία»; Για τον Τολστόι, τον Γκάντι και τον Αλεξάνδρου; Για τον Νετσάγεφ και τον Ραβασόλ; Για τον Κροπότκιν, τον Μπακούνιν και τον Καστοριάδη; Για τον «αναρχισμό» των πιστολιών και των μολότοφ; Είναι αναρχία οι πρακτικές και οι δοξολογίες της βίας – ή είναι η στρέβλωση και η καπηλεία της; Προφανώς η αγωνία της συμπερίληψης του Αλεξάνδρου στην αναρχία δίνει μια πρώτη απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα. Μένει να δούμε πόσοι και πώς θα έχουν την ανοιχτή ματιά για μια τέτοια σπάνια τιμή. Δεν είμαι ιδιαίτερα αισιόδοξος.

Παρ’ όλα αυτά, για ένα πράγμα δεν χωρά αμφιβολία: όλη αυτή η συζήτηση είναι μια (ακόμη) ουσιαστική δικαίωση του Αρη Αλεξάνδρου και της πνευματικής του κατάθεσης σε έναν επόμενο αιώνα από τον δικό του – έναν αιώνα που με νεωτερική αφέλεια προσπερνάει την Ιστορία, ωστόσο, παρά τις τόσες προσπάθειες, δεν μπορεί να απαλλαγεί από την αγωνία του ηθικού νοήματος. Και είναι εξαιρετικά παρήγορο που άνθρωποι και ρεύματα σκέψης ψάχνουν στα βιβλία, στους στίχους και στη σκέψη του Αρη Αλεξάνδρου τη δική τους καταστατική ή και υπαρκτική αφετηρία.

Λίγο πριν συμπληρωθούν εκατό χρόνια από τη γέννησή του, αυτός που υπήρξε ολομόναχος και απομονωμένος, «προδότης για τη Σπάρτη και για τους είλωτες Σπαρτιάτης», και πέθανε σε μια παρισινή σοφίτα που δεν χωρούσε να ανέβει ο απινιδωτής της καρδιακής ανάνηψης, γίνεται πλέον σημείο αναφοράς και αφετηρία διαλόγου. Η παθιασμένη εμμονή του Αλεξάνδρου να αρνηθεί κάθε προφητεία, κάθε «Λόγο της Αληθείας», κάθε εξαγγελία («Φίλε ή αντίπαλε, μην το αναγγείλεις πουθενά», γράφει με σπαρακτική συνέπεια) γίνεται πρόσκληση για συνάντηση μέσα στη συγκινημένη αγωνία του Homo Humanis. Τα «ένδον ρήματα» δείχνουν να βλασταίνουν μέσα στα μυαλά των κατοπινών: να αποκτούνε ρίζες και να πετάνε κλαδιά.

Ωστόσο ο Αλεξάνδρου, όπως άλλωστε και ο δάσκαλός του Ντοστογιέφσκι, όπως και όλοι οι αληθινά μεγάλοι ποιητές, φροντίζει να μας πει πως ο δρόμος προς τον τόσο συγκινημένο κόσμο του, προς τον αιμορραγικό Homo Humanus του, περνάει από ολόστενες σκάλες που δεν μπορούνε να περάσουν απινιδωτές – ούτε η γλυκιά συναίνεση με την ολέθρια ανάγκη του πολιτικού πραγματισμού, ούτε ο συμβιβασμός με τη θεσμική βία της εξουσίας, ούτε οι αγελαίες πορείες με τις σφιγμένες γροθιές και τα συνθήματα της εκδίκησης, ούτε η κοπαδοποίηση της βίας στο όνομα μιας «αντι-εξουσίας». Αντί όλων αυτών, εδώ και τουλάχιστον εξήντα χρόνια, ο Αρης Αλεξάνδρου μας άφησε, σαν σε μποτίλια στο πέλαγος, τον κατά τη γνώμη μου αναρχικότερο στίχο που έχει γραφτεί στη νεοελληνική λογοτεχνία: «Κυρ Λοχία, πάσχω από δαλτωνισμό: / βλέπω τον κάθε στόχο ίδιο με την καρδιά μου». Και εδώ μπαίνουν τα αληθινά δύσκολα για όλους μας: άραγε ποιος -ισμός, (φιλελευθερισμός, αναρχισμός ή όποιος άλλος) μπορεί να αντέξει ετούτη την πρόσκληση; Και πόσοι μπορούμε να κουβαλήσουμε την ηθική τάξη ώστε να κοιταχτούμε κατάματα σε μια τέτοια στάση ζωής;

*

©Θανάσης Τριαρίδης στη Καθημερινή

Η Β΄ Πολιτιστική Επανάσταση ή Για ποια κοινωνική δικαιοσύνη μιλάμε;

28/04/2021 § Σχολιάστε

Λίντα Σόφι Γιάνσον, Κραυγή, 250η Θερινή Έκθεση της Βασιλικής Ακαδημίας, 2018.

«[…]η αιτία είναι αυτή καθαυτή η Θεωρία του Μεταμοντερνισμού, που αποτελεί ένα αυθαίρετο δημιούργημα και προβάλλεται σαν διέξοδος στην απογοήτευση από τον κλασικό Μαρξισμό και την ανεκπλήρωτη υπόσχεση του Φιλελευθερισμού.»

Helen Pluckrose, James Lindsay, Cynical Theories: How Activist Scholarship Made Everything aboutRace, Gender, and IdentityAnd Why This Harms Everybody [Κυνικές Θεωρίες: Πώς η ακτιβιστική διανόηση κάνει τα πάντα να αφορούν τη φυλή, το φύλο και την ταυτότητα – και γιατί αυτό μας βλάπτει όλους], Pitchstone Publishing 2020, 352 pp.

Γράφει ο ©Αντώνης Εφραιμίδης στο τ. 127 Απριλίου στην Athens Review of Books

Αξίζει να παρατηρήσουμε εξ αρχής ότι οι συγγραφείς του ανά χείρας βιβλίου στον τίτλο CynicalTheories (Κυνικές Θεωρίες) θέτουν διαγραμμένη τη λέξη Critical την οποία αντικαθιστούν με την λέξη Cynical. Διότι, όπως θα δούμε, στην Καινογλώσσα των μεταμοντερνιστών οι Κριτικές Θεωρίεςείναι κατ’ ευφημισμόν κριτικές, και στην πραγματικότητα εφιαλτικές Κυνικές Θεωρίες.

Στην ταραχώδη σύγχρονη εποχή μας ένα πράγμα είναι σίγουρο: ότι τίποτε δεν είναι σίγουρο. Στην παγκόσμια σκηνή αυτό που κυριαρχεί είναι σύγχυση και ανησυχία. Στην Οικονομία, στην Πολιτική, στην Κοινωνία, στην Φιλοσοφία, στην Τέχνη, ακόμα και στην Επιστήμη κυριαρχεί αβεβαιότητα. Η μετακίνηση των πληθυσμών, η απειλή συρράξεων, η ιδεολογική πόλωση και η τεχνολογία της πληροφορίας έχουν δημιουργήσει ένα σκηνικό χάους και αποπροσανατολισμού. Αν αυτή η τοποθέτηση γίνει δεκτή σαν μια υπόθεση εργασίας, το ερώτημα είναι: Γιατί;

Το πόνημα των Πλάκροουζ και Λίντσι δίνει μία εμπεριστατωμένη, τεκμηριωμένη και πειστική εξήγηση. Η αρχική παρατήρηση είναι ότι μετά τον Διαφωτισμό αναδύθηκε και επικράτησε αυτό που έχει ονομαστεί Κλασικός Φιλελευθερισμός. Μετά τις επαναστάσεις στην Γαλλία και στην Αμερική στα τέλη του 18ου αιώνα ακολούθησε η βιομηχανική επανάσταση και η διαμόρφωση του Μοντερνισμού ή Νεωτερικότητας. Το κοινωνικοπολιτικό φάσμα από τον συνετό συντηρητισμό μέχρι και τον «πρακτικό» σοσιαλισμό είχε αποδεχθεί (με μικρές παραλλαγές) τις βασικές αξίες της αντιπροσωπευτικής δημοκρατικής διακυβέρνησης, της ελευθερίας του λόγου, των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, και του σεβασμού των διαφορών ανάμεσα σε παραδόσεις και θρησκείες διαχωρίζοντάς τες από την εξουσία. Αυτές οι αξίες, περιληπτικά, χαρακτηρίζουν τον Κλασικό Φιλελευθερισμό. Δεν πρέπει να συγχέεται αυτός ο όρος με την σημερινή έννοια του Φιλελευθερισμού που είναι ένας καθαρά πολιτικός (σχεδόν «κομματικός») προσανατολισμός, με διαφορετική μάλιστα σημασία στην Ευρώπη και στην Αμερική.

Η έλευση του Μαρξισμού και η εγκατάσταση κομμουνιστικών καθεστώτων σε μεγάλο μέρος της υφηλίου διατάραξε την σταθερότητα του Κλασικού Φιλελευθερισμού, υιοθετώντας εν τούτοις αρκετές από τις αρχές της Νεωτερικότητας (ιδίως στην Επιστήμη και στην Τεχνολογία). Η λαίλαπα των δύο Παγκοσμίων Πολέμων συγκλόνισε την όποια ισορροπία είχε επικρατήσει. Η απογοήτευση για την αποτυχία της Μαρξιστικής υπόσχεσης και η αμφιβολία για την κατεύθυνση του Μοντερνισμού ευνόησαν κατά την δεκαετία του 1960 την ανάπτυξη του φιλοσοφικού ρεύματος του Μεταμοντερνισμού των Φουκώ, Ντεριντά, Λυοτάρ, και άλλων φιλοσόφων, κυρίως εκ Γαλλίας. Και εκεί ακριβώς εντοπίζεται η αρχή της σημερινής αποδόμησης.

Τι ακριβώς ήταν ο Μεταμοντερνισμός; Πολύ περιληπτικά, οι βασικές αρχές του ήσαν η απόρριψη της έννοιας της αντικειμενικής γνώσης, του ορθολογισμού, και της ατομικότητας. Επομένως η γνώση δεν αντιστοιχεί στην πραγματικότητα, αλλά δημιουργείται ανάλογα με το επικρατούν πολιτισμικό αφήγημα. Επιπλέον, στο πολιτικό επίπεδο, η κοινωνία απαρτίζεται από πλέγματα ισχύος και ιεραρχιών που υπαγορεύουν τι γνώση μπορεί να αποκτηθεί και με ποιο τρόπο επιτρέπεται ή είναι δυνατή η απόκτησή της. Η δε γλώσσα δεν αναγνωρίζεται σαν μέσο επικοινωνίας αλλά σαν εργαλείο των «ισχυρών».

Αν αυτή η περιγραφή ακούγεται περίπλοκη και στριφνή, η αιτία είναι αυτή καθαυτή η Θεωρία του Μεταμοντερνισμού, που αποτελεί ένα αυθαίρετο δημιούργημα και προβάλλεται σαν διέξοδος στην απογοήτευση από τον κλασικό Μαρξισμό και την ανεκπλήρωτη υπόσχεση του Φιλελευθερισμού. Εναλλακτικά, αν όχι εξίσου στριφνά, το Δόγμα της Μετανεωτερικότητας διατυπώνεται και υπό την μορφή των εξής τεσσάρων ακρογωνιαίων λίθων: (1) κατάργηση των πάσης μορφής συνόρων (γεωγραφικών, λογικών, ιστορικών και γλωσσικών), (2) θεώρηση της γλώσσας όχι σαν μέσο επικοινωνίας, αλλά ως εργαλείο υπερίσχυσης, (3) αντικατάσταση του «ατομισμού» και της «οικουμενικότητας» με «ομάδες» και «πολιτιστικές» τάξεις, και (4) απόλυτη πολιτισμική σχετικότητα.

Αρχικά η δυσκολία του Μεταμοντερνισμού να «αγγίξει» τον μέσο άνθρωπο περιόρισε σημαντικά την εξάπλωσή του. Αν και γεννήθηκε στη Γαλλία, βρήκε κάποιο γόνιμο έδαφος στην Ιταλία σαν έκφραση ρεύματος στην Τέχνη, και στις Αγγλοσαξονικές χώρες και την Αμερική σαν «γραφική» μορφή φιλοσοφίας σε κοινωνικό επίπεδο. Μετά από δύο-τρεις δεκαετίες «παρουσίας» θεωρήθηκε ότι το πέρασμά του εξαντλήθηκε. Ο λόγος δεν ήταν μόνο η ασάφεια και η περίτεχνη μορφή του, αλλά, κυρίως, το ότι δεν προσδιόρισε κάποια συνταγή εφαρμογής στην πράξη. Παρέμεινε σαν διανοητική άσκηση στην σφαίρα της Θεωρίας και δεν είχε σχέδιο «εφαρμογής». Ευδοκίμησε κάπως στον τομέα της Τέχνης με την φιλοπαίγμονα ιδιότητα της ασάφειας και αμφισημίας.

Αυτή η αδυναμία της υλοποίησης των ιδεών του Μεταμοντερνισμού γεφυρώθηκε από τους θιασώτες του μέσω της Ιδέας της Κοινωνικής Δικαιοσύνης. Η ερμηνεία από τους Μεταμοντερνιστές της έννοιας της Κοινωνικής Δικαιοσύνης (με κεφαλαία αρχικά) διαφέρει από την συνήθη έννοια της κοινωνικής δικαιοσύνης όπως αυτή ήταν και είναι ευρέως κατανοητή. Η Κοινωνική Δικαιοσύνη αποτέλεσε τον συνδετικό κρίκο μεταξύ της Θεωρίας του Μεταμοντερνισμού με τον Εφαρμοσμένο Μεταμοντερνισμό που γεννήθηκε κατά την δεκαετία του 1990 και γιγαντώθηκε μέχρι τις μέρες μας. Ο λόγος της γιγάντωσης ήταν ότι μετέτρεψε την Θεωρία σε πρακτικό πρόγραμμα υλοποίησης.

Πριν «θεριέψει», το πρόγραμμα της Κοινωνικής Δικαιοσύνης προσεταιρίστηκε μία επιλογή από πραγματικά κοινωνικά προβλήματα (όπως ο ρατσισμός, η οικονομική ανισότητα, η καταπίεση περιθωριακών κοινωνικών ομάδων, κ.ά.) και άρχισε να οικοδομεί τις λεγόμενες Κριτικές Θεωρίες. Η πρώτη γνωριμία του ευρύτερου κοινού με την Κοινωνική Δικαιοσύνη αναπτύχθηκε με την διάδοση της Πολιτικής Ορθότητας. Αρχικά αυτή έμεινε περιορισμένη στους ακαδημαϊκούς κύκλους και αντιμετωπίστηκε άλλοτε με σκεπτικισμό ή ειρωνεία, αλλά συχνά και με συμπάθεια.

Διάφορες συγκυρίες στο παγκόσμιο σκηνικό (κατάρρευση του Σιδηρού Παραπετάσματος, άνοδος της Κίνας, εκρηκτική ανάπτυξη του Ισλαμισμού, μαζική μετανάστευση, λαϊκιστικά και ακροδεξιά καθεστώτα, η τεχνολογία του Διαδικτύου, κ.λπ.) βοήθησαν στο να εξαπλωθεί η πρόταση της Κοινωνικής Δικαιοσύνης και να αποκρυσταλλωθεί μια σειρά προγραμμάτων παραλογισμού που έφεραν πραγματική αναστάτωση (μέχρι στιγμής κυρίως) στις Δυτικές κοινωνίες. Ο λόγος ήταν η εκμετάλλευση από τους θιασώτες της νέας Θεωρίας των ευκαιριών που προσέφεραν και του αποπροσανατολισμού που εισήγαγαν αυτές οι συγκυρίες. Συγκεκριμένα (και χονδρικά), όπως εμπεριστατωμένα παρουσιάζει το βιβλίο, τα προγράμματα αυτά διακρίνονται σε

(1) Θεωρία Μετααποικιακής Πρακτικής (ή αντίστροφης καταπίεσης),

(2) Queer Θεωρία, που περιλαμβάνει τα θέματα γένους, φύλου, σεξουαλικής ταυτότητας, κ.λπ. (ή απελευθέρωσης από την κανονικότητα),

(3) Κριτική Θεωρία Φυλής και Διαθεματικότητας (Intersectionality) (ή τελειώνοντας με τον ρατσισμό βλέποντάς τον παντού),

(4) Θεωρία Φεμινισμών και Σπουδές Φύλου (ή απλοποίησης και κατάργησης της γενετικής ταυτότητας),

(5) Σπουδές Αναπηρίας και Πάχους (ή Πολιτικής της Ταυτότητας), και

(6) Διανόηση και Σκέψη για την Κοινωνική Δικαιοσύνη (ή δημιουργία «Υπουργείου της Αλήθειας» στην Εκπαίδευση και στην Πολιτική).

Όλη αυτή η άχαρη λίστα προγραμμάτων μπορεί να μοιάζει εκ πρώτης όψεως ότι αποτελείται από φύρδην μίγδην εννοιολογικά κατασκευάσματα. Δεν είναι όμως έτσι. Πρόκειται για εκτενές και πλήρως συγκροτημένο πρόγραμμα υλοποίησης με κύριο στόχο την ενοχοποίηση των Λευκών Ετεροφυλόφιλων Ανδρών που «ευθύνονται» αποκλειστικά για την έλλειψη ή απουσία Κοινωνικής Δικαιοσύνης.

Να δούμε όμως λίγο πιο αναλυτικά τι ακριβώς πρεσβεύουν αυτές οι Κριτικές Θεωρίες και γιατί ουσιαστικά πρόκειται για Κυνικές Θεωρίες, όπως ευρηματικά τις χαρακτηρίζουν οι συγγραφείς.

Διαβάστε τη συνέχεια στην ARB »» Ε Δ Ω »»

[απορίες περί ανάστασης, θανάτου και θυσίας·

26/04/2021 § 1 σχόλιο

©Eduardo Chillida, «Yes», northmagneticpole

Έχω μερικές απορίες σχετικά με την σταύρωση και ανάσταση του Ιησού όπως τις έχω αντιληφθεί. Απορίες που μου έχουν μείνει από την χριστιανική μου κατήχηση και, ακόμα τώρα, δεν μπορώ να βρω απαντήσεις που να μου φαίνεται ότι στοιχειωδώς στέκουν, οπότε ζητώ την βοήθεια του κοινού. Τις αναφέρω παρακάτω κάπως ατάκτως ερριμμένες, χωρίς κάποια ιδιαίτερη προσπάθεια να τις οργανώσω σε συγκεκριμένη λογική σειρά και χωρίς να ισχυρίζομαι ότι είναι όλες παρόμοιας τάξης.

1. Σε τι χρειαζόταν η θυσία του Ιησού;
Γιατί δεν μπορούσε ο θεός απλώς να συγχωρήσει τους ανθρώπους, όπως κάνουμε κι εμείς συχνά μεταξύ μας;

2. Σε τι συνίστατο η θυσία του Ιησού;
Μας λένε συχνά οι χριστιανοί ότι «πέθανε για μας». Ο Ιησούς όμως, ως θεός, είναι αθάνατος, σωστά; Οπότε τι ακριβώς εννοούμε όταν λέμε πως πέθανε; Και υπό ποια έννοια συνιστά αυτό θυσία εκ μέρους του;

3. Σε τι συνίστατο η ανάσταση του Ιησού;
Παρόμοιο με 2, αφού δεν γινόταν να πεθάνει, τι νόημα έχει να λέμε ότι αναστήθηκε;

4. Υπό ποια έννοια η ανάσταση του Ιησού, ό,τι κι αν σημαίνει, συνιστά «νίκη επί του θανάτου»;
Δηλαδή πώς ακριβώς κάποιος αθάνατος «νικάει τον θάνατο»; Τι του κάνει ακριβώς του θανάτου που … δεν το είχε πάθει ο θάνατος από πριν;
Αν υποθέσουμε ότι με την νίκη του αυτή επί του θανάτου, ο Ιησούς κατέστησε αθάνατους κι εμάς τους ανθρώπους, τι σημαίνει αυτό ότι πριν δεν υπήρχε αιώνια ζωή και δημιουργήθηκε τότε; Δηλαδή όλοι όσοι είχαν πεθάνει μέχρι τότε είχαν πεθάνει … τελείως και ξαφνικά … ξαναφτιάχτηκαν … αλλά πεθαμένοι … απλώς ώστε να μπορέσουν να ζήσουν και την αιώνια ζωή;

5. Γιατί η νίκη επί του θανάτου απαιτούσε τον θάνατο του Ιησού;
Δηλαδή μόνο με την ομοιοπαθητική μέθοδο μπορούσε ο θάνατος να ηττηθεί; Προληπτικός τρόπος δεν ήταν διαθέσιμος; Ο μόνος τρόπος να νικήσω μια αρρώστια, για παράδειγμα, είναι πρώτα να αρρωστήσω; Να την νικήσω με το να αποφύγω να την πάθω, με εμβόλιο π.χ., δεν παίζει;

6. Γιατί ο Θωμάς περίμενε ότι στο σώμα του αναστημένου Ιησού θα υπήρχαν τα σημάδια από την σταύρωσή του;
Δεν είναι πολύ παράξενο που ο Θωμάς βλέπει έναν πεθαμένο να ζωντάνεψε και ταυτόχρονα περιμένει ότι το σώμα του «θυμάται» τι πέρασε πριν πεθάνει; Από πού κι ως πού ένα σώμα που έχει «ξεπεράσει» τον ίδιο τον θάνατό του, αναμένεται να διατηρεί την «μνήμη» των πληγών που του προκάλεσαν αυτόν τον θάνατο; Από πού κι ως πού αντιμετωπίζεται ο θάνατος ως πληγή που … επουλώνεται κι αφήνει σημάδια; Γιατί εμείς βρίσκουμε την συμπεριφορά του Θωμά φυσική;

7. Γιατί στο κατά Μάρκον που είναι χρονολογικά το πρώτο κανονικό ευαγγέλιο, δεν αναφέρονται καθόλου εμφανίσεις του Ιησού μετά την ανακάλυψη του κενού τάφου;
Είναι δυνατόν να τις θεώρησε ο ευαγγελιστής ανάξιες αναφοράς ενώ τις γνώριζε; Είναι δυνατόν, από την άλλη, να μην τις γνώριζε;

8. Σε τι χρειάζεται ο Ιούδας στην όλη ιστορία;
Ο Ιησούς δεν φαίνεται πουθενά ότι κρυβόταν. Γιατί να χρειάζεται να τον προδώσει κάποιος; Και, αν υποτεθεί ότι δεν μπορούσαν να τον εντοπίσουν, γιατί να μην αρκεί να τους οδηγήσει εκεί που βρισκόταν; Σε τι χρειαζόταν το φιλί; Λες και δεν ήταν γνωστός ο Ιησούς ούτε κατ’ όψιν σε κανέναν από τους διώκτες του; Κι ακόμα κι έτσι, γιατί δεν τον έδειξε απλώς με το δάχτυλο;

9. Γιατί τελικά ήθελαν οι Φαρισαίοι να τον σκοτώσουν;
Στο κατά Ιωάννη, για παράδειγμα, η εξήγηση που δίνεται είναι πως φοβούνταν ότι θα ξεσήκωνε τον λαό σε εξέγερση κατά των Ρωμαίων, με αποτέλεσμα την καταστροφή της χώρας και του έθνους τους. Γιατί όμως θεωρούσαν δεδομένο ότι δεν είναι αυτός ο Μεσσίας, αφού είχε δώσει τόσα σημάδια ότι είχε υπερφυσικές δυνάμεις;
Θυμίζω ότι αυτή η συζήτηση μεταξύ των Φαρισαίων, γίνεται με αφορμή την ανάσταση του Λαζάρου. Θα περίμενε κάποιος η ίδια η ανάσταση του Λαζάρου να είναι ισχυρό μήνυμα στους Φαρισαίους ότι αυτός ήταν ο Μεσσίας που περίμεναν και, επομένως, δεν είχαν λόγο να φοβούνται ότι θα τους οδηγήσει σε καταστροφή. Αντίθετα, είχαν λόγο να θεωρούν ότι θα τους οδηγήσει στην απελευθέρωση.

9. Με τους νεκρούς που βγήκαν από τους τάφους την στιγμή του θανάτου του Ιησού, τι έγινε μετά;
Ξαναπέθαναν μετά από λίγο ή έζησαν και δεύτερη ζωή; Ξαναμπήκαν στα μνήματά τους, ή τα μνήματα αυτά έμειναν άδεια για πάντα;
Πώς γίνεται ο σχετικός ευαγγελιστής να μην θεωρεί ότι υπάρχουν σ’ αυτό το συμβάν κάποιες εκκρεμότητες για τις οποίες θα ήταν καλό να μας πληροφορήσει;

10. Πώς έμαθε ο σχετικός ευαγγελιστής τι συνέβη μεταξύ Ιησού και Πιλάτου;

11. Πώς έμαθε ο σχετικός ευαγγελιστής τι προσευχήθηκε ο Ιησούς στον κήπο της Γεσθημανή, αφού ήταν μόνος;

12. Πού ήταν το πλήθος που υποδέχθηκε τον Ιησού με τιμή και δόξα την Κυριακή των Βαΐων, στο επεισόδιο με τον δίλημμα μεταξύ Ιησού και Βαραββά; Ήταν άλλοι εδώ κι άλλοι εκεί ή το πλήθος είχε εν τω μεταξύ στραφεί εναντίον του; Κι αν το δεύτερο, τι προκάλεσε την μεταστροφή; Αν το πρώτο, γιατί ο Πιλάτος δεν φρόντισε να υπάρχουν και οι φίλοι του Ιησού στο πλήθος ώστε να μην προτιμήσει τον Βαραββά;

13. Όποιοι γύρευαν δικαιολογία για να συλλάβουν τον Ιησού, γιατί δεν το έκαναν στο επεισόδιο με της εκδίωξη των εμπόρων από τον Ναό;
Υπήρχε μόνιμη Ρωμαϊκή φρουρά εκεί και, λογικά, θα τον συνελάμβαναν αν όντως είχε κάνει κάτι τέτοιο, ακόμα και χωρίς άλλη αφορμή, πόσο μάλλον αν τον είχαν και στο μάτι.
____________________________
Εν τέλει, η μεγαλύτερή μου κάπως γενική απορία είναι:
Γιατί (υποτίθεται ότι) έγιναν όλ’ αυτά; Πώς θα ήταν ο κόσμος μας διαφορετικός αν ο Ιησούς δεν είχε σταυρωθεί και αναστηθεί;
Γιατί δεν θα μπορούσε να υπάρχει χριστιανική πίστη χωρίς σταύρωση και ανάσταση; Τι έλλειμμα θα είχε ο χριστιανισμός αν ο Ιησούς, μετά τα θαύματα και την διδασκαλία του, απλώς αποχωρούσε από την γη, θαυματουργά με ανάληψη ή απλώς πεθαίνοντας κανονικά, ή όπως αλλιώς έκρινε σκόπιμο;

*

©Χρήστος Γεωργιάδης στο fcbk »»

Where Am I?

You are currently browsing the Reason category at αγριμολογος.