Γιώργος Μίχος: Τα πρόσωπα και ο χρόνος
02/07/2009 § Σχολιάστε

Όσοι τρέχουν με το θαυμασμό του άλλου από το σχόλιο τον τελευταίο καιρό δέχονται πλήγματα που σχεδόν εξάντλησαν όλα τα περισσεύματα με τα οποία έτρεφαν τον ναρκισσισμό τους κάμποσο καιρό. Οι δύσκολες μέρες που τους κινούσαν στην έξω μανία να αλλάζουν περιβάλλοντα ξαναπουλώντας την ίδια άρρωστη πραμμάτεια, ήρθαν κι εδώ. Ο προβολέας μιας κοινωνίας που καταναλώνει γραφικότητα πέρασε αποδώ κι έφυγε, αφήνοντας τον καθένα στη μοναξιά του να τρέχεις μόνο με το χρόνο. Κι είναι αυτό ακριβώς, η μοναξιά να τρέχεις με το χρόνο που έφερνε πάντα πανικό σε όλους εκείνους που το περασμά τους είναι μια αβαθής κίνηση σε πλάτος μυρικάζοντας αποφάγια της επικαιρότητας. Τα ιστολόγια υπήρξαν απλώς ένας ακόμη τόπος, λίγο περισσότερο ευρής από ένα τραπέζι καφετέριας, όπου η εξ ορισμού καταδικασμένη σε αδιέξοδο ύπαρξη, δοκίμασε ένα διάστημα σαν υποσχεμένο τόπο διοχέτευσης νευρώσεων. Οι συχνότητες πέφτουν καθώς η ζωτική ανταπόκριση που ζητάνε από τον άλλον γίνεται όλο και πιο σπάνια. Ο υποσχεμένος τόπος γίνεται ένας ακόμη τόπος φθαρμένος, που τα κουρέλια του έρχονται να τοποθετηθούν δίπλα στους άλλους τόπους που έφθειρε η αναυθεντική μας κίνηση στον κόσμο. Ο χρόνος έκαψε τα πρόσωπα για άλλη μια φορά κι αλλο δεν μας μένει παρά να τραβήξουμε γι αλλού. Με την ίδια πραμμάτεια και την ίδια απελπισία μιας αναγνώρισης. Όποιος αντέξει θα αντέξει κατά το μέτρο της προσφοράς του χωρίς ανταλλάγματα. Και κατά το μέτρο αυτού που έχει μέσα του και είναι κοινωνίσιμο. Δεν είναι εύκολο να τρέχεις με το χρονόμετρο, και υπάρχουν πολλοί τρόποι κι ο κόσμος μοιάζει απέραντος για να εξαντλήσεις μια ζωή με αποφάγια της επικαιρότητας. Όλα γύρω μοιάζουν φορές να υπάρχουν σαν αναβολές να τρέξεις με το χρόνο. Ωστόσο ο χρόνος τρέχει. Προς θάνατον. Κι αφήνει μια τρομώδη γεύση στο ξόδεμα των προσώπων γύρω μας.
.
.
Copyright©Γιώργος Μίχος
.
ad interim, το Μουσείο Ακρόπολης
18/06/2009 § Σχολιάστε

Πρόκειται για μεμονωμένο επίτευγμα. Θυμάμαι τους πανηγυρικούς λόγους και τα χειροκροτήματα για τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Μερικά χρόνια μετά – σήμερα, οι περισσότερες εγκαταστάσεις των βρίσκονται εγκαταλελειμμένες στη τύχη τους, επηρεάζοντας με την αφημένη αυτή τύχη τους, αρνητικά τη δικιά μας, των κατοίκων. Οι (πρώην) ένδοξες αθλητικές εγκαταστάσεις διεθνών προδιαγραφών, αφημένες στο σκουπίδι, στη βρομιά, εστίες μολύνσεως, ζωντανοί μάρτυρες του πολιτισμού μας. Η εγκατάλειψη κι η αδιαφορία σε αυτές τις πανάκριβες εγκαταστάσεις, δεν είναι μεμονωμένο συγκυριακό φαινόμενο, είναι το ελληνικό σύνηθες στα μεγάλα έργα· τα τρανά. Οι πρόσφατοι μεγάλοι αυτοκινητόδρομοι, οι συγχρηματοδοτούμενοι με την Ευρωπαϊκή Ένωση, ένας ευαίσθητος οδηγός που θα στρέψει το βλέμμα δεξιά, προς την άκρη του δρόμου, μετά το ρείθρο (εάν υπάρχει…), η εικόνα μιλά από μόνη της: Η απόλυτη κυριαρχία των σκουπιδιών, βρίσκονται παντού και· δεν πρόκειται για μεμονωμένο περιστατικό, είναι το σύνηθες συμπλήρωμα σε όλη την ένδοξη ελληνική επικράτεια, είναι ο σημερινός· δικός μας πολιτισμός. Κάθε παρκάκι, κάθε παιδική χαρά που εγκαινιάζεται, κάθε μικρό, μεσαίο ή μεγάλο έργο που διεκπεραιώνεται, μετά το πέρας των εργασιών του και· μετά το κόψιμο της κορδέλας, το έργο αυτό αφήνεται στη τύχη του (εκτός «μεμονωμένων» πάλι, εξαιρέσεων), χωρίς ποτέ κανείς να ενδιαφερθεί για την μετέπειτα τακτική συντήρησή του. Μετά το πέρας των ταπεινών ή των μεγάλων έργων, τα πάντα χορταριάζουν, τσιμεντένιες πλάκες παραδίδονται στη μεταβαλλόμενη φύση, ο χρόνος προσθέτει σκουριά στα μεταλλικά μέρη, οι τυχόν περιφράξεις διαλύονται. Θλιβερό, αλλά σύνηθες.
Ένα σημαντικό μουσείο όπως αυτό της Ακρόπολης, θα συντηρηθεί, είμαι βέβαιος, δεν αμφιβάλω καθόλου. Αμφιβάλω για τον περιβάλλοντα, κατοικημένο χώρο, έξω· στις πολυκατοικίες ή τις εναπομείναντες μονοκατοικίες, στους γύρω από το μουσείο χώρους. Εκεί θα βασιλεύσει το ίδιο τοπίο που βασιλεύει και στην υπόλοιπη χώρα, των ξεχειλισμένων με σκουπίδια κάδων, οι πεζόδρομοι θα γεμίσουν παρκαρισμένα αυτοκίνητα και εκατοντάδες μηχανάκια, οι άνθρωποι με ειδικές ανάγκες -όπως και στην υπόλοιπη χώρα- χωρίς τον αξιοπρεπή τους χώρο κλπ. κλπ…
Το Μουσείο της Ακρόπολης δεν είναι παρά ένα μεμονωμένο επίτευγμα, θα υπάρχει εκεί, τυλιγμένο με το θλιμμένο βλέμμα των ελαχίστων που ακόμη το διαθέτουν και που· ξέμειναν πλέον από φωνή.
Αυτοί σιωπούν.
.
.
Μάνος Χατζιδάκις: «Τα Παιδιά της γαλαρίας»
16/03/2009 § Σχολιάστε

(επιλεγμένα αποσπάσματα από το editorial στο περιοδικό «Το Τέταρτο», τεύχος 3, Ιούλιος 1985)
Τα Παιδιά της γαλαρίας είναι μια φημισμένη ταινία του Καρνέ. Τα δικά μας παιδιά της γαλαρίας είναι κάπως διαφορετικά. Εκείνα της ταινίας υπήρξαν θεατές από ψηλά, από την πιο φτηνή θέση, «εγκλημάτων» που διαδραματίζονταν στη σκηνή του θεάτρου. Τα δικά μας υπήρξαν κι αυτά θ ε α τ έ ς, από ψηλά κι από την ασήμαντη και φτηνή θέση, εγκλημάτων που διαδραματίζονταν στην ελληνική γη, ανίκανα να ορίζουν και ν’ αλλάζουν τη μοίρα των όσων έγιναν και γίνονται στον τόπο.[…]
[…]Τα όνειρα σε τούτα τα παιδιά υπήρξαν κυρίαρχα, σημαντικά και διαψευσμένα.[…]
[…]Στην Κατοχή…[…] τον όποιο ρόλο τους, έστω και τον πιο μικρό, με αυταπάρνηση, με το αίμα τους, με τη ζωή τους, χωρίς καιροσκοπισμό και ιδιοτέλεια, χωρίς προοπτική ανταλλάγματος. Μ’ ένα μονάχα στόχο, την επαλήθευση ενός επίμονου ονείρου. […] Ξανάρθαν τα φαντάσματα κι άρχισαν να πλαστογραφούν γι’ άλλη μια φορά την ελληνική ιστορία. Και τα παιδιά πολέμησαν κι ονειρεύτηκαν, γίναν παιδιά της γαλαρίας, όσα δεν διώχτηκαν και δεν εξαφανίστηκαν στις φυλακές και στα ξερά νησιά του Αιγαίου.[…] Είχαν τη σκέψη όργανο, τα μάτια υγρά κι ακούραστα να βλέπουνε τον κόσμο και την ψυχή παρθενική και απροσάρμοστη στη μεταπολεμική ελληνική αθλιότητα.[…] Τα παιδιά της γαλαρίας σήμερα έχουνε γκρίζα ή άσπρα μαλλιά. Όσα απόμειναν ξέχασαν τα όνειρά τους, έχουν συμβιβαστεί οριστικά με ό,τι ορίζει τη μοίρα τους έξω απ’ αυτούς. Μονάχα μερικοί, μέσα σ΄αυτούς κι εγώ, με πείσμα κι επιμονή θ υ μ ο ύ ν τ α ι και αγνοούν να θ υ μ ί ζ ο υ ν. Κι όσο βαστάξει ετούτο το παιχνίδι. Πόσο ηλίθια ηχούν τα λόγια και τα συνθήματα των αρχηγών στις εκλογές. Πόσα ψέματα για να σκεπάσουν τη μόνη αλήθεια.[…]
Μάνος Χατζιδάκις
(για το ραδιοφωνικό αφιέρωμα της Ροδιάς )
.
.
