[έστω κάτι άπιαστο·
09/03/2026 § Σχολιάστε
Ημιτελές δεκατρία

©Miquel Barceló, Doble-eucaristia / Mixed technique 198 x 298cm
Υπάρχει ένας τάφος σκαμμένος μέσα στο σώμα μου. Ακριβώς στο κέντρο του στήθους. Ένα τέλεια σχηματισμένο ορθογώνιο πρίσμα. Δεν είναι βαθύς, ούτε μεγαλοπρεπής· είναι ένας μικρός, επίμονος λάκκος, σαν αυτούς που ανοίγουν στο χώμα τα νερά της βροχής. Εκεί μέσα δεν βρίσκεται σώμα αλλά κάτι πιο άυλο. Βαρύ. Λέξεις που δεν ειπώθηκαν. Βλέμματα που έμειναν μισά. Μορφή που κάποτε έμοιαζε με υπόσχεση· και τώρα είναι μόνο σκιά που επιμένει να θυμάται. Τι να θάψει κανείς εκεί. Ίσως μία σελίδα ποιήματος σκισμένη από βιβλίο. Ένα παλιό φυλαγμένο γράμμα. Μια φωτογραφία ίσως. Έστω κάτι άπιαστο. Κάτι που υπήρξε μόνο σε καθρέφτες και παράθυρα γύρω μου. […]
◉
[όλα κατηγορίας «ημιτελές»
[μικρός, τότε που χάζευα τις αράχνες·
22/02/2026 § Σχολιάστε

Δειλινό. Ο αέρας γαληνεύει. Ο κόσμος χαμηλώνει τη φωνή του. Η αράχνη ξεκινά το λεπτό της έργο. Η υφάντρα της σιωπής. Διαλέγει γωνιά — ανάμεσα σε δύο κλαδιά. Κάτω από ένα γείσο. Όπου οι διαδρομές εντόμων διασταυρώνονται με τη μοίρα τους.
Αφήνει μια πρώτη κλωστή να φύγει από μέσα της. Ασημένιο νήμα αιωρείται διστακτικά να βρει στήριγμα. Είναι η αρχή μιας γέφυρας. Ενός αόρατου περάσματος στο κενό. Περνά πάνω της. Τη δυναμώνει. Την εμπιστεύεται. Κάθε βήμα της μετρημένο. Γνωρίζει. Η ακρίβεια είναι επιβίωση.
Αργά αργά, ο σκελετός του ιστού απλώνεται. Ακτίνες ξεκινούν από ένα αδιόρατο ακόμη κέντρο. Σκέψεις γεννιούνται πριν πάρουν σχήμα. Με υπομονή τελετουργική. Αρχίζει η ύφανση της σπείρας — κύκλο τον κύκλο, γύρο τον γύρο — το κενό μεταμορφώνεται σε σχέδιο.
Το δίχτυ της δεν είναι απλώς παγίδα. Είναι αρχιτεκτονική από μετάξι. Μουσική από δονήσεις. Κάθε κλωστή τρέμει στο παραμικρό άγγιγμα. Μεταφέροντας μηνύματα. Μόνο εκείνη μπορεί να τα διαβάσει. Και όταν όλα πια είναι έτοιμα, η αράχνη στέκεται στο κέντρο του κόσμου που δημιούργησε. Ακίνητη και άγρυπνη.
Και μέσα στη νύχτα που πυκνώνει. Ένα ανεπαίσθητο ρίγος διαπερνά το μετάξι. Όχι ήχος — δόνηση. Όχι κραυγή — ψίθυρος. Παγιδευμένος σε κύκλους αόρατους. Η αράχνη δεν βλέπει· αφουγκράζεται με τα πόδια της. Διαβάζει το μήνυμα που τρέχει πάνω στις κλωστές. ‘Οπως νερό πάνω σε χορδή.
Κινείται αργά. Με βεβαιότητα αρχαία. Καμία βιασύνη. Στο σύμπαν της· υπάρχει μόνο ακρίβεια. Κάθε βήμα την φέρνει πιο κοντά. Στο σημείο το σχέδιο συναντά την τύχη. Το δίχτυ τεντώνεται. Αντέχει. Αγκαλιάζει.
Κι όταν η ταραχή κοπάσει, ο ιστός ξαναβρίσκει τη σιωπή. Στο κέντρο του, η δημιουργός του παραμένει ακίνητη. Στοχάζεται το εύθραυστο μεγαλείο της τέχνης της. Γιατί το έργο της δεν είναι μόνο ανάγκη — είναι επιμονή απέναντι στο χάος. Μια νίκη τάξης στον αέρα.
Το έργο της δεν είναι αιώνιο. Η σκόνη. Ο άνεμος. Ο χρόνος· το φθείρουν. Μετα από λίγες μέρες, θα το μαζέψει. Θα το πάρει πίσω μέσα της· για να το ξανακάνει νήμα. Και αύριο, αν ο άνεμος το σκίσει ή η βροχή το βαραίνει, θα αρχίσει πάλι από την αρχή. Με το ίδιο μετάξι. Την ίδια υπομονή. Την ίδια αόρατη γνώση πως ό,τι γκρεμίζεται μπορεί να υφανθεί ξανά — πως από το κενό γεννιέται πάντα, αθόρυβα, ένα θαύμα από μετάξι…
*
ΥΓ: Μικρός χάζευα τις αράχνες. Καθόμουν με τις ώρες και τις παρατηρούσα, πώς έπλεκαν τον ιστό τους, με τι απίστευτη υπομονή και ακρίβεια. Μου φαινόντουσαν τόσο παράξενες. Σχεδόν μαγικές — τόσο μικρές αλλά τόσο ικανές. Δεν τις φοβόμουν· αντίθετα, με γοήτευε το πόσο ήσυχα και συγκεντρωμένα πλάσματα ήταν.
◉
[στα Έξι μέτρα. Μια ολόκληρη εποχή που δεν πρέπει να ξεχαστεί·
17/02/2026 § Σχολιάστε
Έξι μέτρα δεν είναι απόσταση από τις κάννες· είναι μια ανάσα δρόμος, ένα βήμα που δεν θα γίνει ποτέ. Μπροστά στις κάννες. Στην Ελλάδα της Κατοχής. Ο κόσμος μαζεύεται σε μια κουκκίδα χρόνου. Δεν υπάρχει αύριο για να το σχεδιάσεις. Ούτε παρελθόν για να το διορθώσεις· υπάρχει μόνο το τώρα που σφίγγει σαν κόμπος στον λαιμό. Σ’ εκείνη τη λωρίδα γης. Σε τόπους που έγιναν σύμβολα όπως το Σκοπευτήριο της Καισαριανής ή χωριά που σφραγίστηκαν για πάντα όπως το Δίστομο. Ο άνθρωπος στέκεται όρθιος και μετρά τα πιο ακριβά δευτερόλεπτα της ζωής του. Μπορεί πρώτα να έρχεται η άρνηση. Ένα πείσμα του νου που ψιθυρίζει «κάτι θα γίνει, κάποιος θα φωνάξει να σταματήσουν». Το σώμα όμως ξέρει. Ακούει τον μεταλλικό ήχο. Βλέπει τα μάτια απέναντι. Νιώθει το χώμα κάτω από τα παπούτσια. Σαν τελευταία απόδειξη ότι υπήρξε.
Ύστερα, σχεδόν αναπόφευκτα, έρχεται η οικογένεια. Σαν μικρές εικόνες: το τραπέζι της Κυριακής. Ένα γέλιο στην αυλή. Η μυρωδιά του ψωμιού. «Να μην πονέσουν όταν το μάθουν». «Να θυμούνται ότι στάθηκα. Ο τελευταίος τρόπος να πεις «είμαι ακόμα εγώ». Μαζί με την αξιοπρέπεια, μπορεί να αναβλύζει θυμός — όχι ο θόρυβος της οργής, αλλά η καθαρή αίσθηση της αδικίας. Να πεθαίνεις όχι γιατί έβλαψες, αλλά γιατί κάποιος θέλει να στείλει μήνυμα. Κι όμως, μέσα στην οδύνη, υπάρχει καμιά φορά μια παράξενη διαύγεια: όταν όλα αφαιρούνται, μένει η ουσία. «Δεν πρόδωσα». «Δεν λύγισα». «Είμαι με τους δικούς μου» — φράσεις που δεν ακούγονται, αλλά βαραίνουν περισσότερο από σφαίρες.
Και την ίδια στιγμή, σκέψεις απλές· γυμνές τρυπώνουν επίμονα: «Θα πονέσει;», «θα είναι γρήγορο;», «να μην αστοχήσουν». Ο άνθρωπος είναι σώμα όσο και ιδέα. Και το σώμα φοβάται. Η καρδιά χτυπάει έντονα. Τα χέρια ιδρώνουν. Ο χρόνος τεντώνεται αφύσικα. Κάποιοι θα ψιθυρίσουν μια προσευχή. Άλλοι ένα όνομα· άλλοι τίποτα. Η σιωπή είναι κραυγή. Σε εκείνα τα έξι μέτρα, η ιστορία δεν είναι κεφάλαιο βιβλίου· είναι βλέμμα σε βλέμμα. Είναι η σύγκρουση ανάμεσα στην εξουσία του όπλου και στην ελευθερία της συνείδησης. Κι αν κάτι μένει από εκείνη τη στιγμή, δεν είναι μόνο ο θάνατος. Είναι η μαρτυρία ότι ο άνθρωπος, ακόμη και όταν όλα του αφαιρούνται, κρατάει κάτι αδιαπραγμάτευτο: την επιλογή του πώς θα σταθεί.
Έξι μέτρα, λοιπόν, μπορεί να είναι λίγα. Αλλά χωρούν μέσα τους μια ολόκληρη ζωή — και μια ολόκληρη εποχή που δεν πρέπει να ξεχαστεί.
◉
[διαδρομή ανάμεσα σε θραύσματα·
08/02/2026 § Σχολιάστε
Ημιτελές Δώδεκα

©Miquel Barceló, Pebres i anous, 2013 Mixed media on linen 53,5 x 65 cm
Στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη, δηλαδή μια θαμπή επιφάνεια από γυαλί και μνήμη. Σκέφτηκε πως «δεν αντικρίζει κανείς σήμερα ολόκληρη τη μορφή του, κι ούτε κινείται με ολόκληρη τη μορφή του». Η φράση τού ήρθε σαν απόηχος, όχι από βιβλίο, αλλά από στόμα που είχε πάψει να υπάρχει. Το είδωλο απέναντί του ήταν αποσπασματικό: το ένα μάτι καθαρό, το άλλο βυθισμένο σε σκιά· το στόμα έτοιμο να μιλήσει. Ίσως έτσι να ήταν πάντα ο άνθρωπος, σκέφτηκε· θραύσματα που προσποιούνται ενότητα.
Η πόλη πίσω του ανέπνεε βαριά. Οι δρόμοι φλέβες γεμάτες βιασύνη, παράθυρα με μάτια που κοιτούσαν χωρίς να βλέπουν. Κάθε του βήμα άφηνε πίσω ένα κομμάτι του εαυτού του. Διαλυόταν σε μικρές, αθέατες απώλειες. Δεν ήξερε αν αυτό που κρατούσε μέσα του ήταν πυρήνας ή απλώς συνήθεια. Η μνήμη, πάντα ύπουλη· επιλεκτική, επέστρεφε εικόνες αλλοιωμένες: ένα χέρι λερωμένο με μελάνι. Μια φωνή που υποσχόταν διάρκεια. Ένα όνομα γραμμένο και σβησμένο.
Στάση λεωφορείου. Εκεί όπου άνθρωποι μοιράζονται τη σιωπή. Παρατηρούσε πρόσωπα: κανένα δεν φαινόταν πλήρες, όλα έμοιαζαν σαν πρόχειρα σκίτσα, έτοιμα να διορθωθούν ή να σκιστούν. Αναρωτήθηκε αν η ολότητα ήταν μύθος που επινοήθηκε για να αντέχουμε την ασυνέχεια. Ίσως η ταυτότητα δεν είναι παρά μια συμφωνία ανάμεσα σε όσα θυμόμαστε και σε όσα ξεχνάμε επιμελώς.
Στο λεωφορείο. Τα τζάμια καθρέφτιζαν τον κόσμο διπλό: μέσα-έξω, παρόν-παρελθόν. Στο τρεμούλιασμα της διαδρομής, ένιωσε για λίγο ότι όλα του τα κομμάτια πλησίαζαν το ένα το άλλο, σαν να δοκίμαζαν να κουμπώσουν· να συνυπάρξουν χωρίς να αλληλοαναιρούνται.
Δεν χρειάζεται να αντικρίσει κανείς ολόκληρη τη μορφή του για να συνεχίσει. Αρκεί να αναγνωρίζει τα κενά, να τα περπατά με προσοχή· να τα αφήνει να αναπνέουν. Η ολότητα, αν υπάρχει, δεν κατοικεί στο βλέμμα. Κατοικεί στη διαδρομή ανάμεσα στα θραύσματα…
◉
[όλα κατηγορίας «ημιτελές»
