[Η αμφιβολία ως πυξίδα του λόγου·
07/07/2019 § Σχολιάστε
Η αμφιβολία ως δρόμος προς την αλήθεια

Ο Σκεπτόμενος του Ροντέν
Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα ομιλίας που εκφώνησε τον περασμένο Ιούνιο ο γνωστός Ιταλός συγγραφέας Κλάουντιο Μάγκρις, στο πλαίσιο των πολιτιστικών εκδηλώσεων Milanesiana, που οργανώνει κάθε χρόνο ο δήμος του Μιλάνου.
Αν αρχίσεις να αμφιβάλλεις για τη σύζυγό σου, λέει σε ένα διήγημά του ο Ισαάκ Μπάσεβιτς Σίνγκερ, καταλήγεις να αμφιβάλλεις για τις Ιερές Γραφές. Δεν πρόκειται μόνο για ένα ευφυολόγημα. Το έργο του μεγάλου συγγραφέα, που γνώρισα καλά -μία από τις μεγάλες συναντήσεις της ζωής μου-, είναι μια αναζήτηση της αλήθειας που διαπερνιέται από τη βαθιά αίσθηση της ίσως ανέφικτης γνώσης της, αλλά και του μυστηριώδους χαρακτήρα της. Πολλά από τα πρόσωπα των αφηγημάτων του Σίνγκερ είναι ερευνητές της αλήθειας – συχνά αποτυχημένοι, αλλά στην έσχατη στιγμή αυτής της αποτυχίας είναι, χωρίς να το γνωρίζουν, μπροστά στην αλήθεια.
Αυτήν την ειρωνική προτροπή να μην αμφιβάλλουμε, που διαψεύδεται από τόσους πρωταγωνιστές των διηγημάτων και των μυθιστορημάτων του, πρέπει να την πάρουμε στα σοβαρά.
Πρώτα απ’ όλα, υπάρχει αμφιβολία και αμφιβολία. Προφανώς ο Σίνγκερ δεν έχει καμία σχέση με την αλαζονική αξίωση να γνωρίζουμε και να κατέχουμε την αλήθεια, αξίωση που είναι η μητέρα τόσων δογματισμών, αλλά και μισαλλοδοξιών και διώξεων εκείνων που δεν συμμερίζονται ή αμφισβητούν αυτήν την αλήθεια. Ο Σίνγκερ όμως δεν έχει τίποτα κοινό και με τη ρητορική της αμφιβολίας, που στους καιρούς μας περισσότερο από κάθε άλλη φορά κυριαρχεί με τις πιο κοινότοπες, πομπώδεις και στερεότυπες μορφές της.
Η δημιουργική αμφιβολία δεν είναι στενόμυαλη και υπεροπτική αδιαφορία για την αλήθεια, αδιαφορία που στις μέρες μας φαίνεται υποχρεωτική για να θεωρούμαστε πολιτισμένοι, ανοιχτόμυαλοι, εναρμονισμένοι με το πνεύμα των καιρών.
Υπάρχει μια κοινότοπη εξύμνηση της αμφιβολίας ως σχετικισμού, που γίνεται αντιληπτός όχι ως αναγκαίο συστατικό στην αναζήτηση της αλήθειας και ως διόρθωση της αλαζονείας ότι την έχουμε βρει και την κατέχουμε, αλλά ως αδιαφορία: Εγώ είμαι αντισημίτης, εσύ δεν είσαι, καθένας από τους δυο μας έχει τη δική του γνώμη, που πρέπει να είναι εξίσου σεβαστή. Τρομερή και ανόητη διαστρέβλωση της ανεκτικότητας.
Στην παραβολή των τριών δαχτυλιδιών, που επαναλαμβάνει ο Λέσινγκ στο έργο του «Νάθαν ο σοφός» -ένα αριστούργημα του Διαφωτισμού, της ελευθερίας της συνείδησης και της αυθεντικής ανεκτικότητας-, γίνεται λόγος για τρία δαχτυλίδια που συμβολίζουν τις τρεις μεγάλες μονοθεϊστικές θρησκείες, τον εβραϊσμό, τον χριστιανισμό και τον ισλαμισμό.
Ενα από τα δαχτυλίδια είναι το αυθεντικό, το πρωτότυπο. Τα άλλα δύο -λέει η παραβολή- είναι τέλειες απομιμήσεις, που δεν μπορούν να διακριθούν από το αληθινό. Δεν είναι επομένως δυνατό να γνωρίζουμε ποια είναι η αλήθεια, την οποία μπορούμε να διαβλέψουμε μόνον έμμεσα, στην ανθρωπιά εκείνου που έχει στο δάχτυλό του το δαχτυλίδι. Εκείνος από τους τρεις που φαίνεται πιο ανθρώπινος, περισσότερο ικανός για αγάπη και κατανόηση προς τους άλλους, πιο ανοιχτός, αυτός είναι που έχει στο δάχτυλό του το αληθινό δαχτυλίδι. Η αδυναμία όμως να γνωρίσουμε την αλήθεια δεν σημαίνει ότι αυτή δεν υπάρχει.
Αυτή, λέει ο Λέσινγκ, ανήκει μόνο στον Θεό, ενώ το καθήκον του ανθρώπου είναι να την αναζητάει, να την προσεγγίζει όσο το δυνατόν περισσότερο. Την αλήθεια δεν μπορούμε να την κοιτάξουμε απευθείας, επειδή είναι αβάσταχτη, εκτυφλωτική, όπως στο ευαγγελικό επεισόδιο της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος. Ο Κάφκα, που τον βασάνιζε η ιδέα της αλήθειας και της αδυναμίας να τη συλλάβουμε, έλεγε ότι μόνον ο μορφασμός στο κατάπληκτο πρόσωπο που αποτραβιέται από τη θέα του είναι αληθινός.
Μόνο στην πολύχρωμη αντανάκλασή της, λέει ο Γκέτε στον «Φάουστ», κατέχουμε τη ζωή. Σε αυτή τη διαδρομή του νου και της καρδιάς, η αμφιβολία έχει έναν αναγκαίο και θεμελιώδη ρόλο.
Οχι η στείρα και αλαζονική αυτοϊκανοποιημένη αμφιβολία ή εκείνη που χάνεται μέσα σε μια ψυχολογική αβεβαιότητα, αλλά η αμφιβολία ως αυτοκριτική συνειδητοποίηση των ορίων μας και των αβεβαιοτήτων μας. Με αυτήν την έννοια, η αμφιβολία είναι το άλας, η ουσία, η κινητήρια δύναμη κάθε έρευνας της σκέψης. Αν αμφιβάλλω, υποστηρίζει ο Καρτέσιος, σκέφτομαι, και αν σκέφτομαι υπάρχω.
Μέσα από τη συστηματική χρήση της αμφιβολίας φτάνουμε σε μια βέβαιη και αναμφισβήτητη πρόδηλη αλήθεια: Η αμφιβολία ως δρόμος προς την αλήθεια.
Η μεθοδική αμφιβολία -σύμφωνα με τον Καρτέσιο, αλλά ήδη και σύμφωνα με τον Αυγουστίνο- είναι μια πυξίδα του λόγου στο ταξίδι του προς την αλήθεια. Είναι επομένως το αντίθετο της απόλυτης αμφιβολίας, του ακραίου σκεπτικισμού που πρέσβευαν αρχαίοι και νεότεροι, ήδη από τον Πύρρωνα, που ήταν σύγχρονος του Μεγάλου Αλεξάνδρου, και από τους μαθητές του, για τους οποίους τα πράγματα είναι ανεξιχνίαστα και δεν μπορεί να διατυπωθεί κανένας ισχυρισμός γι’ αυτά, αλλά μόνον η αφασία, η σιωπή. Οδηγούνται έτσι στην αναστολή κάθε κρίσης και στην αταραξία, στην απαθή αδιαφορία που είναι η μοναδική ευτυχία· στο να είναι «χωρίς γνώμες», χωρίς κλίσεις, χωρίς ανησυχίες.
Η απόλυτη αμφιβολία των ακραίων σκεπτικιστών, ο πυρρωνισμός και άλλες ανάλογες σχολές αποκρούστηκαν ακριβώς από τους φιλοσόφους που υποστήριξαν και ακολούθησαν τη «μεθοδική αμφιβολία», θεωρώντας την αναγκαία για την αναζήτηση της αλήθειας, που με τη σειρά της είναι σταθμός περαιτέρω έρευνας μιας πληρέστερης αλήθειας. Κατά τον Καρτέσιο, η σκέψη κατέχει μια αφετηριακή βεβαιότητα απέναντι στον εαυτό της.
Η μεγάλη μπαρόκ λογοτεχνία μάς βοήθησε να κατανοήσουμε για πάντα ότι η ζωή είναι όνειρο και ότι πρέπει να αμφιβάλλουμε για τα πάντα, αλλά το εγώ που αμφιβάλλει, που ονειρεύεται, που σκέφτεται, γνωρίζει με αυτόν τον τρόπο ότι υπάρχει. Η αναζήτηση της αλήθειας προϋποθέτει ίσως την εγκατάλειψη κάθε αυθόρμητης βεβαιότητας και κάθε γνώσης που μας έχει μεταβιβαστεί, ιδίως κάθε προκατάληψης, αλλά στο τέλος της αυστηρής γνωστικής διαδικασίας η αλήθεια επιβάλλεται στη νόηση του ανθρώπου.
Η ανακάλυψη που κάνει ο άνθρωπος της ίδιας της ύπαρξής του, του εαυτού του ως όντος που αμφιβάλλει και σκέφτεται, κατορθώνει να φτάσει -σύμφωνα με τον Καρτέσιο- στην ιδέα του Θεού και στην απόδειξη της ύπαρξής του. Με αυτήν συνδέονται οι αποδείξεις των θεμελιωδών αληθειών των μαθηματικών γνώσεων. Οπως γνωρίζουμε, ο απόλυτος δυϊσμός του Καρτέσιου ανάμεσα σε res cogitans και res extensa και οι συνακόλουθες θεωρίες του για την ψυχή και το σώμα, τη βιολογία και τη φυσική, την ύλη και τη σκέψη, υποβλήθηκαν σε κριτική, για παράδειγμα από τον Νεύτωνα και τον Λάιμπνιτς.
Ο Καρτέσιος όμως επιβεβαιώνει με έμφαση ότι καμία ανθρώπινη έννοια δεν μπορεί να ξεφύγει από την αμφιβολία, που είναι το αφετηριακό σημείο για να φτάσουμε σε κάθε περαιτέρω αλήθεια. Αιώνες αργότερα, ο Χούσερλ υπογραμμίζει την αναγκαιότητα να αναστείλουμε την εγκυρότητα κάθε θεωρίας και κάθε κρίσης και προκατάληψης.
Ο Χούσερλ υποστηρίζει την αναστολή κάθε συμβατικότητας μέχρι το αισθητά προφανές, που μπορεί να συλληφθεί και να επιβεβαιωθεί μόνο με την καθαρή φαινομενολογική περιγραφή. Σύμφωνα με τον Χούσερλ, η νεότερη επιστήμη είχε καταπνίξει αυτή την αισθητή διαύγεια των πραγμάτων και της ζωής, που ήταν τόσο προσφιλής στον Γκέτε. […]
*
[©Θανάσης Γιαλκέτσης στην Εφημερίδα των Συντακτών
[η αγάπη σκόνη και τ’ όνειρο καπνός — Η Έμμα Γκόλντμαν και το μασκάρεμα της τυραννίας
06/07/2019 § Σχολιάστε
–37.

Βιβλίο: Έμμα Γκόλντμαν • Η απογοήτευσή μου στη Ρωσία. Δύο χρόνια στη Ρωσία (1920-1921) • Μτφρ.: Δέσποινα Κερεβάντη, Γιάννης Βαλούρδος • Δεύτερη έκδοση (ανατύπωση) • Εκδόσεις • Απόπειρα • Σελ. 288
Ύψωσε τη φωνή της ενάντια στην προδοσία της Ρωσικής Επανάστασης
Ριζοσπαστικές Αναγνώσεις: 150 χρόνια από τη γέννηση της Εμμα Γκόλντμαν (1869-1940)
Ακριβώς εκατόν πενήντα χρόνια κλείνουν φέτος από τη γέννηση της Εμμα Γκόλντμαν και η επανακυκλοφορία στα ελληνικά του βιβλίου της «Η απογοήτευσή μου στη Ρωσία» είναι μία πρώτης τάξης ευκαιρία να θυμηθούμε την προσωπικότητα και το έργο της πρωτοπόρας αναρχοκομμουνίστριας. Είχε γεννηθεί στις 27 Ιουνίου (με το παλιό ημερολόγιο) 1869 σε μία εβραϊκή οικογένεια που διατηρούσε πανδοχείο στο Κάουνας της Λιθουανίας.
Ομως ήδη από την προεφηβική της ηλικία θα ακολουθήσει τον δύσκολο δρόμο της μετανάστευσης, αφού σε ηλικία δεκατριών ετών θα βρεθεί στην Πετρούπολη, λόγω των κατασταλτικών μέτρων μετά τη δολοφονία του Αλέξανδρου Β΄. Θα αναγκαστεί να εργαστεί σε εργοστάσιο, όπου θα έρθει σε επαφή με τις επαναστατικές ιδέες, ενώ η ανάγνωση του έργου «Τι να κάνουμε;» του Νικολάι Τσερνιέφσκι θα την οδηγήσει να επιλέξει τον δρόμο του αναρχισμού.
Και πάλι η βιοτική μέριμνα θα την υποχρεώσει να περάσει τον Ατλαντικό, με προορισμό την Αμερική. Στον Νέο Κόσμο θα τη χαράξει η εξέγερση που σημειώθηκε στις 4 Μαΐου του 1886 στην πλατεία Χέιμαρκετ του Σικάγου, όταν αναρχικοί διαδήλωσαν υπέρ των απεργών εργατών και συγκρούστηκαν με την αστυνομία. Τέσσερις από τους συλληφθέντες δικάστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες και εκτελέστηκαν με απαγχονισμό. Από κει και πέρα, η Εμμα Γκόλντμαν θα ακολουθήσει τον μονόδρομο του ακτιβισμού και θα φυλακιστεί τρεις φορές, το 1901, το 1916 και το 1917. Θα μείνουμε στην τελευταία, γιατί μετά θα ακολουθήσει η απέλασή της στη Ρωσία.
Απέλαση στη Ρωσία
Την τελευταία φορά κατηγορείται ότι συμμετείχε σε διαδηλώσεις εναντίον του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου με κυρίαρχο αίτημα τη μη στρατολόγηση. Ο ισχυρός άντρας της Υπηρεσίας Πληροφοριών Τζέι Εντγκαρ Χούβερ θα ζητήσει την απέλασή της στη Ρωσία, όπερ και εγένετο. «Οταν το δικαστήριο της Πολιτείας της Νέας Υόρκης, με δόλιες μεθοδεύσεις, μού στέρησε τα πολιτικά μου δικαιώματα και την αμερικάνικη υπηκοότητα που είχα τριάντα δύο χρόνια, παραιτήθηκα από το δικαίωμά μου να κάνω έφεση, έχοντας αποφασίσει να γυρίσω στη Ρωσία, για να βοηθήσω στο σπουδαίο έργο. Πίστευα με πάθος ότι οι Μπολσεβίκοι προωθούν την Επανάσταση και μοχθούν για λογαριασμό του λαού».
Οταν φτάνει στη Ρωσία, όπου θα παραμείνει περίπου δεκαπέντε μήνες, αν και δεν ανήκει ιδεολογικά στους μπολσεβίκους, η σοβιετική κυβέρνηση θα προσπαθήσει να τη μεταστρέψει στο δικό της στρατόπεδο, με επινοημένες και σκηνοθετημένες συναντήσεις. Ωστόσο, αυτή δεν θα αντέξει την ψευδολογία και την υποκρισία, αν και τον πρώτο χρόνο προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό της ότι η επανάσταση κερδήθηκε με και υπέρ του λαού. «Παρατηρούσα, μελετούσα, ταξίδευα πολύ σε διαφορετικά μέρη της χώρας, άκουγα γνώμες, από όλο το πολιτικό φάσμα, φίλους και εχθρούς των Μπολσεβίκων… όλα με έπειθαν για τη φριχτή απάτη που τύφλωνε τα μάτια του κόσμου».
Αξιόπιστη έρευνα
Το χρονικό-μαρτυρία «Η απογοήτευσή μου στη Ρωσία» κυκλοφόρησε ελλιπές το 1923 και τον επόμενο χρόνο τυπώθηκε άλλος ένας τόμος. Αν και το έργο έχει καθιερωθεί με αυτόν τον τίτλο λόγω επιλογής του εκδότη, η συγγραφέας του είχε επιλέξει να το τιτλοφορήσει -χωρίς μελοδραματισμούς και συναισθηματισμούς- «Τα δυο χρόνια μου στη Ρωσία». Η Εμμα Γκόλντμαν, αν και από τις πρώτες ημέρες συνειδητοποιεί ότι κάτι δεν πάει καλά σε αυτή τη νέα σοσιαλιστική χώρα, ωστόσο δεν φθάνει σε εύκολα συμπεράσματα, καθώς αναζητάει να βρει την αλήθεια και όχι να στρατοπεδεύσει δογματικά σ ένα συμπέρασμα.
Γι’ αυτό το κείμενό της διαβάζεται και ως μία αυτοβιογραφία περασμένη μέσα από το φίλτρο της αποτυχημένης Επανάστασης, κοιταγμένης όμως στον καθρέφτη μιας αξιόπιστης δημοσιογραφικής έρευνας, καθώς γνωρίζει από κοντά τον Λένιν, τον Ζηνόβιεφ, τον Λουνατσάρσκι, τον Κροπότκιν, την Κολοντάι, τον Γκόρκι, τον Τζον Ριντ. Με ευθυκρισία και γνώση, ακόμη κι αν δεν συμφωνεί, δεν καταδικάζει ευκόλως, αλλά κυρίως προσπαθεί να καταλάβει, εξου και εκπονεί ένα ζωντανό ψυχογράφημά τους.
Ναι, παραδέχεται ότι η Ρωσική Επανάσταση υπήρξε η λιγότερο βίαιη από όλες τις επαναστάσεις. Ομως τι να το κάνεις: «Οταν μια ασήμαντη μειοψηφία επιχειρεί να δημιουργήσει ένα απολυταρχικό κράτος, αναγκαστικά θα προσφύγει στην καταπίεση και την τρομοκρατία». Ο αντιρρητικός λόγος των κομμουνιστών στην κριτική της προβάλλει ως επιχείρημά του ότι η Ρωσία πολεμάει τα αφεντικά και είναι ανήθικο για έναν επαναστάτη να συνασπίζεται ενάντια στους εργάτες την ώρα της μάχης. Η Εμμα Γκόλντμαν δεν το αποδέχεται, καθώς το αντιμετωπίζει ως καθαρή δημαγωγία που μετέρχονται οι μπολσεβίκοι για να φιμώσουν την κριτική της.
Το μασκάρεμα της τυραννίας
«Δεν είναι αλήθεια ότι ο Ρωσικός λαός πολεμάει τα αφεντικά, η αλήθεια είναι το κράτος των Μπολσεβίκων-όπως έκαναν οι μπουρζουάδες βιομήχανοι- κρατάει με την απειλή των όπλων το λαό μακριά από την εξουσία. Οι Μπολσεβίκοι μασκαρεύουν την τυραννία τους με συνθήματα που συγκινούν τον κόσμο: έτσι κατάφεραν να τυφλώσουν τις μάζες. Ακριβώς επειδή είμαι επαναστάτρια αρνούμαι να συνεργαστώ με την άρχουσα τάξη, που στη Ρωσία ονομάζεται Κομμουνιστικό Κόμμα», ξεμασκαρεύει την μπολσεβίκικη ρητορική.
Βεβαίως και δεν κρύβει ότι τη μεταχειρίστηκαν προνομιακά και βεβαιώνει ότι αν είχε υπηρετήσει το καθεστώς θα είχε περάσει ακόμη καλύτερα. Εν τούτοις, δεν επιλέγει τη σιωπηλή συγκατάθεση. Γιατί, όπως λέει η ίδια, χωρίς να κρύβεται πίσω από το δάχτυλό της: «Αν δεν ύψωνα φωνή ενάντια στην προδοσία της Ρωσικής Επανάστασης θα γινόμουν συνένοχη.
Η Επανάσταση και η ευημερία των μαζών μέσα και έξω από τη Ρωσία είναι για μένα πολύ πιο σημαντικά από τις προσωπικές γνωριμίες με τους Κομμουνιστές. Δεν είναι δυνατόν να συσκοτίσουν το αίσθημα δικαίου, να με εμποδίσουν να μιλήσω στον κόσμο για αυτά τα δύο χρόνια που πέρασα στη Ρωσία». Η εν διωγμώ Εμμα Γκόλντμαν δεν χωρούσε ούτε στην Αμερική του άκρατου καπιταλισμού ούτε στη Ρωσία του ψευδεπίγραφου σοσιαλισμού.
*
[©Βασίλης Κ. Καλαμαράς/ Επιμέλεια: Γιώργος Σταματόπουλος – Εφημερίδα των Συντακτών
*
Διαβάστε όλα [τα όνειρα καπνός]
[το χρώμα Του ήταν π ά ν τ α Μαύρο ·
05/07/2019 § Σχολιάστε
Φασισμός
![]()
Το μ ί σ ο ς του Φασισμού για την ελευθερία της έκφρασης και του λόγου, δεν κρύβονται. Η φωτογραφία δείχνει με γλαφυρό τρόπο τη δίκαιη κοινωνία την οποία οραματίζονται. (πολλοί διαφωνήσαμε, με τη ανάρτηση της Athens Voice, αλλά διαφωνήσαμε προβάλλοντας τα επιχειρήματά μας…)
*
Ο Λόγος, σε όλα του τα επιχειρήματα, πρέπει να υποβάλλεται στην κριτική και δεν μπορεί με καμιά απαγόρευση να επιφέρει ζημιά στην ελευθερία αυτής της ίδιας, χωρίς να ζημιώνει τον ίδιο τον εαυτό του και να επισύρει μιαν επιβλαβή επάνω του υποψία. Εδώ λοιπόν δεν υπάρχει τίποτε τόσο ιερό, που θα επιτρεπόταν να γλιτώσει από την εξεταστική και διεργαστική αυτή διερεύνηση, που δεν γνωρίζει κανένα κύρος του προσώπου. Στην ελευθερία αυτή βασίζεται μάλιστα και η ύπαρξη του Λόγου, που δεν έχει κανένα δικτατορικό κύρος, αλλ’ η απόφανσή του δεν είναι πάντα τίποτε άλλο παρά η σύμπνοια ελευθέρων πολιτών, εκ των οποίων ο καθείς οφείλει να δύναται να εκφράζει χωρίς επιφύλαξη τις αμφιβολίες του και μάλιστα το βέτο του [Ιμμάνουελ Καντ, ‘Η κριτική του καθαρού λόγου’]
Αντιθέτως:
1. Ο υμνητής του ναζισμού Μάρτιν Χάϊντεγκερ: » Η σκέψη αρχίζει μόνον όταν συνειδητοποιήσουμε ότι ο Λόγος, τον οποίο εξυμνούν επί αιώνες, είναι ο πιο αμείλικτος εχθρός της σκέψης» («Ο λόγος του Νίτσε: ‘Ο Θεός είναι νεκρός’»)
2. Και ο πολύς, ο θεοποιημένος από τους εθνικούς μας αριστερούς ‘διανοητές’, μεταμοντέρνος και ολοκληρωτικών αντιλήψεων Μισέλ Φουκώ: «Πώς μπορεί κανείς να μην είναι φασίστας, ακόμη και (ή μάλλον ιδίως) όταν πιστεύει ότι είναι επαναστάτης αγωνιστής; Πώς μπορούμε να αποκαθάρουμε το λόγο μας και τις πράξεις μας, τις καρδιές μας και τις απολαύσεις μας από τον φασισμό; Πώς μπορούμε να ξεριζώσουμε τον φασισμό που έχει βαθιές ρίζες στη συμπεριφοράς μας;» (Πρόλογος στον Αντί-Οιδίποδα)
[Richard Wolin, Η γοητεία του ανορθολογισμού, εκδόσεις Πόλις 2007]
