Σήμερα (;) η Δίκη (μέρους) του παραδικαστικού
30/10/2008 § Σχολιάστε

Λέω «Σήμερα» και προσθέτω ένα ερωτηματικό γιατί μπορεί πριν μερικές μέρες το «Έθνος» να είχε σαν πιασάρικο τίτλο «Ο εφιάλτης του ράσου…» και όχι αδίκως εφόσον συνεχίζουμε σαν κοινωνία να κωπηλατούμε στον βατοπεδινό χείμαρρο, αλλά υπάρχει κι ένας εφιάλτης ακόμη, αυτός της «αναβολής», εξού και το ερωτηματικό στο «Σήμερα» του τίτλου. «Ο εφιάλτης της αναβολής» είναι ιδιαίτερα αρεστός και προσφιλής στα περί δικαιοσύνης. Μια «αναβολή» είναι ένα ζωντανό όπλο, ιδιαίτερα αποτελεσματικό στην ανθρώπινη μνήμη, μέσω αυτής ξεχνιούνται, ξεθωριάζουν οι εικόνες, οι λέξεις• μέσω της αναβολής αποσυμπιέζεται ο θυμός, η λαϊκή οργή.
Αν «σήμερα» λοιπόν αρχίσει η δίκη του παραδικαστικού, ας έχουμε στο νου μας ότι θα δικαστεί ένα μέρος του μόνον, γιατί ένα άλλο (το μεγαλύτερο, το αόρατο) μέρος του θα συνεχίσει να ζει, να παίζει ή να εμπαίζει το νόμο και το σύνταγμα που υποτίθεται ότι μας υπηρετούν
«Σήμερα ( ; )» λοιπόν ίσως δικαστεί ένα ασήμαντο μέρος του. Είναι μια αρχή.
.
.
οι θεατές νοιάζονται
19/10/2008 § Σχολιάστε

ενώ στις Βρυξέλλες, τις ηλιόλουστες Κυριακές, τα βγάζουν βόλτα
…και δεν λείπουν ποτέ οι αντιρρήσεις, οι διαφωνίες, οι αμηχανίες, καβγάδες, διαξιφισμοί και οι … πατριωτικές εξάρσεις, δηλαδή μία γνήσια του θεάτρου χαρά που φουντώνει, τίποτε δεν μπορεί να επισκιάσει αυτό το θέατρο που παίζεται συνεχώς καταγράφοντας σκηνές συναρπαστικής ανθρωποφαγίας, μια πραγματική απόλαυση των αισθήσεων. Όλος ο χρόνος είναι έως τώρα, θεατρικός φέτος και ως φαίνεται θα συνεχίσει. Τι ωραία, κι αναρωτιέμαι προς τι το εισιτήριο που πλήρωσα στην Επίδαυρο, αφού η Κασσάνδρα παραμένει στη σκηνή εν αγνοία του Αισχύλου, δεν λείπουν οι σπουδαίες γκριμάτσες, τα ωραία σκηνικά που μας συντροφεύουν το νου. Δεν παραβλέπω την αγωνία φιλόδοξων πολιτικών που τρέχουν προς εξυπηρέτηση των αναγκών μας, με το αζημίωτο βεβαίως.
.
.
photo©str.fountoulis
[Τσαρλς Ντίκενς, μερικές σκέψεις·
18/10/2008 § Σχολιάστε

Με αφορμή το μίνι αφιέρωμα (και εξώφυλλο) της «Βιβλιοθήκης» της Ελευθεροτυπίας 17.10.08 με κείμενα Κατερίνας Σχινά, Λίνας Πανταλέων και της Κατερίνα Οικονομάκου ήρθαν πολλά στο νου, από το παρελθόν, ξεχωρίζω δύο: «Δημιουργός» και «Εποχή». Ίσως γιατί ο δημιουργός-Ντίκενς, σε κάποιους από εμάς που έζησαν την προ-διαδικτύου εποχή νέοι, παρέμεινε στην αρχαϊκή μας ψυχοσύνθεση ότι ο δημιουργός-λογοτέχνης ήταν απαραίτητα ένας δημιουργός-τεχνίτης, ένας ζηλευτός χειρώνακτας με τη μελάνι, το πενάκι, τον πόνο και το σύμβολο του ονόματός του ως αυθεντία· και που προηγείτο στο νου μας από το περιεχόμενο του έργου τους, παρ’ όλο που στη περίπτωση του Ντίκενς το όνομα του δημιουργήματός του, π.χ. ο «Όλιβερ Τουίστ» δεν επαληθεύει ακριβώς τη σκέψη μου, αλλά ούτε και την διαψεύδει, γιατί ιδιαίτερα αυτό το δημιούργημά του στοίχειωσε παιδικές (όπως θα πρέπει να είναι πάντα) ψυχές όλων των ηλικιών, ο «Όλιβερ» δεν είναι ο κανόνας, όπως επίσης π.χ. οι «Άθλιοι» του Ουγκώ. Ο Ντίκενς παρ’ ότι παιδί της βιομηχανικής επανάστασης του 19ου αιώνα, κατά τη γνώμη μου, ο απόηχος των καλλιτεχνικών χαρακτηριστικών του 17ου και 18ου αι., δεν είχε ακόμη σβήσει σε μια συντηρητική Βικτωριανή κοινωνία όπου εισάγεται και κυριαρχεί η μαρτυρία, το χρονικό και η διδακτική αφήγηση. Από τον 19ο αιώνα η τέχνη της γραφής, η τέχνη γενικότερα, γίνεται υπερβατική και οι καλλιτέχνες αποκτούν την ιδιαίτερή τους «περσόνα», το ιδιαίτερό τους –προς τα έξω- προσωπείο. Από εκείνη την εποχή εδραιώθηκε και επικράτησε η άποψη: «δεν υπάρχουν καλλιτεχνικοί κανόνες διότι η μεγαλοφυΐα του καλλιτέχνη τους κλείνει μέσα της». Η πένα του Ντίκενς, δεν ξέρω αν παραμερίζει τον νάρκισσο-δημιουργό από μέσα της, γιατί γνώρισε νωρίς τον έπαινο «του δήμου», όμως η θεματολογία του υπηρέτησε, κατά την άποψή μου, με συνέπεια το «η αισθητική είναι ηθική», κι αυτό (μου) αρκεί. Η εκπληκτική του ικανότητα στη δημιουργία ανεπανάληπτων χαρακτήρων που κινούνται στα πλαίσια μιας άνισης κοινωνικής πραγματικότητας χωρίς καμία λογοτεχνική έκπτωση υπέρ οποιασδήποτε μορφής διδακτισμού, παραμένει αξεπέραστη. Το επίτευγμά του αυτό θα συνεχίσει να αποτελεί φαντασίωση για πολλούς σημερινούς αλλά και αυριανούς δημιουργούς.
Θα διαφωνήσω με την κα Σχινά που σημειώνει: «Παρότι ήταν συγγραφέας τόσο της πόλης όσο και της εξοχής, θα μείνει στην ιστορία ως ο ιστορικός εικονογράφος του Λονδίνου και ενός κόσμου που χάθηκε για πάντα.» και θα συμφωνήσω στο τίτλο του άρθρου της «Γεφυρώνοντας πολιτισμούς και ηλικίες». Η μεγάλη τέχνη, σαν αυτή που υπηρέτησε μέχρι τέλους ο Ντίκενς, θα ενώνει για πολύ ακόμη γενεές αναγνωστών, αλλά και δημιουργών.
◉
.
.
σκέψεις περί Οικονομικής Κρίσης
12/10/2008 § Σχολιάστε

Έχω την άποψη πως είναι πρόωρο και λάθος να μιλάμε σήμερα για ενδεχόμενη πτώση του καπιταλισμού, η εμπειρία του 20ου αιώνα μας έδειξε -όπως εύστοχα συμπεραίνει- ο Λουτσιάνο Κάνφορα ότι : «οι πλουτοκρατικές ολιγαρχίες νικούν, οι ιδεολογικές χάνουν», για να συμπληρώσει σε μία μόνο αράδα την ελπίδα: «Και όμως κινείται».
Μπροστά μας ξετυλίγονται οι συνέπειες μιας αχαλίνωτης χρηματολατρείας, της οποίας δεν είμαι σίγουρος ότι αυτή τη φορά –έτσι φαίνεται έως τώρα– ότι η «ελεύθερη κι ανοιχτή αγορά» θα λύσει και θα ρυθμίσει αυτομάτως, μέσω του περίφημου δόγματος, η… «αυτορύθμιση της αγοράς», αντιθέτως βλέπουμε να επεμβαίνει σε αυτή το κράτος ώστε όχι μόνο να επαληθεύσει το ρητό «ο ισχυρότερος τα παίρνει όλα» (π.χ. κρατική ενίσχυση τραπεζών) προς επιβεβαίωση της μαρξιστικής άποψης περί του ρόλου του κράτους σαν «το όργανο τής κυριαρχίας, της καταπίεσης μιας τάξης από την άλλη», επαληθεύεται επίσης ότι ο «σκοπός του (του Κράτους) είναι να δημιουργήσει ένα καθεστώς που νομιμοποιεί και διαιωνίζει αυτή την καταπίεση, μετριάζοντας τις συγκρούσεις μεταξύ των τάξεων», πολύ σωστά ο Ένγκελς συμπεραίνει ότι το Κράτος δεν είναι «η ενσάρκωση της Ηθικής Ιδέας». Κάθε άλλο. Όμως, ενώ παρατηρούμε το κράτος να παρεμβαίνει σώζοντας τους ισχυρούς εις βάρος των ασθενέστερων –συνεπέστατος κρατικός ρόλος άλλωστε– αυτής της μάταιης ζωής, ξοδεύοντας ανενδοίαστα αμύθητα ποσά και προπαγανδίζοντας ταυτόχρονα την «επιστροφή της πολιτικής ηθικής», το καινούργιο στοιχείο σε αυτή την ανθρώπινη (και πάλι) περιπέτεια, είναι ότι διαλαλούν (Ε.Ε. και ΗΠΑ) ότι δεν σκοπεύουν να αλλάξουν την πολιτική μείωσης των κρατικών επενδύσεων με δημόσια έργα ώστε να πολεμηθεί, μέσω της κλασικής «Κεϋνσιανής ρύθμισης» – μια ουσιαστική εφεδρεία του υπάρχοντος συστήματος– που προβλέπει την άνοδο των δημοσίων δαπανών σε περιόδους κρίσεων ώστε να τονωθεί η ζήτηση και κατά συνέπεια η επανόρθωση της ισορροπίας… Εάν λοιπόν όπως δηλώνουν, δεν σκοπεύουν να αυξήσουν τις δημόσιες δαπάνες, τότε τι ακριβώς μέτρα θα πάρουν… Δεν διαθέτω οικονομικές ή πολιτικές περγαμηνές, ένας τυχαίος εικαστικός είμαι που καταθέτει αμπελοφιλοσοφικά κάποιες σκέψεις. Παρ’ όλη αυτή τη μαυρίλα, τείνω αισιόδοξα στη υιοθέτηση της άποψης του Κάνφορα:
«Και όμως κινείται».
.
.