[ανεξίτηλη αοριστία·
11/03/2026 § Σχολιάστε
Ημιτελές δεκατέσσερα

Jannis Kounellis, Installation
Η Γενοβέφα δεν έχει ψυχή. Το λέει με την οπτική ενός αποστασιοποιημένου παρατηρητή. Το λέει με ένα αόριστα ανεξίτηλο συμφραζόμενο, του οποίου η αοριστία, με τον καιρό, γίνεται πιο ανεξίτηλη από το ίδιο το συμφραζόμενο.
―«Δεν έχω ψυχή».
Ίσως έχει τα στοιχεία μιας ψυχής (όπως τη φαντάζεται ο κόσμος) —όπως ένας διαβητικός έχει τον μηχανισμό της πρόσληψης ινσουλίνης. Χωρίς την ινσουλίνη που απαιτείται για να γεμίσουν τα ανθρώπινα κύτταρα με την ενέργεια της ζωής.
Το έχει ακούσει (ή φαντάζεται πως το έχει ακούσει) από ανθρώπους που θα μπορούσαν να περιγραφούν ως κυρίες και κύριοι διαρκώς ανερχόμενων φιλοδοξιών, ότι τα μέχρι τώρα ανεξερεύνητα άκρα κάποιου μουσικού κομματιού ή ποιήματος ή πίνακα (εντός εισαγωγικών) τρέφουν την ψυχή τους —μια νότα, ένα δίστιχο, μια συγκέντρωση χρωμάτων, θολωμένα για την όραση (αν μπορεί να ονομαστεί έτσι) των ανθρώπινων όντων από τα καθημερινά. Λερωμένα από τη ζωή γυαλιά της ύπαρξης, ή σιγασμένα από τον μονότονο χτύπο των ατελείωτων ημερών μιας άχρωμης ρουτίνας. Όμως αισθητά. Σαν την έντονη άνθηση ενός λουλουδιού, με πέταλα τεντωμένα προς όλες τις κατευθύνσεις, για να δεχτούν οτιδήποτε και τα πάντα. […]
◉
[όλα κατηγορίας «ημιτελές»
[έστω κάτι άπιαστο·
09/03/2026 § Σχολιάστε
Ημιτελές δεκατρία

©Miquel Barceló, Doble-eucaristia / Mixed technique 198 x 298cm
Υπάρχει ένας τάφος σκαμμένος μέσα στο σώμα μου. Ακριβώς στο κέντρο του στήθους. Ένα τέλεια σχηματισμένο ορθογώνιο πρίσμα. Δεν είναι βαθύς, ούτε μεγαλοπρεπής· είναι ένας μικρός, επίμονος λάκκος, σαν αυτούς που ανοίγουν στο χώμα τα νερά της βροχής. Εκεί μέσα δεν βρίσκεται σώμα αλλά κάτι πιο άυλο. Βαρύ. Λέξεις που δεν ειπώθηκαν. Βλέμματα που έμειναν μισά. Μορφή που κάποτε έμοιαζε με υπόσχεση· και τώρα είναι μόνο σκιά που επιμένει να θυμάται. Τι να θάψει κανείς εκεί. Ίσως μία σελίδα ποιήματος σκισμένη από βιβλίο. Ένα παλιό φυλαγμένο γράμμα. Μια φωτογραφία ίσως. Έστω κάτι άπιαστο. Κάτι που υπήρξε μόνο σε καθρέφτες και παράθυρα γύρω μου. […]
◉
[όλα κατηγορίας «ημιτελές»
[διαδρομή ανάμεσα σε θραύσματα·
08/02/2026 § Σχολιάστε
Ημιτελές Δώδεκα

©Miquel Barceló, Pebres i anous, 2013 Mixed media on linen 53,5 x 65 cm
Στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη, δηλαδή μια θαμπή επιφάνεια από γυαλί και μνήμη. Σκέφτηκε πως «δεν αντικρίζει κανείς σήμερα ολόκληρη τη μορφή του, κι ούτε κινείται με ολόκληρη τη μορφή του». Η φράση τού ήρθε σαν απόηχος, όχι από βιβλίο, αλλά από στόμα που είχε πάψει να υπάρχει. Το είδωλο απέναντί του ήταν αποσπασματικό: το ένα μάτι καθαρό, το άλλο βυθισμένο σε σκιά· το στόμα έτοιμο να μιλήσει. Ίσως έτσι να ήταν πάντα ο άνθρωπος, σκέφτηκε· θραύσματα που προσποιούνται ενότητα.
Η πόλη πίσω του ανέπνεε βαριά. Οι δρόμοι φλέβες γεμάτες βιασύνη, παράθυρα με μάτια που κοιτούσαν χωρίς να βλέπουν. Κάθε του βήμα άφηνε πίσω ένα κομμάτι του εαυτού του. Διαλυόταν σε μικρές, αθέατες απώλειες. Δεν ήξερε αν αυτό που κρατούσε μέσα του ήταν πυρήνας ή απλώς συνήθεια. Η μνήμη, πάντα ύπουλη· επιλεκτική, επέστρεφε εικόνες αλλοιωμένες: ένα χέρι λερωμένο με μελάνι. Μια φωνή που υποσχόταν διάρκεια. Ένα όνομα γραμμένο και σβησμένο.
Στάση λεωφορείου. Εκεί όπου άνθρωποι μοιράζονται τη σιωπή. Παρατηρούσε πρόσωπα: κανένα δεν φαινόταν πλήρες, όλα έμοιαζαν σαν πρόχειρα σκίτσα, έτοιμα να διορθωθούν ή να σκιστούν. Αναρωτήθηκε αν η ολότητα ήταν μύθος που επινοήθηκε για να αντέχουμε την ασυνέχεια. Ίσως η ταυτότητα δεν είναι παρά μια συμφωνία ανάμεσα σε όσα θυμόμαστε και σε όσα ξεχνάμε επιμελώς.
Στο λεωφορείο. Τα τζάμια καθρέφτιζαν τον κόσμο διπλό: μέσα-έξω, παρόν-παρελθόν. Στο τρεμούλιασμα της διαδρομής, ένιωσε για λίγο ότι όλα του τα κομμάτια πλησίαζαν το ένα το άλλο, σαν να δοκίμαζαν να κουμπώσουν· να συνυπάρξουν χωρίς να αλληλοαναιρούνται.
Δεν χρειάζεται να αντικρίσει κανείς ολόκληρη τη μορφή του για να συνεχίσει. Αρκεί να αναγνωρίζει τα κενά, να τα περπατά με προσοχή· να τα αφήνει να αναπνέουν. Η ολότητα, αν υπάρχει, δεν κατοικεί στο βλέμμα. Κατοικεί στη διαδρομή ανάμεσα στα θραύσματα…
◉
[όλα κατηγορίας «ημιτελές»
[φωνές που έχουν ξεχάσει το όνομά τους·
01/01/2026 § Σχολιάστε
Ημιτελές Δώδεκα

photo ©stratos fountoulis
Θα έλεγε κανείς πως τα διαβάσματα, τα «ανώνυμα» πρόσωπα που δεν υπάρχουν παρά μόνο στη μνήμη του ίδιου του συγγραφέα/δημιουργού, λειτουργούν σαν υπόγειες παρουσίες: δεν κατονομάζονται, δεν εμφανίζονται ποτέ καθαρά, κι όμως διαμορφώνουν τη φωνή, το βλέμμα, ακόμη και τις σιωπές του έργου. Είναι σκιές που δεν ζητούν αναγνώριση, αλλά επιμένουν· μια εσωτερική βιβλιοθήκη από πρόσωπα, φράσεις και εμπειρίες που έχουν αφομοιωθεί τόσο βαθιά, ώστε παύουν να είναι «άλλοι» και γίνονται μέρος του ίδιου του λόγου. Ανασαίνουν ανάμεσα στις λέξεις. Είναι φωνές που έχουν ξεχάσει το όνομά τους, βλέμματα που πέρασαν και έμειναν, ίχνη μιας άλλης ζωής που έγινε μνήμη και μετά λόγος. Το έργο δεν γράφεται ποτέ μόνο από έναν — γράφεται από όλους όσοι χάθηκαν μέσα του. Όλα. Τα πάντα· σ’ ένα μεγάλο δημιούργημα αφομοιώνονται· μετασχηματίζονται. Το έργο γεννιέται σε έναν χώρο όπου η μνήμη προηγείται της πρόθεσης. Εκεί συσσωρεύονται διαβάσματα και πρόσωπα που δεν έχουν πια όνομα, ως ίχνη τρόπου: ένας ρυθμός σκέψης, μια χειρονομία λόγου, μια αδιόρατη στάση απέναντι στον κόσμο. Αυτές οι παρουσίες δεν λειτουργούν ως πηγές αλλά ως συνθήκες δυνατότητας του έργου. Η δημιουργία δεν αναπαράγει ό,τι θυμάται· μιλά από εκεί όπου η μνήμη έχει ήδη μετατραπεί σε μορφή.
◉