[η αγάπη σκόνη και τ’ όνειρο καπνός — Βασίλι Γκρόσμαν, «Τα Πάντα Ρεί»
17/09/2019 § Σχολιάστε
–38.

Σοβιετική Ένωση, 1953. Ο Στάλιν πεθαίνει. Ο Ιβάν Γκριγκόριεβιτς απελευθερώνεται μετά από τριάντα χρόνια στα στρατόπεδα της Γκούλαγκ. Επιχειρώντας να ξαναβρεί τη χαμένη του ζωή, θα διαπιστώσει πως τα χρόνια του τρόμου έχουν βυθίσει τη σοβιετική κοινωνία σ’ ένα τέλμα υποτέλειας και παραίτησης, και πως πρέπει να παλέψει σκληρά για να επιβιώσει σ’ έναν ουσιαστικά άγνωστό του κόσμο.
Πιάνοντας το νήμα του αγώνα που δίνει ο Ιβάν, ο Βασίλι Γκρόσμαν μας δίνει ένα ακόμα βαθιά ανθρώπινο μυθιστόρημα, οδηγώντας μας για άλλη μια φορά στον λαβύρινθο της σοβιετικής κοινωνίας. Η απλή και συναρπαστική πένα του αφήνει τους ανθρώπους που περιστοιχίζουν τον κεντρικό του ήρωα να μιλήσουν για τις εμμονές και τις ενοχές τους. Ο επιστήμονας Νικολάι, που θυσίασε τη συνείδησή του στο βωμό της καριέρας, ο Πινέγκιν, που κατέδωσε τον Ιβάν, μια στρατιά πρώην πληροφοριοδοτών που προσπαθούν να δικαιολογήσουν τις αποτρόπαιες πράξεις τους, λέγοντας πως δούλευαν για το καλό της Σοβιετικής Ένωσης, η ερωμένη του Ιβάν, Άννα Σεργκέγεβνα, που θυμάται τον τρομερό λιμό του 1932, και τα εκατομμύρια των νεκρών Ουκρανών αγροτών, συνθέτουν έναν αλλόκοτο πίνακα των τραγικών συνεπειών του ολοκληρωτισμού.
Στο μυθιστόρημα Τα Πάντα Ρεί ο Βασίλι Γκρόσμαν βάζει ακόμα πιο βαθιά το νυστέρι της αμείλικτης κριτικής του, από την ίδια πάντα σκοπιά: το σεβασμό στην ανθρώπινη ζωή και την αδιαπραγμάτευτη πίστη στην ελευθερία.
ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
«Τώρα οι κρατούμενοι στα στρατόπεδα θα επιστρέψουν και οι δύο Ρωσίες –των φυλακισμένων και των δεσμοφυλάκων– θα συναντηθούν και θα αντιμετωπίσουν η μια την άλλη κατά πρόσωπο». Τα λόγια αυτά ανήκουν στην ποιήτρια Άννα Αχμάτοβα, με την ευκαιρία της τρίτης επετείου του θανάτου του Στάλιν.
Αυτή η οδυνηρή συνάντηση είναι το θέμα του μυθιστορήματος Τα Πάντα Ρει.
Ο Βασίλι Γκρόσμαν ξεκίνησε να το γράφει στα μέσα του 1955 –έναν χρόνο πριν την δήλωση της Αχμάτοβα– και εξακολούθησε να το επεξεργάζεται μέχρι τον θάνατό του, το 1964.
Στο μεταξύ, το αριστούργημά του Ζωή και Πεπρωμένο κατασχέθηκε από την Κα-Γκε-Μπε με την δικαιολογία πως «θέτει σε δημόσιο διάλογο την αναγκαιότητα ύπαρξης της Σοβιετικής Ένωσης».
Αυτό το γεγονός, μαζί με την ψυχολογική και σωματική κατάρρευση του συγγραφέα, καθόρισαν τη μοίρα του Τα Πάντα Ρει. Πρώτα-πρώτα έμεινε ατέλειωτο. Ύστερα, ξεκινά ξανά ένα «τυπικό» μυθιστόρημα και συνεχίζει σαν χρονικό, που παίρνει σύντομα δοκιμιακή μορφή. Φυσικά, διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά της πέννας και της ανθρωπιστικής σκέψης του συγγραφέα. Και εδώ οι περιγραφές ανθρώπων και καταστάσεων διαθέτουν τον ρεαλισμό του δημοσιογραφικού ρεπορτάζ. Και εδώ ο συγγραφέας κατανοεί τους πάντες και τα πάντα. Μοιάζει να έχει τα καλύτερα συναισθήματα ακόμα και για ανθρώπους που εμφανώς έρχονται σε σύγκρουση. Και εδώ έχουμε να κάνουμε με έναν «λαϊκό» λόγο, που τοποθετείται με σαφήνεια απέναντι στην Ιστορία και την Ψυχή. Και εδώ ο συγγραφέας εμφορείται από βαθιά ανθρωπιστικές ιδέες. Ο άνθρωπος από τη φύση του τείνει προς το καλό, αλλά η σκληρότητα της ζωής περιορίζει αυτή την καλή φύση σ’ έναν πυρήνα, που ωστόσο δεν είναι καθόλου αδύνατον να διευρυνθεί, σε συνθήκες ελευθερίας και συνεργασίας. Αυτή την ελευθερία αφαίρεσε ο Σταλινισμός από τη σοβιετική κοινωνία, αντικαθιστώντας το ήθος και τις αξίες μιας ένδοξης επανάστασης με μια διεστραμμένη θρησκεία. Για τον Γκρόσμαν ο Στάλιν δεν ήταν δικτάτορας, αλλά ιερέας και αυτό ακριβώς ήταν που έκανε τα έργα και τις ημέρες του αποτρόπαια. Δεν υποδούλωσε μόνο μια κοινωνία, αλλά προσπάθησε να την κάνει να πιστέψει πως την απελευθέρωσε. Οι άνθρωποι μπορεί να υποφέρουν, αλλά είναι πάντα έτοιμοι να ξεκινήσουν μια νέα ζωή, αφού ακόμα και στις πιο φρικτές συνθήκες δεν σταματούν να σκέφτονται τα απλά πράγματα της ζωής. Στην πραγματικότητα οι άνθρωποι θέλουν απλά να ευτυχήσουν. Το παράλογο με την Ιστορία είναι πως αυτό το τόσο απλό πράγμα το καταντά αφύσικα δύσκολο. Όμως εδώ, σ’ αυτό το έργο, το βάρος πέφτει στον φυλακισμένο ήρωά του, που απελευθερώνεται και επιστρέφει μετά από χρόνια σε έναν κόσμο εντελώς αλλαγμένο. Ίσως αυτό το «βάρος» να οφείλεται στο γεγονός πως ουσιαστικά ο ίδιος ο συγγραφέας ανήκε στην Ρωσία, που σιωπούσε, βλέποντας ζωές να καταστρέφονται από την εξουσία. Ίσως μια κρυφή ενοχή –όσο άδικη κι αν είναι στην περίπτωση του Γκρόσμαν– να τον βασάνιζε. Υπήρξε συγγραφέας που μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο καταπιάστηκε με την κριτική του συστήματος. Αλλά πριν από τον πόλεμο υπήρξε επίσης ένας «πιστός» Σοβιετικός πολίτης. Κι όμως ο συγγραφέας ταυτίζεται με τον ήρωά του. Ταυτίζεται τόσο, που θα έλεγε κανείς πως υπήρξε και ο ίδιος φυλακισμένος σε στρατόπεδο. Σαν να ήταν η «ελευθερία» που απολάμβανε μια άλλου είδους σκλαβιά.
Το Τα Πάντα Ρει ως έργο φορτώθηκε πολλά πράγματα. Έπρεπε να γίνει ένα μυθιστόρημα, έπρεπε να ασκήσει κοινωνική κριτική, έπρεπε να καταγράψει όσα τραγικά συνέβησαν, μετά την επανάσταση και έπρεπε να κάνει αυτοκριτική. Τόσοι στόχοι, από τους οποίους άλλοι ανήκουν στην λογοτεχνία και άλλοι όχι – χρειάζονταν αντοχές που ο Γκρόσμαν δεν διέθετε εκείνη την εποχή.
Παρ’ όλα αυτά το έργο παραμένει σημαντικό. Θα έλεγε κανείς πως μπορεί να διαβαστεί σαν ένα πεζό ποίημα, σαν ένα αφηγηματικό δοκίμιο ή σαν «λαϊκό» χρονικό.
Οπωσδήποτε γοητευτικό, καταιγιστικό, βαθιά ανθρώπινο και φιλοσοφημένο.
Μετάφραση ©Γιώργος Μπλάνας
*
Σημείωμα του Εκδότη
Έτσι έγινε προφανής, με τραγική σαφήνεια,
ένας ιερός νόμος της ζωής:
Η ανθρώπινη ελευθερία στέκει πάνω απ’ όλα.
Δεν υπάρχει σκοπός στον κόσμο,
για χάρη του οποίου είναι επιτρεπτό
να θυσιάζεται η ανθρώπινη ελευθερία.
ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΡΕΙ, λοιπόν, το κύκνειο άσμα που ο Βασίλι Γκρόσμαν δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει. Πρόλαβε, ωστόσο, να περιγράψει μια εποχή όπου όλα ήταν ρευστά, μια εποχή κοσμοϊστορικών αλλαγών και ραγδαίων κοινωνικών εξελίξεων – την εποχή της μετασταλινικής Ρωσίας. Τα πάντα ρει είναι ένα μυθιστόρημα που, κατά τα ειωθότα του Γκρόσμαν, είναι γεμάτο Ιστορία. Και πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά άλλωστε, όταν το έργο του πλαισιώνεται από την εποχή των στρατοπέδων της Γκούλαγκ, του σταλινικού ελέγχου στους Σοβιετικούς επιστήμονες, της αντιεβραϊκής εκστρατείας των αρχών του ’50 και των πέντε εκατομμυρίων θυμάτων που άφησε πίσω του ο Μεγάλος Λιμός των ετών 1932-1933. Θα έλεγε κανείς, μάλιστα, πως η λογοτεχνική δύναμη της περιγραφής του Γκρόσμαν μπορεί να συγκριθεί με αυτή του Δάντη στη Θεία Κωμωδία.
Είναι εντυπωσιακό ότι ένας συγγραφέας είχε το σθένος να γράψει για τις πιο ζοφερές σελίδες της ιστορίας του 20ού αιώνα – το Στάλινγκραντ, το Ολοκαύτωμα και το Μεγάλο Λιμό. Η κινητήριος δύναμη του συγγραφέα παραμένει μυστήριο, αλλά ο ίδιος ο Γκρόσμαν παραπέμπει στη μνήμη της μητέρας του, την οποία δεν κατάφερε να πείσει να τον ακολουθήσει στη Μόσχα το 1941. Έτσι, για τους δύο ήρωές του Γκρόσμαν -Βίκτορ Στρουμ (Ζωή και Πεπρωμένο) και Ιβάν Γκριγκόριεβιτς (Τα πάντα ρει)-, η μητρική φιγούρα κατέχει εξέχουσα θέση, έστω και ως ανάμνηση, και επανέρχεται σε στιγμές έντονης συναισθηματικής φόρτισης.
Ο Γκρόσμαν γράφει μυθιστορήματα με την ευαισθησία ενός ποιητή. Γι’ αυτό και το Τα πάντα ρει, αν και είναι ένα ιστορικό ντοκουμέντο, φτάνει πολύ μακρύτερα από μια ιστορική καταγραφή. Γίνεται έργο πανανθρώπινο αλλά και πολύ προσωπικό, που διηγείται, με την ιδιαίτερη ποιητικότητά του, την ιστορία κάποιου και κάποιας και κάποιου άλλου και, τελικά, την Ιστορία μας. Ίσως γι’ αυτό δικαιούμαστε να πούμε ότι το βιβλίο αυτό είναι η τελευταία πολύτιμη προσφορά του Γκρόσμαν.
Κωνσταντίνος Ι. Γκοβόστης
Μετάφραση-Εισήγηση: Γιώργος Μπλάνας.
*
Διαβάστε όλα [τα όνειρα καπνός]
[το χρώμα Του ήταν π ά ν τ α Μαύρο ·
05/07/2019 § Σχολιάστε
Φασισμός
![]()
Το μ ί σ ο ς του Φασισμού για την ελευθερία της έκφρασης και του λόγου, δεν κρύβονται. Η φωτογραφία δείχνει με γλαφυρό τρόπο τη δίκαιη κοινωνία την οποία οραματίζονται. (πολλοί διαφωνήσαμε, με τη ανάρτηση της Athens Voice, αλλά διαφωνήσαμε προβάλλοντας τα επιχειρήματά μας…)
*
Ο Λόγος, σε όλα του τα επιχειρήματα, πρέπει να υποβάλλεται στην κριτική και δεν μπορεί με καμιά απαγόρευση να επιφέρει ζημιά στην ελευθερία αυτής της ίδιας, χωρίς να ζημιώνει τον ίδιο τον εαυτό του και να επισύρει μιαν επιβλαβή επάνω του υποψία. Εδώ λοιπόν δεν υπάρχει τίποτε τόσο ιερό, που θα επιτρεπόταν να γλιτώσει από την εξεταστική και διεργαστική αυτή διερεύνηση, που δεν γνωρίζει κανένα κύρος του προσώπου. Στην ελευθερία αυτή βασίζεται μάλιστα και η ύπαρξη του Λόγου, που δεν έχει κανένα δικτατορικό κύρος, αλλ’ η απόφανσή του δεν είναι πάντα τίποτε άλλο παρά η σύμπνοια ελευθέρων πολιτών, εκ των οποίων ο καθείς οφείλει να δύναται να εκφράζει χωρίς επιφύλαξη τις αμφιβολίες του και μάλιστα το βέτο του [Ιμμάνουελ Καντ, ‘Η κριτική του καθαρού λόγου’]
Αντιθέτως:
1. Ο υμνητής του ναζισμού Μάρτιν Χάϊντεγκερ: » Η σκέψη αρχίζει μόνον όταν συνειδητοποιήσουμε ότι ο Λόγος, τον οποίο εξυμνούν επί αιώνες, είναι ο πιο αμείλικτος εχθρός της σκέψης» («Ο λόγος του Νίτσε: ‘Ο Θεός είναι νεκρός’»)
2. Και ο πολύς, ο θεοποιημένος από τους εθνικούς μας αριστερούς ‘διανοητές’, μεταμοντέρνος και ολοκληρωτικών αντιλήψεων Μισέλ Φουκώ: «Πώς μπορεί κανείς να μην είναι φασίστας, ακόμη και (ή μάλλον ιδίως) όταν πιστεύει ότι είναι επαναστάτης αγωνιστής; Πώς μπορούμε να αποκαθάρουμε το λόγο μας και τις πράξεις μας, τις καρδιές μας και τις απολαύσεις μας από τον φασισμό; Πώς μπορούμε να ξεριζώσουμε τον φασισμό που έχει βαθιές ρίζες στη συμπεριφοράς μας;» (Πρόλογος στον Αντί-Οιδίποδα)
[Richard Wolin, Η γοητεία του ανορθολογισμού, εκδόσεις Πόλις 2007]
[η αγάπη σκόνη και τ’ όνειρο καπνός· ή, Όταν μιλά ο 95χρονος Δημήτρης Ραυτόπουλος
02/07/2019 § Σχολιάστε
–36.

Δημήτρης Ραυτόπουλος: Ποιοι είναι οι «ιδιοκτήτες του λαού»;
Ήταν γνωστός ως λογοτεχνικός κριτικός της μαρξιστικής σχολής, μακριά όμως από τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό και, βέβαια, από κάθε κομματικό δογματισμό. Ο Δημήτρης Ραυτόπουλος, γεννημένος το 1924 στον Πειραιά, έχει γράψει τη δική του ιστορία στα γράμματα και στην πολιτική ζωή της χώρας, παραμένοντας μάχιμος ως δημοκρατικός πολίτης, ως σχολιαστής, ως πολιτικό ον, στα ενενήντα πέντε του αισίως. Το 1952 άρχισε να εργάζεται στην «Αυγή», μαζί με τους Τάσο Λειβαδίτη, Τίτο Πατρίκιο και Κώστα Κουλουφάκο.
Υπήρξε συνιδρυτής της ιστορικής «Επιθεώρησης Τέχνης» το 1954 (την έκλεισε η δικτατορία), ενώ κατέγραψε και ανέλυσε την ελληνική λογοτεχνική παραγωγή καθ’ όλη τη διάρκεια του δεύτερου μισού του εικοστού αιώνα. Το 1996 απέσπασε το Κρατικό βραβείο για το βιβλίο «Αρης Αλεξάνδρου, ο εξόριστος», το 2008 ονομάστηκε επίτιμος διδάκτωρ στο Τμήμα Φιλολογίας ΑΠΘ και το 2013 απέσπασε το Μέγα βραβείο Γραμμάτων.
Μολονότι στρατευμένος στην Αριστερά από πολύ νωρίς (στην ΕΠΟΝ το 1943· βαριά τραυματίας στα Δεκεμβριανά το 1944· εξόριστος σε Ικαρία, Μακρόνησο και Αγιο Ευστράτιο από το 1947 έως το 1952· αυτοεξόριστος στο Παρίσι κατά τη χούντα), δεν τα πήγε ποτέ καλά με την «πρώτη φορά Αριστερά». Επανειλημμένα έχει ασκήσει δριμύτατη κριτική στην τωρινή κυβέρνηση, από την αρχή που εξελέγη.
Ο πολιτικός πολιτισμός
Σήμερα, μία εβδομάδα πριν από τις εκλογές της 7ης Ιουλίου, και στη σκιά μιας συζήτησης που προέκυψε μετά τις ευρωεκλογές περί πολιτικού πολιτισμού, σκεφτήκαμε να του θέσουμε ορισμένα ερωτήματα γύρω ακριβώς από αυτό το ζήτημα.
– Με την ήττα του ΣΥΡΙΖΑ στις ευρωεκλογές, τέθηκε ζήτημα, από στελέχη του μάλιστα, έλλειψης ήθους και αλαζονικής συμπεριφοράς, ότι αυτό πλήρωσε κυρίως ο ΣΥΡΙΖΑ. Τον τελευταίο καιρό βλέπουμε τον ίδιο τον πρωθυπουργό να έχει ρίξει τους τόνους. Ελάχιστη σχέση έχει ο ΣΥΡΙΖΑ προ ευρωεκλογών με τον μετά. Συμφωνείτε εσείς με αυτή την άποψη και αν ναι, πώς θα ορίζατε αυτή την έλλειψη ήθους στην πολιτική; Είναι, π.χ., η επιθετική στάση των κυβερνώντων απέναντι στα θύματα του Ματιού, η γενική συμπεριφορά Πολάκη, η ανοχή απέναντι στον αντιεξουσιαστικό χώρο ή και κάτι άλλο, κάτι γενικότερο και βαθύτερο;
– Η πρωτοφανής αλαζονεία, το αρειμάνιο ήθος, ο διχαστικός λόγος και η δολιοφθορά των θεσμών συνδέονται, βέβαια, με τη γενική αποτυχία της πρώτης φοράς Αριστερά, της χειρότερης κυβέρνησης της δημοκρατικής Ελλάδας.
Η εμπειρία ΣΥΡΙΖΑ ήλθε να επιβεβαιώσει ότι δεν υπάρχει εξαίρεση –παγκοσμίως– στην καταστροφική πολιτεία της ριζοσπαστικής (κομμουνιστικής) Αριστεράς.
Παντού όπου επικράτησαν επιδείνωσαν τις συνθήκες ζωής των πολλών και κατάργησαν ή υπονόμευσαν τη δημοκρατία. Είναι «μέσα στη φύση τους», θα λέγαμε πάντως, είναι συνέπεια της ιδεολογίας τους, του μαρξισμού, κατά τον οποίο σοβεί στον καπιταλιστικό κόσμο «διαρκής εμφύλιος πόλεμος», η πάλη των τάξεων. Στον εμφύλιο δεν φοράς γάντια, ο αντίπαλος είναι εχθρός προς εξόντωσιν. «Ή αυτοί ή εμείς». Ο διχασμός, το μίσος, ο πολακισμός είναι αναγκαίο παρακολούθημα της διπλής αποτυχίας: της ιδεολογίας και της διαχείρισης, με το ζόρι, μιας ελεύθερης οικονομίας. Τα βρήκαν λοιπόν μια χαρά με το κεφάλαιο, με το ΝΑΤΟ, με την Εκκλησία, με τον «καταπιεστικό μηχανισμό». Τους έμεινε το κέλυφος, η εξίσωση του σωτήρα, του εντολοδόχου της Ιστορίας. Αυτοί είναι, εξ ορισμού, το Καλό, το προοδευτικό, το αγνό, είναι «ιδιοκτήτες του λαού», όπως είπε ο μεγάλος Κολακόφσκι. Απέναντι σε αυτό, όποια κριτική, κάθε αντιπολίτευση είναι συνωμοσία των εχθρών του λαού, της προόδου, της αλήθειας.
Νομίζω ότι ο Πολάκης είναι πολλάκις.
Αν είχαν πετύχει στην οικονομική διαχείριση έστω, απέναντί τους οι δημοσιογράφοι, οι διανοούμενοι, τα ΜΜΕ, εκτός εξαιρέσεων, θα ήταν μαζί τους, δεν θα χρειάζονταν γιουρούσια, θεσμικά και επιχειρηματικά, για να τα αλώσουν ή να τα πνίξουν. Τα «βοθροκάναλα» θα μοσχομύριζαν.
Αλλά τι δημοκρατική συνείδηση εκπέμπει ένας πρωθυπουργός που παροτρύνει τους πολίτες να μη διαβάζουν εφημερίδες «για να ’χουν την υγειά τους»; Σκεφθείτε την απόσταση μιας τέτοιας ορμήνειας από τον Διαφωτισμό και από τον φιλοσοφικό πρόδρομο του μαρξισμού, τον αριστερό εγελιανισμό. Ο Χέγκελ είχε απονείμει τον ωραιότερο τίτλο τιμής στον Τύπο: «Το διάβασμα της εφημερίδας είναι η πρωινή προσευχή του πολίτη». Οταν όμως θεωρείς τον πολίτη ιδιοκτησία του κράτους (και όχι το αντίθετο, το σωστό), τότε είναι φυσικό να μην ανέχεσαι την ελευθερία της γνώμης. Ο κ. Τσίπρας επανέφερε στην πολιτική γλώσσα την «υπακοή», κάτι που αρμόζει σε υπήκοο του μονάρχη.
Καλά το έχει πει ο Μοντεσκιέ στο «Πνεύμα των νόμων»: «Η υπακοή προϋποθέτει την άγνοια των υπηκόων, αλλά και εκείνου που διοικεί δεν επιτρέπεται να συζητήσει, να αμφιβάλλει, να σκέπτεται λογικά». Εξασφαλίζοντας την υπακοή «μπορείς να τους τα πάρεις όλα για να τους δώσεις κατιτί έτσι κάνεις έναν κακό πολίτη, έναν καλό δούλο». Να γιατί στη δημοκρατία ένιωσε χαστούκι στην αξιοπρέπειά του ο ψηφοφόρος με το πενηντάρικο μέσα στον εκλογικό φάκελο.
– Eλλειψη πολιτικού πολιτισμού έχουμε δει και από παλαιότερες κυβερνήσεις. Υπάρχει άραγε κάτι ειδικό που να διαχωρίζει την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ (και ΑΝΕΛ αρχικά) συγκριτικά με τις προηγούμενες; Μήπως το ότι δεν τηρούν ούτε τα προσχήματα; Εχουν ουσία τα προσχήματα στην πολιτική είναι κάτι υποκριτικό, κάτι δήθεν;
– Η φραστική οξύτητα, η οργή, η ύβρις δεν έλειπαν ποτέ στον κοινοβουλευτικό μας πολιτισμό. Θυμάμαι, λ.χ., το «φτου σας!»» του Κουλουμβάκη κατά των βουλευτών της Αριστεράς. Θυμάμαι τον Κουτσόγιωργα και το αείμνηστο «εσείς δεν δικαιούσθε διά να ομιλείτε» ή την επιθετικότητα του Βαγγέλη Γιαννόπουλου… Αλλά δεν θυμάμαι ποτέ τέτοια παραταξιακή οίηση, ιταμότητα, αρχηγικό αυτοθαυμασμό και υποτίμηση του αντιπάλου.
Εχει κάνει και ο Ανδρέας Παπανδρέου παραπατήματα αντιδημοκρατικά. Μας είχε προτείνει «το αλβανικό μοντέλο» σοσιαλισμού μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού». Δεν ξεχνιόνται ο Αυριανισμός, ο Τόμπρας, ο Κοσκωτάς, το «Τσοβόλα δώσ’ τα όλα». Είχε ψιθυρίσει ακόμη ότι θα έκανε Σύνταγμα τέτοιο που θα απέκλειε την επανεκλογή της Δεξιάς! Και είχε πρασινίσει τη δημόσια διοίκηση, μέσα σε μια νύχτα, λ.χ., παραμονή των εκλογών του 1985 – ο πληθυσμός του ΙΚΑ διπλασιάστηκε. (Ηλθε ο Καραμανλής μετά και επανίδρυσε την Αγροφυλακή…)
Δεν ξεχνιόνται και αυτά. Καταδικάστηκαν, έμεινε ό,τι θετικό, η σοσιαλδημοκρατική τάση και το ευρωπαϊκό άνοιγμα Σημίτη, η σύμπραξη με τη φιλελεύθερη παράταξη για την αντιμετώπιση της κρίσης. Δεν ξεχνιόνται… Ελα όμως που έρχεται η νυν ηγεσία της, να μας θυμίσει το στερεότυπο το αθάνατο της συνεργασίας «με τις άλλες δημοκρατικές δυνάμεις» – τις οποίες έχει καταγγείλει για αντιδημοκρατία.
Αριστερά ίσον κουλτούρα: άλλος κραταιός μύθος της μεταπολίτευσης
– Παραδοσιακά, η Αριστερά ήταν πάντοτε συνυφασμένη με την κουλτούρα, με τα γράμματα και τη διανόηση. Πολλοί περίμεναν από μια αριστερή κυβέρνηση αυτό ακριβώς: την ανάδειξη ενός άλλου ήθους αλλά και μιας άλλης αισθητικής. Βάσιμα τα περίμεναν αυτά; Αν ναι, τι πιστεύετε ότι πήγε στραβά;
– Αριστερά ίσον κουλτούρα: άλλος κραταιός μύθος της μεταπολίτευσης. Πολλά οφείλει στην (επιλεκτική) ανάγνωση Γκράμσι, μετά την κατάρρευση του Τείχους. Στη Δύση, ο μαρξισμός μετακόμισε από το προλεταριάτο (ανύπαρκτο πλέον, αντίθετα από την πρόβλεψη του Μαρξ) στο πανεπιστήμιο. Στα περισσεύματα του επικατάρατου καπιταλισμού τρέφεται μια ιντελιγκέντσια με εκατομμύρια υποτροφίες, διδακτορικά, πρότζεκτ, συμβούλια, έδρες. Η μοιραία μετριότητα των περισσοτέρων ευνοεί τη «ριζοσπαστικοποίηση». Αλλά εκφράζονται και ο σκεπτικισμός, η δυσφορία του πνεύματος για τις θηριώδεις ανισότητες, τα προνόμια, τα προκλητικά εισοδήματα και τη διαφυγή φορολογίας με τον οφσορισμό, τους φορολογικούς παραδείσους, ακόμα και στην καρδιά της Ευρώπης και της Ευρωπαϊκής Ενωσης.
Σε εμάς η πολεμική και πολιτική αποτυχία της Αριστεράς αντισταθμίστηκε με την έμφαση στον πολιτισμό, με τάσεις όμως αναθεωρητικές, πλουραλιστικές, δημοκρατικές. Αυτές ήλθε να διαψεύσει και να παραμερίσει ο τσιπρισμός, εκφράζοντας τον παραβολισμό του καταληψία, τις «συλλογικότητες» των επαναστατών εκ του ασφαλούς.
Τη συριζαϊκή κουλτούρα αντιπροσωπεύουν ο λόγος του πρωθυπουργού, το Αλ Τσαντίρι, η αμάθεια, αυτοί που διαβάζουν και Πασκάλ και Μπρικνέρ – κάτι όπως και Λέσβο και Μυτιλήνη.
– Σε μια χώρα που μαστίζεται δέκα χρόνια τώρα από κρίση και σε μια Ευρώπη που κλονίζεται διαρκώς, μήπως είναι πολυτέλεια να αξιώνουμε υψηλό πολιτικό πολιτισμό και φροντισμένη αισθητική από την εκάστοτε ελληνική κυβέρνηση;
– Μόνον η γνώση, η παιδεία, η αξιολόγηση, η αριστεία –αυτά που έπληξε συστηματικά ο τσιπρισμός– μπορούν να βγάλουν την Ελλάδα (και την Ευρώπη) από την παρακμή και τη στασιμότητα. Ο πολιτικός πολιτισμός δεν είναι βέβαια πολυτέλεια. Είναι συνιστώσα στο αξιακό σύστημα του ελληνικού ευρωπαϊκού πολιτισμού.
– Εάν αλλάξει τελικώς η κυβέρνηση στις εκλογές της 7ης Ιουλίου, τι θα περιμένατε, τι θα αξιώνατε από τους επόμενους, ειδικά σε ό,τι αφορά το ζήτημα του πολιτικού πολιτισμού;
– Περιμένω λίγα/πολλά από την πολιτική αλλαγή που υπόσχεται ο Ιούλιος. Από τα πρώτα: κατάργηση του αθλιέστατου πανεπιστημιακού ασύλου. Και να επανέλθει με ένα νόμο και με ένα άρθρο (έτσι για να πάρουν τα όνειρα εκδίκηση) ο νόμος Διαμαντοπούλου. Περιμένω νομιμότητα, κανονικότητα μιας πολιτισμένης χώρας, κατοχύρωση της ανεξαρτησίας των θεσμών, της διάκρισης των εξουσιών, της ελευθερίας του Τύπου. Περιμένω μέτρα κοινωνικής δικαιοσύνης και ανόρθωσης της μεσαίας τάξης – δεν είναι αντίθετα αυτά, είναι αλληλένδετα. Ελπίζω να προωθηθεί πληρέστερη συνταγματική μεταρρύθμιση, να ξεπεραστούν τα εμπόδια που έσπευσε να ταμπουρώσει η αντιδραστική αριστερά.
Ευελπιστώ ότι θα διδαχθούμε όλοι από την ήττα του πολακισμού/τσιπρισμού, ότι θα επικρατήσει ήθος, ευπρέπεια, ευγένεια στην πολιτική αντιπαράθεση. Οτι θα ορθώσουμε τον πολιτισμό –και τον πολιτικό πολιτισμό– απέναντι στη βαρβαρότητα, στην απειλή του αντιδιαφωτισμού-λαϊκισμού.
*
[©Ηλίας Μαγκλίνης – Καθημερινή
*
Διαβάστε όλα [τα όνειρα καπνός]
[Αλλοτινά: Πλατεία Συντάγματος, 1926
13/06/2019 § Σχολιάστε
