[Τιμή στον μαύρο ανθρωπιστή βαρκάρη των Χανίων·
21/11/2022 § Σχολιάστε

Ο Σαλής ήταν μια από τις γνωστότερες φυσιογνωμίες της πόλης των Χανίων τον περασμένο αιώνα. Ήταν απόγονος μαύρων εργατών ή χαλικούτηδων από την εποχή της Αιγυπτιοκρατίας στην Κρήτη, καταγόμενος από το Σουδάν ο οποίος δε θέλησε να εγκαταλείψει τα Χανιά κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1922 και έτσι παρέμεινε στην πόλη, όπου έγινε ευρέως γνωστός για την εργατικότητα, την εγκαρδιότητα και την καλοψυχία του.
Υπήρξε ένας αγαθός γίγαντας πολύ αγαπητός στους Χανιώτες. Ζούσε σε ένα μικρό σπίτι με την αδελφή του. Κάποια στιγμή έκαναν απέλαση σε πολλούς ξένους από τα Χανιά Ανάμεσα τους και ο Σαλής, ο οποίος όταν ανοίχτηκε το καράβι βαθιά έπεσε στη θάλασσα κ κολυμπώντας γύρισε
«Αυτή είναι η πατρίδα μου» έλεγε. Και τελικά παρέμεινε για πάντα στα Χανιά.
Στα χρόνια της μεγάλης φτώχειας έκανε μια πράξη που τίμησε την ανθρωπιά, που έμεινε στην καρδιά του κόσμου. Αγόραζε, με τα λίγα χρήματα που έβγαζε, τρόφιμα (ρύζι, μακαρόνια, ζάχαρη) και τα έδινε σε έναν νεαρό φίλο του με ποδήλατο.
«Πήγαινε σε εκείνο το σπίτι, άφησε στην πόρτα αυτήν την τσάντα και πρόσεξε να μη σε δουν» έλεγε στο μικρό αγόρι, δίνοντας του το σχετικό πουρμπουάρ. Γιατί έτσι προστάτευε την αξιοπρέπεια εκείνου που είχε την ανάγκη.
Το πρωί, η κάθε φτωχή γυναίκα έβρισκε στην πόρτα της έναν θησαυρό. Αυτό συνεχίστηκε για πολλά χρόνια, κανένας δεν ήξερε ποιος είναι ο ευεργέτης.
Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, γύρω στο 1967, κέρδισε τον πρώτο αριθμό του λαχείου. Μοίρασε τα χρήματα σε δύο ορφανά κορίτσια, σαν προίκα για να παντρευτούν.
Πέθανε στις 29 Φεβρουαρίου 1967 στο δωμάτιό του επί της οδού Θεοτοκοπούλου την ώρα που κοιμόταν και τον βρήκαν δυο μέρες μετά.
Η Εκκλησία είχε ένα πρόβλημα. Επειδή ήταν μουσουλμάνος, δεν μπορούσαν να τον κηδέψουν σε χριστιανικό νεκροταφείο. Τότε οι Χανιώτες ξεσηκώθηκαν -προς τιμήν τους- και τον κήδεψαν δημοσία δαπάνη στο Κοιμητήριο του Αγίου Λουκά (εκεί βρίσκεται ακόμα ο τάφος του). Οι στίχοι του φίλου του Γιώργου Γεωρβασάκη γράφτηκαν στη μαρμάρινη πλάκα:
«Ας ήσουν μαύρος
Ας μην ήσουν χριστιανός
Ας ήταν μαύρη η μορφή σου
Μα απ’ το χιόνι πιο λευκή ήταν η ψυχή σου».
Τα παιδιά τον αγαπούσαν γιατί τα υπολόγιζε και τους έδινε σοκολάτες και καραμέλες. Εκείνο το βράδυ έκλεψαν ένα ποδήλατο και το έβαλαν στον τάφο του, «για να πηγαίνει βόλτες» είπαν οι μικροί του φίλοι. [από τον φίλο Θοδωρή Καλούδη]
Τιμή στον μαύρο βαρκάρη: Οδός Σαλή Χελιδωνάκη
Τοποθετήθηκε η πινακίδα και πλέον και επίσημα η 1η πάροδος της οδού Θεοτοκοπούλου θα λέγεται Σαλή Χελιδωνάκη.
Ο Σαλής ζούσε σε αυτή την περιοχή της παλιάς πόλης, σε ένα ακίνητο που βλέπει το λιμάνι, κάτω από την καφετέρια “Tαράτσα”.
Η αρχική γνωμοδότηση έγινε από το συμβούλιο της δημοτικής κοινότητας Χανίων (15/2013) και σύντομα μετά ακολούθησε η 4012/2013 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Χανίων που οριστικοποίηση την ονομασία της οδού σε Σαλή Χελιδωνάκη. [iscreta.gr]
◉
Κωνσταντίνος Καβάφης, Όσο μπορείς
18/11/2022 § Σχολιάστε

Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.
Μην την εξευτελίζεις πηαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνά κ’ εκθέτοντάς την
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινήν ανοησία,
ως που να γίνει σα μια ξένη φορτική.
[1913]
◉
[Περικλής Κοροβέσης, Τώρα είμαι κι εγώ λεύτερος σαν κι εσάς· έχω και χαρτί μάλιστα, που λέει πως είμαι ελεύθερος. Εσείς έχετε χαρτί;
17/11/2022 § Σχολιάστε
Αφιερωμένιο στην επέτειο του Πολυτεχνείου

«Ένας φίλος» κι ο Επίλογος από τους «Ανθρωποφύλακες» του Περικλή Κοροβέση
«…Αυτό το βιβλίο δεν θα γραφόταν ποτέ, αν οι φιλήσυχοι και αντικειμενικοί άνθρωποι όλης της γης δεν βοηθούσαν, με την αδιαφορία τους και τη σιωπή τους, στην επέκταση και στη συνέχιση των βασανιστηρίων…»
Ένας φίλος
Μια νοσοκόμα αξιωματικίνα, όταν τύχαινε να ‘ναι μόνη της στο δωμάτιο, μου μίλαγε μ’ έναν τέτοιο τρόπο, που ένας μη φανατικός θα μπορούσε να το ονομάσει ακόμα και συμπάθεια. Μου έσιαχνε το μαξιλάρι, τα σκεπάσματα, με φώναζε – δεν ξέρω για ποιο λόγο – Νικολάκη, επέμενε να τρώω όλο το φαγητό και πραγματικά θύμωνε όταν έπαιρνε τον δίσκο απείραχτο. Μου έλεγε πως μού χρειάζεται ένα γερό ξύλο για να βάλω μυαλό. Αλλά το έλεγε με τέτοιο αθώο τρόπο, που σίγουρα αγνοούσε τι σήμαινε πραγματικά ένα γερό ξύλο και μου ερχόταν κάτι σαν διάθεση γέλιου.
Μια μέρα ήρθε να πάρει το φαγητό. Με έκπληξη διαπιστώνει πως ο δίσκος ήταν εντελώς άδειος. Πραγματικά ενθουσιάστηκε. Ο ασφαλίτης έλειπε και ο απ’ έξω φρουρός, ο φαντάρος, είχε πιάσει την κουβέντα στο βάθος του διαδρόμου. Αφού βεβαιώθηκε δυο τρεις φορές πως έτσι έχουνε τα πράγματα, μου είπε:
«Γιατί, βρε Νικολάκη μου, δεν κάνεις κάθε μέρα το ίδιο; Είσαι πολύ αδύνατος. Τρώε το φαγητό σου να γίνεις καλά, να πας όπου αλλού στην ευχή της Παναγίας, να ησυχάσεις από δαύτους. Μην τους μπαίνεις, κάνε τον κουτό λιγάκι. Χέρι που δεν μπορείς να το δαγκάσεις, φίλα το».
Μού μίλαγε με πραγματική συγκίνηση. Μού ‘ρθε να της φιλήσω το χέρι. Πήρα θάρρος και τη ρώτησα γιατί με φωνάζει Νικολάκη κι όχι με το πραγματικό μου όνομα, που είναι Περικλής Κοροβέσης. Έδειξε κατάπληξη. Μετά μου εξήγησε πολύ φυσικά πως μ’ έχουν γραμμένο Νικόλαο Πανόπουλο, Σταυρόπουλο, κάπως έτσι· δεν το θυμότανε καλά. Σταμάτησε απότομα. Κάτι κατάλαβε, κάτι κατάλαβα κι επακολούθησε εκείνη η αμηχανία που δημιουργείται μετά τις γκάφες. Ύστερα, συνέχισε με τον ίδιο πονεμένο και τρυφερό πόνο τις απόψεις της για τη Χούντα, που την πίστευε.
Από τα πολλά παραδείγματα, θα διάλεγε μόνο κάτι δικό της. Είχε ένα μικρό αυτοκινητάκι που το ‘χε πάρει με πολλές θυσίες. Εκείνη μονάχα ήξερε πώς το πήρε· το χρωστάει ακόμα. Ε, λοιπόν, πριν από την 21η, κάθε βράδυ πήγαιναν Λαμπράκηδες και της κατουράγανε την πόρτα του αυτοκινήτου και κάθε πρωί πήγαινε μ’ έναν κουβά νερό να το καθαρίσει. Αυτό είχε γίνει πραγματικό μαρτύριο. Σε τι αστυνομίες είχε πάει, σε τι εκατό είχε τηλεφωνήσει! Τίποτα! Οι αστυνομίες πού να προλάβουν. Έπρεπε, κάθε μέρα, να τρέχουν στα συλλαλητήρια και να τρώνε ξύλο από τους κομμουνιστές. Μόλις έγινε η «επανάσταση», το κακό σταμάτησε με το μαχαίρι. Το αυτοκίνητο από τότε ήταν πεντακάθαρο.
«Να τι θα πει επανάσταση. Όλοι οι άνθρωποι έχουν βρει την ησυχία τους. Οι εφημερίδες πια δεν γράφουν ό,τι θέλουνε. Τα λεωφορεία δεν κάνουν απεργίες. Γιατί, βρε παιδάκι μου, δεν σ’ αρέσει το καλό του τόπου μας;»
…Επίλογος
Οι φυλακές είχανε γεμίσει και δεν χωράγανε άλλους. Όταν φτάσαμε στην Αίγινα, δεν είχανε κρεβάτια και μας δώσανε δυο σανίδες και δυο κουβέρτες. Οι παλιοί λέγανε πως όπου να ‘ναι θα δοθεί και μια αμνηστία για να βγάλουνε τουλάχιστον αυτούς που είχανε πιάσει κατά τύχη. Πράγματι, δόθηκε κάτι που το λέγανε αμνηστία, φύγανε αυτοί που είχανε πιαστεί κατά τύχη κι εμείς μείναμε στη φυλακή. Πάλι όμως δεν είχε χώρο. Ύστερα από τρεις μήνες, δώσανε απολυτήριο σε όσους από μας τύχαινε να ‘ναι η πρώτη φυλακή.
Έγινε όμως κάτι περίεργο. Μόλις υπογράψαμε το απολυτήριο, μας περάσανε πάλι τις χειροπέδες και, με τεράστια συνοδεία, μας βάλανε στη γραμμή δυο-δυο και – με το απολυτήριο στην τσέπη – μας πήγανε ξανά στην Ασφάλεια. Κάποιος από μας είχε καρφιτσώσει το απολυτήριο στον κόρφο του και φώναξε μέσα στο πλοίο που μας πήγαινε από την Αίγινα στον Πειραιά:
«Τώρα είμαι κι εγώ λεύτερος σαν κι εσάς· έχω και χαρτί μάλιστα, που λέει πως είμαι ελεύθερος. Εσείς έχετε χαρτί; Τώρα για τις χειροπέδες θα μου πείτε «ψιλά γράμματα!». Κι εσείς έχετε, αλλά δεν τις βλέπετε».
Η συνοδεία δεν του είπε τίποτα.
Στην Ασφάλεια μάς ζητάγανε δηλώσεις μετανοίας. Από μας κανείς δεν υπέγραψε. Τους πάνω από τα τριάντα τους στείλανε εξορία. Τους υπόλοιπους, ύστερα από αρκετές μέρες στην Ασφάλεια, μας άφησαν ελεύθερους, με την υποχρέωση να δίνουμε δύο φορές παρόν στην Ασφάλεια.
Είχα και δύο τελευταίες συζητήσεις με τον Γκραβαρίτη και τον Καραπαναγιώτη. Ο Γκραβαρίτης μού έλεγε πως ό,τι έγινε, έγινε και πρέπει να το ξεχάσουμε. «Πάνε αυτά, περάσανε, τώρα είμαστε φίλοι!». Δεν φταίει αυτός. Τι να σου κάνει; Υπάλληλος είναι, έχει γυναίκα και δύο παιδιά. Τι νομίζω πως παίρνει; Πενταροδεκάρες. Ύστερα από είκοσι χρόνια υπηρεσίας δεν μπορεί να πάρει ένα δεύτερο πουκάμισο· κι αυτός προλετάριος είναι, που τον εκμεταλλεύονται άλλοι. Βγάζει όλη τη δουλειά αυτός και τελικά ο Καραπαναγιώτης παίρνει τους βαθμούς. Έτσι του ‘ρχεται να δώσει μια κλωτσιά και να τα παρατήσει όλα, να γίνει αλήτης και να κοιμάται κάτω από τις γέφυρες. Καλύτερα θα ‘ναι. Εμένα πολύ μ’ έχει εκτιμήσει και μ’ έχει παραδεχτεί. Ό,τι θέλω, στη διάθεσή του. Να περνάω να τον βλέπω, να πίνουμε καφέ και κανένα βραδάκι να πάρουμε τις γυναίκες μας και να πάμε να πιούμε κανένα κρασάκι. Να γνωριστούμε και οικογενειακώς.
Ο Καραπαναγιώτης μ’ αποχαιρέτησε αλλιώς.
«Είμαι σίγουρος πως θα το μετανιώσω που σ’ αφήνω. Από την πρώτη στιγμή που σε είδα, δεν σε χώνεψα. Μη γελαστείς και νομίσεις πως μπορείς να μου κάνεις τίποτα. Έχω διαταγές για όλα όσα κάνω», μου έδειξε ένα ντοσιέ. «Εγώ εκτελώ διαταγές και δεν μ’ ενδιαφέρει η πολιτική. Όποια κυβέρνηση και να ‘ναι, δεν μ’ ενδιαφέρει. Εγώ διαταγές εκτελώ. Μη νομίσεις πως θα σε στείλω στην εξορία για να μου κάνεις τον ήρωα. Δεν είμαι τρελός να δώσω στελέχη στο ΚΚΕ. Και πέντε χρόνια να μείνεις εξορία, θα γυρίσεις επαγγελματικό στέλεχος του ΚΚΕ. Μη νομίσεις πως τώρα είσαι ελεύθερος, φυλακή είσαι πάλι, αλλά με πιο μεγάλη αυλή. Κιχ να κάνεις, χάθηκες. Στη φυλακή είχες μάσες, ξάπλες, φούμες, όλα τζάμπα. Άντε τώρα να δουλέψεις, να βγάλεις το μεροκάματο, και τα λέμε. Να δούμε αν θα μείνει καιρός για πολιτική. Λοιπόν, τελευταία συμβουλή: μακριά από το θέατρο. Να αλλάξεις επάγγελμα, να γίνεις υπάλληλος, να νοικοκυρευτείς. Να ‘χεις μια τακτική ζωή. Παρέες και τέτοια κομμένα. Είναι ο μόνος τρόπος να σωθείς. Αν τυχόν σε ξαναφέρουνε εδώ, έχεις τον λόγο της τιμής μου: χάθηκες. Τώρα μπορείς και περπατάς. Ε, την άλλη φορά δεν πρόκειται να ξανασηκωθείς. Στρίβε.»
Υστερόγραφο
Αυτό το βιβλίο δεν θα γραφόταν ποτέ, αν οι φιλήσυχοι και αντικειμενικοί άνθρωποι όλης της γης δεν βοηθούσαν, με την αδιαφορία τους και τη σιωπή τους, στην επέκταση και στη συνέχιση των βασανιστηρίων. Εδώ, θα μπορούσαμε να εντάξουμε και ανθρώπους σαν τον ερευνητή του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, Μαρτί, που δεν βρήκε την ταράτσα ή σαν τον Αμερικανό γερουσιαστή Πουσίσκυ, που αφού «συνομίλησε με εκατοντάδες κρατουμένων, κατέληξε εις το συμπέρασμα ότι αι καταγγελίαι περί βασανιστηρίων και απανθρωπιών ήσαν τελείως αναληθείς και καθαρά μυθεύματα» ή ακόμα ανθρώπους σαν τους Εγγλέζους βουλευτές που συμμετείχαν στην περίφημη αποστολή Φρέιζερ, και που αποκάλυψαν, μαζί με τους Sunday Times, ότι «αυτές οι δουλειές είναι λίαν επικερδείς».
✳︎
[Ευχαριστίες στον φίλο Μανώλη Γιούργο στο fcbk
◉
[από τις ρίζες του μισογυνισμού·
09/08/2022 § Σχολιάστε

Η κάρα του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου
Διαβάστε το μίσος, που ξεχειλίζει ο λόγος του Ιωάννη του Χρυσόστομου για τις γυναίκες:
«Οι γυναίκες, όταν υποτάξουν κάποιον στην εξουσία τους, τον καθιστούν ευκολο- κυρίευτο από τον Διάβολο, περισσότερο απρόσεκτο, ζωηρότερο, αδιάντροπο, ανόητο, οξύ- θυμο, θρασύ, ενοχλητικό, ταπεινό, απότομο, ανελεύθερο, δουλοπρεπή, αυθάδη, φλύαρο και με μια λέξη όλα τα γυναικεία ελαττώματα, τα οποία έχουν αυτές, τα αποτυπώνουν στην ψυχή του. Είναι λοιπόν αδύνατον εκείνος ο οποίος διαρκώς βρίσκεται μαζί με γυναίκες με τόση συμπάθεια και μεγαλώνει με τη συναναστροφή τους, να μην γίνει αγύρτης και αργόσχολος και μηδαμινός. Κι αν λέει κάτι, όλα θα είναι λόγια των αργαλειών και των μαλλιών, επειδή η γλώσσα του θα έχει μολυνθεί από το είδος των γυναικείων λόγων. Και αν κάνει κάτι, το κάνει με πολλή δουλοπρέπεια, επειδή βρίσκεται μακριά από την ελευθερία, η οποία αρμόζει στους χριστιανούς και για κανένα σπουδαίο κατόρθωμα δεν είναι χρήσιμος»¹
«[…]Γενικά η γυναίκα είναι ένα σκουλήκι που σέρνεται, η κόρη του ψεύδους, ο εχθρός της ειρήνης. Ο κατάλογος των αμαρτημάτων και των αδυναμιών της είναι ατελείωτος: είναι ελα- φρόμυαλη, φλύαρη και ακόλαστη. Πάνω απʼ όλα είναι παθιασμένη με την πολυτέλεια και τις δαπάνες. Φορτώνεται με κοσμήματα, πουδράρει το πρόσωπό της, βάφει τα μάγουλά της με κοκκινάδι, βάζει μυρωδικά στα ρούχα της κι έτσι γίνεται θανάσιμη παγίδα για τον εκ- μαυλισμό των νέων. Όσος και να είναι ο πλούτος δεν επαρκεί να ικανοποιήσει τη γυναικεία επιθυμία. Μέρα και νύκτα η γυναίκα δεν σκέπτεται τίποτε άλλο παρά το χρυσάφι και τα πο- λύτιμα πετράδια, τα πορφυρά υφάσματα και τα κεντήματα, τις κρέμες και τα αρώματα.
»Αν δεν υπήρχε η σεξουαλική επιθυμία, κανένας άνδρας με τα σωστά του δεν θα ήθελε να μοιράζεται το σπίτι του με μια γυναίκα και να υφίσταται τις επακόλουθες ζημιές, παρά τις οι- κιακές εργασίες που εκτελεί».²
_____________
¹ Δ ́ Λόγος «περί Νηστείας και Σωφροσύνης».
² «Προς τους έχοντας παρθένους συνεισάκτους»
✳︎
[ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΑΖΑΡΗΣ / ΜΙΣΟΣ, ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ /Διαδικτυακό Περιοδικό freeinquiry.gr